Πρόσθεσε το Newsbeast στις προτεινόμενες πηγές σου στη Google

Η Τουρκία επιχειρεί να τοποθετήσει τον εαυτό της στο κέντρο της νέας ευρωπαϊκής συζήτησης για την άμυνα. Μετά τον πόλεμο στην Ουκρανία, την αυξανόμενη ρωσική απειλή, την αβεβαιότητα για τον μελλοντικό ρόλο των ΗΠΑ στην ευρωπαϊκή ασφάλεια και την ανάγκη των Βρυξελλών να αυξήσουν γρήγορα την αμυντική παραγωγή, η Άγκυρα βλέπει ένα παράθυρο ευκαιρίας.

Το αφήγημά της είναι προσεκτικά δομημένο: η Τουρκία παρουσιάζεται ως χώρα-κλειδί του ΝΑΤΟ, ως γέφυρα προς τη Μαύρη Θάλασσα, ως παραγωγός φθηνότερων και δοκιμασμένων αμυντικών συστημάτων και ως εταίρος χωρίς τον οποίο η ευρωπαϊκή ασφάλεια θα είναι «ελλιπής». Το πρόβλημα είναι ότι πίσω από αυτή την εικόνα υπάρχει μια χώρα που παραμένει σε βαθιά πολιτική απόσταση από την ΕΕ, διατηρεί ανοιχτές συγκρούσεις με κράτη-μέλη και έχει επενδύσει σε μια εξωτερική πολιτική που συχνά κινείται παράλληλα, και όχι μέσα, στη δυτική γραμμή.

Η συζήτηση γίνεται ακόμη πιο κρίσιμη λόγω του SAFE, του νέου ευρωπαϊκού χρηματοδοτικού εργαλείου ύψους έως 150 δισ. ευρώ για κοινές αμυντικές προμήθειες και ενίσχυση της ευρωπαϊκής αμυντικής βιομηχανικής βάσης. Το Συμβούλιο της ΕΕ ενέκρινε τον κανονισμό τον Μάιο του 2025, ενώ η Ευρωπαϊκή Επιτροπή τον παρουσιάζει ως μηχανισμό για επείγουσες και μεγάλης κλίμακας αμυντικές επενδύσεις από τα κράτη-μέλη.

Το τουρκικό επιχείρημα: «Χωρίς εμάς η ευρωπαϊκή άμυνα είναι μισή»

Η Άγκυρα προβάλλει πρώτα το στρατιωτικό της βάρος. Η Τουρκία διαθέτει τον δεύτερο μεγαλύτερο στρατό στο ΝΑΤΟ μετά τις ΗΠΑ και επιχειρεί να αξιοποιήσει αυτό το μέγεθος ως πολιτικό επιχείρημα: αφού η Ευρώπη θέλει περισσότερη άμυνα, λέει ουσιαστικά η τουρκική πλευρά, δεν μπορεί να αγνοεί μια χώρα με τέτοια στρατιωτική ισχύ.

Ο Τούρκος υπουργός Άμυνας Γιασάρ Γκιουλέρ έχει υποστηρίξει ότι η συνεργασία με χώρες εκτός ΕΕ, όπως η Τουρκία, είναι αναγκαία και ότι οι περιορισμοί του SAFE κινδυνεύουν να αποκλείσουν μη ευρωπαϊκές νατοϊκές χώρες από την ευρωπαϊκή αρχιτεκτονική ασφάλειας. Σύμφωνα με το Reuters, η Άγκυρα πιέζει τους Ευρωπαίους συμμάχους να χαλαρώσουν τους κανόνες που απαιτούν το μεγαλύτερο μέρος της χρηματοδότησης να κατευθύνεται εντός ΕΕ, Ευρωπαϊκού Οικονομικού Χώρου ή Ουκρανίας.

Αυτή είναι η πρώτη γραμμή της τουρκικής επιχειρηματολογίας: η Τουρκία δεν ζητά απλώς πρόσβαση σε κονδύλια, αλλά επιχειρεί να εμφανίσει τον αποκλεισμό της ως στρατηγικό λάθος της Ευρώπης. Με άλλα λόγια, μετατρέπει ένα θέμα βιομηχανικής πολιτικής σε θέμα ασφάλειας.

Το αφήγημα της Μαύρης Θάλασσας

Το δεύτερο επίπεδο του τουρκικού αφηγήματος είναι γεωγραφικό. Η Άγκυρα γνωρίζει ότι η Μαύρη Θάλασσα βρίσκεται πλέον στον πυρήνα της ευρωπαϊκής ασφάλειας. Ο πόλεμος στην Ουκρανία ανέδειξε τη σημασία της θαλάσσιας ασφάλειας, της αποναρκοθέτησης, της προστασίας υποδομών και της πρόσβασης σε κρίσιμους διαδρόμους.

Σε αυτό το πεδίο η Τουρκία προβάλλει ένα ισχυρό επιχείρημα: έχει παρουσία, γεωγραφία, εμπειρία και έλεγχο κρίσιμων περασμάτων. Η στρατηγική της ΕΕ για τη Μαύρη Θάλασσα αναφέρεται σε τομείς όπως η θαλάσσια ασφάλεια, η προστασία κρίσιμων υποθαλάσσιων υποδομών και η αποναρκοθέτηση, ενώ καταγράφει και την τριμερή πρωτοβουλία Βουλγαρίας, Ρουμανίας και Τουρκίας για τις νάρκες στη Μαύρη Θάλασσα.

Η Άγκυρα αξιοποιεί αυτή την πραγματικότητα για να πει στις Βρυξέλλες ότι η Τουρκία δεν είναι «τρίτη χώρα» όπως όλες οι άλλες. Είναι χώρα με επιχειρησιακό αποτύπωμα σε μια από τις πιο ευαίσθητες περιοχές της ευρωπαϊκής ασφάλειας. Αυτό είναι το πιο πειστικό κομμάτι του τουρκικού αφηγήματος, αλλά και το πιο επικίνδυνο για την ΕΕ: διότι όσο περισσότερο η Ευρώπη δέχεται την Τουρκία ως αναντικατάστατο γεωγραφικό μεσάζοντα, τόσο αυξάνει η δυνατότητα της Άγκυρας να μετατρέπει τη γεωγραφία της σε πολιτικό εκβιασμό.

Η βιτρίνα των drone και της αμυντικής βιομηχανίας

Το τρίτο επίπεδο είναι βιομηχανικό. Η Τουρκία δεν εμφανίζεται πια μόνο ως χώρα που αγοράζει όπλα από τη Δύση, αλλά ως χώρα που παράγει και εξάγει. Τα Bayraktar TB2, τα συστήματα ηλεκτρονικού πολέμου, τα πυραυλικά προγράμματα, οι ναυτικές πλατφόρμες και τα τεθωρακισμένα χρησιμοποιούνται ως απόδειξη ότι η τουρκική αμυντική βιομηχανία μπορεί να προσφέρει γρήγορες και σχετικά οικονομικές λύσεις.

Η συζήτηση αυτή δεν είναι θεωρητική. Αναλύσεις για τη διείσδυση νέων προμηθευτών στην ευρωπαϊκή αγορά δείχνουν ότι οι τουρκικές αμυντικές εξαγωγές αυξήθηκαν σημαντικά την περίοδο 2020-2025, ενώ η Τουρκία έχει επιχειρήσει να αποκτήσει πελάτες και συνεργασίες στην Ανατολική Ευρώπη, στα Βαλκάνια και στην Ουκρανία.

Εδώ η Άγκυρα χτίζει το εξής μήνυμα: η Ευρώπη έχει ανάγκη από παραγωγική ταχύτητα, χαμηλότερο κόστος και δοκιμασμένα συστήματα. Η Τουρκία ισχυρίζεται ότι μπορεί να τα προσφέρει. Ωστόσο, το ερώτημα για τις Βρυξέλλες δεν είναι μόνο αν τα τουρκικά συστήματα είναι χρήσιμα. Είναι αν η ενσωμάτωσή τους στο ευρωπαϊκό αμυντικό οικοσύστημα θα δημιουργήσει νέα εξάρτηση από μια χώρα της οποίας η πολιτική συμπεριφορά δεν είναι σταθερά ευθυγραμμισμένη με την ΕΕ.

Το «παράπονο» της Άγκυρας για τους κανόνες του SAFE

Η τουρκική ενόχληση επικεντρώνεται στους κανόνες συμμετοχής τρίτων χωρών. Το SAFE έχει σχεδιαστεί πρωτίστως για να ενισχύσει την ευρωπαϊκή αμυντική βιομηχανική βάση. Δεν είναι απλώς ταμείο αγοράς όπλων. Είναι εργαλείο βιομηχανικής ανασυγκρότησης και στρατηγικής αυτονομίας.

Αυτό εξηγεί γιατί η ΕΕ επιμένει σε ευρωπαϊκή προτίμηση. Όπως έχει παρουσιαστεί από ευρωπαϊκές πηγές και αναλύσεις, το SAFE συνδέεται με την ανάγκη η Ευρώπη να παράγει περισσότερο εντός του δικού της βιομηχανικού χώρου, αντί να διοχετεύει αμυντικό χρήμα σε εξωτερικούς προμηθευτές.

Η Τουρκία προσπαθεί να ανατρέψει αυτό το πλαίσιο. Δεν θέλει να αντιμετωπίζεται ως εξωτερικός προμηθευτής, αλλά ως ειδικός εταίρος λόγω ΝΑΤΟ. Η Άγκυρα υποστηρίζει ότι η ευρωπαϊκή άμυνα δεν μπορεί να σχεδιάζεται με στενά ενωσιακούς όρους. Όμως από την πλευρά της ΕΕ, το ακριβώς αντίθετο είναι το ζητούμενο: να μειωθεί η εξάρτηση από εξωτερικούς παίκτες, ακόμη και αν αυτοί είναι νατοϊκοί σύμμαχοι.

Το μεγάλο αγκάθι: Η Τουρκία δεν είναι απλώς «σύμμαχος»

Το πιο αδύναμο σημείο του τουρκικού αφηγήματος είναι ότι παρουσιάζει την Τουρκία μόνο ως σύμμαχο, αποσιωπώντας την άλλη πλευρά της εικόνας που είναι ξεκάθαρη: Η Τουρκία διατηρεί στρατεύματα στην Κύπρο, δεν αναγνωρίζει την Κυπριακή Δημοκρατία, αμφισβητεί θαλάσσιες ζώνες, διατηρεί το casus belli σε βάρος της Ελλάδας και προωθεί αναθεωρητικά αφηγήματα στο Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο.

Αυτό δεν είναι δευτερεύον ζήτημα. Είναι ο πυρήνας της ευρωπαϊκής επιφύλαξης. Η αγορά των ρωσικών S-400, η μη αναγνώριση της Κύπρου και οι εντάσεις με την Ελλάδα συνεχίζουν να περιπλέκουν τις σχέσεις Άγκυρας-Βρυξελλών.

Εδώ βρίσκεται η βασική αντίφαση: η Τουρκία ζητά πρόσβαση σε έναν μηχανισμό που αφορά την ευρωπαϊκή ασφάλεια, ενώ ταυτόχρονα παραμένει μέρος του προβλήματος ασφάλειας για δύο κράτη-μέλη της ΕΕ.

S-400: Το μόνιμο τραύμα αξιοπιστίας

Η υπόθεση των S-400 είναι κρίσιμη διότι δείχνει τα όρια της τουρκικής ευθυγράμμισης με τη Δύση. Η αγορά ρωσικού αντιαεροπορικού συστήματος από μια χώρα του ΝΑΤΟ οδήγησε σε βαθιά κρίση με τις ΗΠΑ, στην αποβολή της Τουρκίας από το πρόγραμμα F-35 και σε κυρώσεις.

Για την Άγκυρα, οι S-400 παρουσιάζονται συχνά ως αποτέλεσμα της δυτικής απροθυμίας να καλύψει τις τουρκικές ανάγκες αεράμυνας. Για τους δυτικούς συμμάχους, όμως, είναι απόδειξη ότι η Τουρκία μπορεί να λαμβάνει στρατηγικές αποφάσεις που υπονομεύουν την τεχνολογική και επιχειρησιακή συνοχή του ΝΑΤΟ.

Αυτό έχει άμεση σημασία για το SAFE. Αν η ΕΕ χρηματοδοτήσει ή ενσωματώσει σε βάθος τουρκικές αμυντικές αλυσίδες, πρέπει να γνωρίζει τι είδους πολιτικό και τεχνολογικό ρίσκο αναλαμβάνει. Το ζήτημα δεν είναι μόνο εμπορικό. Είναι ζήτημα εμπιστοσύνης.

Η Άγκυρα ως πιθανός «προμηθευτής ανάγκης»

Η τουρκική στρατηγική πατά πάνω σε μια πραγματική ευρωπαϊκή αδυναμία: η Ευρώπη χρειάζεται γρήγορα πυρομαχικά, drones, αντιαεροπορική άμυνα, συστήματα επιτήρησης και παραγωγική κλιμάκωση. Οι ευρωπαϊκές βιομηχανίες δεν μπορούν πάντα να ανταποκριθούν με την ταχύτητα που απαιτεί η νέα συγκυρία.

Η Τουρκία προσφέρεται ως λύση ανάγκης. Το επιχείρημα είναι πρακτικό: «έχουμε παραγωγή, έχουμε εμπειρία, έχουμε προϊόντα, είμαστε ήδη στο ΝΑΤΟ». Αυτό μπορεί να είναι ελκυστικό για ορισμένες ευρωπαϊκές πρωτεύουσες, ιδίως στην Ανατολική Ευρώπη, όπου η απειλή της Ρωσίας γίνεται αντιληπτή πιο άμεσα.

Όμως οι λύσεις ανάγκης συχνά παράγουν μακροπρόθεσμες εξαρτήσεις. Το The Parliament Magazine έχει επισημάνει τον κίνδυνο η ΕΕ, αναζητώντας γρήγορες αμυντικές λύσεις, να δημιουργήσει νέα εξάρτηση από την Τουρκία, σε ένα μοντέλο παρόμοιο με προηγούμενες ευρωπαϊκές εξαρτήσεις στην ενέργεια ή τη διαχείριση μεταναστευτικών ροών.

Η ελληνική και κυπριακή ένσταση δεν είναι «διμερές εμπόδιο»

Η Τουρκία προσπαθεί να παρουσιάσει τις ενστάσεις της Ελλάδας και της Κύπρου ως διμερείς διαφορές που δεν πρέπει να μεταφέρονται στην ευρωπαϊκή άμυνα. Αυτό είναι βολικό για την Άγκυρα, αλλά προβληματικό για την ΕΕ.

Η Ελλάδα και η Κύπρος δεν θέτουν απλώς μια διμερή διαφωνία στο τραπέζι. Θέτουν το ερώτημα αν ευρωπαϊκό χρήμα μπορεί να καταλήξει, άμεσα ή έμμεσα, σε μια αμυντική βιομηχανία χώρας που αμφισβητεί κυριαρχικά δικαιώματα κρατών-μελών. Σύμφωνα με δημοσιεύματα, η Αθήνα έχει κινηθεί ώστε να περιορίσει τον ρόλο της Τουρκίας στην ευρωπαϊκή αμυντική βιομηχανία μέσω των κανόνων συμμετοχής τρίτων χωρών.

Αυτό δεν είναι λεπτομέρεια. Είναι θεσμικό ζήτημα για την ίδια την ΕΕ. Αν η Ένωση χρηματοδοτεί την άμυνά της, πρέπει να διασφαλίζει ότι δεν ενισχύει παράλληλα έναν παράγοντα πίεσης απέναντι στα δικά της μέλη.

Η Τουρκία ως Ιανός

Η Τουρκία, όπως ο Ιανός, έχει δύο πρόσωπα στην ευρωπαϊκή συζήτηση. Το πρώτο είναι το πρόσωπο του χρήσιμου εταίρου: ΝΑΤΟ, Μαύρη Θάλασσα, drones, παραγωγική δυναμική, γεωστρατηγική θέση. Το δεύτερο είναι το πρόσωπο του δύσκολου και συχνά αναθεωρητικού γείτονα: S-400, Κυπριακό, Αιγαίο, Ανατολική Μεσόγειος, συγκρούσεις με ευρωπαϊκές θέσεις, εσωτερική δημοκρατική υποχώρηση.

Η τουρκική διπλωματία προσπαθεί να προβάλει το πρώτο και να υποβαθμίσει το δεύτερο. Η ευρωπαϊκή πλευρά, αν θέλει να κινηθεί στρατηγικά και όχι κοντόφθαλμα, πρέπει να τα εξετάσει μαζί.

Η πραγματικότητα είναι ότι η Τουρκία μπορεί να είναι χρήσιμη στην ευρωπαϊκή ασφάλεια, αλλά δεν είναι ουδέτερος τεχνικός προμηθευτής. Είναι αυτόνομος γεωπολιτικός παίκτης με δική του ατζέντα. Και αυτή η ατζέντα δεν ταυτίζεται πάντα με την ευρωπαϊκή.

Η Τουρκία θέλει ρόλο, αλλά η ΕΕ πρέπει να βάλει όρους

Η Άγκυρα προσπαθεί να παρουσιάσει τον εαυτό της ως απαραίτητο κομμάτι του νέου ευρωπαϊκού εξοπλιστικού παζλ. Το κάνει με τέσσερα βασικά επιχειρήματα: στρατιωτικό βάρος στο ΝΑΤΟ, γεωγραφική σημασία στη Μαύρη Θάλασσα, αναπτυγμένη αμυντική βιομηχανία και δυνατότητα γρήγορης παραγωγής.

Αυτά τα επιχειρήματα δεν είναι αβάσιμα. Είναι όμως μισή εικόνα. Η άλλη μισή περιλαμβάνει τη μη αναγνώριση της Κυπριακής Δημοκρατίας, την ένταση με την Ελλάδα, το casus belli, τους S-400, την εργαλειοποίηση γεωγραφίας και μεταναστευτικού και τη συχνή απόκλιση της Τουρκίας από τις ευρωπαϊκές στρατηγικές επιλογές.

Η ΕΕ δεν μπορεί να αγνοήσει την Τουρκία. Αλλά δεν πρέπει και να την ενσωματώσει άκριτα. Αν υπάρξει κάποια μορφή συνεργασίας, θα πρέπει να είναι αυστηρά οριοθετημένη, διαφανής, υπό ευρωπαϊκό έλεγχο και με σαφείς πολιτικούς όρους. Διαφορετικά, το ευρωπαϊκό εξοπλιστικό παζλ μπορεί να αποκτήσει ένα κομμάτι που δεν κουμπώνει με την ευρωπαϊκή στρατηγική αυτονομία, αλλά τη διαβρώνει από μέσα.