Η Ευρώπη μπαίνει σε μια νέα, ανήσυχη εποχή ασφάλειας, καθώς η ακύρωση από τον Ντόναλντ Τραμπ της προγραμματισμένης ανάπτυξης αμερικανικών πυραύλων Tomahawk και υπερηχητικών Dark Eagle στη Γερμανία απογυμνώνει την ήπειρο από μια κρίσιμη αποτρεπτική δυνατότητα. Το σχέδιο της κυβέρνησης Μπάιντεν προέβλεπε τη δημιουργία ευρωπαϊκής ικανότητας Deep Precision Strike (DPS), με πύραυλους βεληνεκούς 1.000–3.000 χλμ. που θα μπορούσαν να πλήξουν στόχους βαθιά στο εσωτερικό της Ρωσίας ή άλλων αντιπάλων. Ο Γερμανός υπουργός Άμυνας Μπόρις Πιστόριους χαρακτήρισε την πιθανή οριστική ακύρωση «πολύ ατυχή και επιζήμια» για τη Γερμανία και την Ευρώπη, προειδοποιώντας ότι τα κενά ικανότητας μπορεί να «διευρυνθούν ακόμη περισσότερο».

Οι πύραυλοι DPS θεωρούνται από στρατιωτικούς αναλυτές ως κεντρικό εργαλείο αποτροπής για τρεις λόγους: επιτρέπουν την απειλή κρίσιμων υποδομών του αντιπάλου, δίνουν τη δυνατότητα στοχευμένης απάντησης χωρίς κλιμάκωση σε πυρηνικό επίπεδο και επιτρέπουν τη καταστροφή στρατηγικών στόχων πολύ πίσω από την πρώτη γραμμή. Παραδείγματα τέτοιας χρήσης είναι τα ουκρανικά πλήγματα σε ρωσικές αεροπορικές βάσεις, αλλά και η ξεκάθαρη προειδοποίηση των ΗΠΑ το 2022 ότι θα κατέστρεφαν ρωσικά στρατιωτικά περιουσιακά στοιχεία με μακράς εμβέλειας πυραύλους σε περίπτωση ρωσικής πυρηνικής κλιμάκωσης στην Ουκρανία. Όπως σημειώνει ο Καμίλ Γκραν, γενικός γραμματέας της Aerospace, Security and Defence Industries Association for Europe, οι πύραυλοι αυτοί προσφέρουν ένα «συμβατικό στοιχείο αποτροπής» που μπορεί να αποδειχθεί καθοριστικό στο αν μια κρίση θα εξελιχθεί σε γενικευμένη σύρραξη.

Πύραυλοι DPS: ευρωπαϊκό κενό απέναντι στη Ρωσία

Για δεκαετίες, η Ευρώπη αμέλησε την ανάπτυξη δικών της πυραύλων Deep Precision Strike, στηριζόμενη στην αμερικανική ομπρέλα ασφαλείας αλλά και φοβούμενη ότι η επένδυση σε επίγεια συστήματα θα προκαλούσε τη Μόσχα. Η Συνθήκη INF του 1987, που απαγόρευε τους πυραύλους με εμβέλεια 500–5.500 χλμ., περιόρισε επίσης το ενδιαφέρον για τέτοια οπλικά συστήματα μέχρι τη λήξη της συνθήκης το 2019, παρά τις εκατέρωθεν κατηγορίες ΗΠΑ–Ρωσίας για παραβιάσεις. Ακόμη και σήμερα, κράτη όπως η Γερμανία και η Ισπανία διαθέτουν μεν πύραυλους Taurus περίπου 500 χλμ. και η Γαλλία με το Ηνωμένο Βασίλειο τους Scalp/Storm Shadow αντίστοιχου βεληνεκούς, όμως οι ποσότητες είναι μικρές και –το πιο κρίσιμο– τα συστήματα είναι αεροεκτοξευόμενα.

Αυτό σημαίνει ότι σε ένα σενάριο σύγκρουσης με τη Ρωσία, το ΝΑΤΟ θα έπρεπε πρώτα να εξασφαλίσει αεροπορική υπεροχή για να μπορέσει να χρησιμοποιήσει αυτούς τους πυραύλους, μια πρόκληση πολύ πιο δύσκολη αν οι ΗΠΑ δεν συμμετείχαν ενεργά. Την ίδια στιγμή, η Ρωσία διαθέτει σειρά πυραύλων κρουζ και βαλλιστικών με εμβέλεια άνω των 2.000 χλμ., όπως οι Kinzhal και 9M729, ικανούς να πλήξουν πρωτεύουσες όπως η Βαρσοβία, το Βερολίνο και το Μόναχο από το έδαφος της Ρωσίας – ενώ, αν αναπτυχθούν στο Καλίνινγκραντ, μπορούν να φθάσουν μέχρι Λονδίνο, Παρίσι και Ρώμη. Αυτό το ανισοβαρές ισοζύγιο πυραυλικής ισχύος περιορίζει σε μεγάλο βαθμό την ευρωπαϊκή ικανότητα αποτροπής και κάνει τον σχεδιασμό επιχειρήσεων πολύ πιο περίπλοκο.

Η αναγνώριση αυτής της αδυναμίας έχει ωθήσει ευρωπαϊκές κυβερνήσεις να αναζητούν επειγόντως επίγεια συστήματα πυραύλων που να μπορούν να πλήξουν στόχους εντός ρωσικού εδάφους από ευρωπαϊκό έδαφος, απαιτώντας εμβέλειες 1.500 χλμ. και άνω. Όπως επισημαίνει ο Μιχαήλ Κοκόριτς, διευθύνων σύμβουλος της ολλανδικής Destinus, το πρόβλημα δεν είναι μόνο η «τρύπα» στην εμβέλεια, αλλά και τα χαμηλά ευρωπαϊκά αποθέματα, η περιορισμένη βιομηχανική ικανότητα και το ζήτημα της στρατηγικής κυριαρχίας στους πύραυλους. Οι πρόσφατες συγκρούσεις έδειξαν ότι τα συστήματα ακριβείας καταναλώνονται με ρυθμούς πολύ μεγαλύτερους από ό,τι προέβλεπαν οι παραδοσιακές ευρωπαϊκές υποθέσεις για τα αποθέματα.

Πύραυλοι made in Europe: το πρόγραμμα Elsa και οι προσωρινές λύσεις

Το 2024, Γερμανία, Γαλλία, Πολωνία και Ιταλία ανακοίνωσαν την έναρξη του κοινoύ προγράμματος Elsa για την ανάπτυξη ευρωπαϊκών πυραύλων μεγάλου βεληνεκούς, στο οποίο προστέθηκαν αργότερα το Ηνωμένο Βασίλειο και η Σουηδία. Το πρόγραμμα περιλαμβάνει πολλαπλά έργα, ανάμεσά τους τουλάχιστον δύο συστήματα με στόχο εμβέλειες άνω των 2.000 χλμ., όμως τα περισσότερα βρίσκονται ακόμη σε αρχικά στάδια και δεν αναμένεται να είναι επιχειρησιακά πριν από τη δεκαετία του 2030. Όπως σημειώνει ο ερευνητής Φάμπιαν Χόφμαν, υπάρχει μια «ανεξήγητη δυσαρμονία» μεταξύ της ρητορικής περί απειλής και της πραγματικής ταχύτητας με την οποία κινείται η ευρωπαϊκή αμυντική βιομηχανία στους πύραυλους.

Στο μεταξύ, Ευρωπαίοι αξιωματούχοι και αναλυτές προτείνουν σειρά από προσωρινές λύσεις για να καλυφθεί το κενό. Μια από τις ταχύτερες διαδρομές θα ήταν ο επανασχεδιασμός ενός υπάρχοντος συστήματος, όπως ο γαλλικός ναυτικός πύραυλος MdCN (1.400 χλμ. εμβέλεια), σε χερσαία ή αεροεκτοξευόμενη έκδοση μεγαλύτερης εμβέλειας, ώστε να εξασφαλιστεί ενδιάμεση ικανότητα μέχρι την ωρίμανση των νέων προγραμμάτων. Η Destinus ήδη παράγει πάνω από 2.000 πυραύλους κρουζ τον χρόνο για ευρωπαϊκές χώρες και δοκιμάζει στοιχεία για το σύστημα Ruta Block 2, σχεδιασμένο ως όπλο ακριβείας 700+ χλμ. με πολεμική κεφαλή 250 κιλών.

Παράλληλα, ο Πιστόριους έχει δηλώσει ότι η Γερμανία θα επιδιώξει να αξιοποιήσει την «ουκρανική τεχνογνωσία» στους πύραυλους, καθώς το Κίεβο έχει αναπτύξει εγχώρια μέσα μακράς εμβέλειας για πλήγματα βαθιά στη ρωσική ενδοχώρα. Ενδεικτικό είναι το cruise missile Flamingo, με αναφερόμενη εμβέλεια άνω των 3.000 χλμ., το οποίο, σύμφωνα με τον Βολοντίμιρ Ζελένσκι, χρησιμοποιήθηκε για να πληγεί στρατιωτικοβιομηχανικός στόχος στον Τσεμποξάρι, σε απόσταση πάνω από 1.500 χλμ., αλλά και τα ουκρανικά drones μεγάλης εμβέλειας που έχουν επιτεθεί σε ρωσικά διυλιστήρια και αποθήκες πυρομαχικών. Την ίδια στιγμή, η MBDA υπέγραψε συμφωνία με τη Γαλλία για το επιθετικό drone One Way Effector με εμβέλεια άνω των 500 χλμ., επιβεβαιώνοντας ότι η γραμμή μεταξύ πυραύλων κρουζ και «loitering munitions» γίνεται όλο και πιο θολή.

Τελικά, όπως επισημαίνει ο Χόφμαν, οι ευρωπαϊκές χώρες ίσως χρειαστεί να αγοράσουν ό,τι μπορούν να αποκτήσουν άμεσα, ακόμα κι αν δεν είναι «τέλειο» ή πλήρως προσαρμοσμένο στα εθνικά τους δόγματα. Η λογική, όπως τη συνοψίζει ο ίδιος, είναι ωμή αλλά ρεαλιστική: «αν είσαι ζητιάνος, δεν μπορείς να κάνεις τον δύσκολο». Σε κάθε περίπτωση, η επόμενη δεκαετία θα κρίνει αν η Ευρώπη θα αποκτήσει πραγματικά αυτόνομη ικανότητα Deep Precision Strike ή αν θα συνεχίσει να εξαρτάται από αμερικανικούς πύραυλους σε μια ολοένα πιο ασταθή γεωπολιτική σκηνή.