Σενάρια για μείωση της αμερικανικής στρατιωτικής παρουσίας στην Ευρώπη εξετάζει ο πρόεδρος των Ηνωμένες Πολιτείες, Ντόναλντ Τραμπ, σύμφωνα με ανώτερο αξιωματούχο του Λευκού Οίκου που μίλησε στο Reuters.

Η δυσαρέσκεια της Ουάσιγκτον φαίνεται να σχετίζεται τόσο με τη στάση των συμμάχων στο ΝΑΤΟ, όσο και με γεωπολιτικά ζητήματα, όπως η ασφάλεια στα Στενά του Ορμούζ και η υπόθεση της Γροιλανδία.

Όπως διευκρινίστηκε, δεν έχει ληφθεί τελική απόφαση, ενώ ο Λευκός Οίκος δεν έχει ζητήσει από το Πεντάγωνο να εκπονήσει συγκεκριμένο σχέδιο αποχώρησης στρατευμάτων από την ευρωπαϊκή ήπειρο.

Σήμερα, οι ΗΠΑ διατηρούν περισσότερους από 80.000 στρατιώτες στην Ευρώπη, με τη μεγαλύτερη παρουσία να εντοπίζεται στη Γερμανία, όπου σταθμεύουν πάνω από 30.000 στρατιωτικοί. Σημαντικές δυνάμεις βρίσκονται επίσης στην Ιταλία, το Ηνωμένο Βασίλειο και την Ισπανία.

Οι σχέσεις του Τραμπ με το ΝΑΤΟ παραμένουν τεταμένες εδώ και χρόνια, με τον ίδιο να κατηγορεί επανειλημμένα τις ευρωπαϊκές κυβερνήσεις ότι δεν επενδύουν επαρκώς στην άμυνα.

Το τελευταίο διάστημα, οι διαφωνίες έχουν ενταθεί, ιδιαίτερα μετά την επαναφορά της πρόθεσης των ΗΠΑ για την προσάρτηση της Γροιλανδίας, αλλά και μετά την έναρξη της σύγκρουσης με το Ιράν στα τέλη Φεβρουαρίου.

Ο Αμερικανός πρόεδρος φέρεται να εξέφρασε έντονη ενόχληση για το γεγονός ότι οι σύμμαχοι δεν συνέβαλαν στην ασφάλεια των Στενών του Ορμούζ, ενός κρίσιμου θαλάσσιου διαδρόμου για τον παγκόσμιο ενεργειακό εφοδιασμό.

Διπλωμάτες της Συμμαχίας επισημαίνουν ότι οι ΗΠΑ δεν έχουν ξεκαθαρίσει αν επιθυμούν αποστολή δυνάμεων στην περιοχή, ούτε ποιες συγκεκριμένες δυνατότητες αναμένουν από κάθε κράτος-μέλος.

Την ίδια ώρα, δημοσίευμα της The Wall Street Journal ανέφερε ότι εξετάζεται και το ενδεχόμενο αναδιάταξης στρατευμάτων από χώρες που έχουν ασκήσει κριτική στον πόλεμο ΗΠΑ–Ισραήλ με το Ιράν, προς πιο «φιλικές» κυβερνήσεις.

Ωστόσο, σύμφωνα με τον αξιωματούχο του Λευκού Οίκου, το βασικό σενάριο που εξετάζεται αφορά κυρίως την επιστροφή στρατευμάτων στις Ηνωμένες Πολιτείες και όχι τη μετακίνησή τους σε άλλες χώρες.

Το επόμενο διάστημα αναμένεται κρίσιμο, καθώς οι αποφάσεις της Ουάσιγκτον θα καθορίσουν σε μεγάλο βαθμό το μέλλον της αμερικανικής στρατιωτικής παρουσίας στην Ευρώπη και τη στρατηγική ισορροπία στην περιοχή.