Το Πακιστάν επιχειρεί μια εντυπωσιακή επιστροφή στο κέντρο της διεθνούς σκηνής, αξιοποιώντας τον πόλεμο με το Ιράν για να εμφανιστεί ως «ειρηνοποιός» και ταυτόχρονα να κλειδώσει μια προνομιακή σχέση με τον Ντόναλντ Τραμπ και τον στενό του κύκλο. Μέσα από διπλωματικές μεσολαβήσεις, αμφιλεγείς συμφωνίες κρυπτονομισμάτων και μια στοχευμένη καμπάνια γοητείας προς τον Λευκό Οίκο, το Ισλαμαμπάντ προσπαθεί να μετατρέψει την εικόνα του από «κράτος–παρία» σε απαραίτητο παίκτη για την ασφάλεια της Μέσης Ανατολής.

Κράτος που κάποτε κατηγορήθηκε ότι προστάτευε τον Οσάμα μπιν Λάντεν, το Πακιστάν εμφανίζεται σήμερα ως βασικός μεσολαβητής στη μυστική διπλωματία ανάμεσα στις ΗΠΑ και το Ιράν, προσφέροντας να φιλοξενήσει συνομιλίες στην Ισλαμαμπάντ και μεταφέροντας μέσω «πίσω καναλιών» το αμερικανικό 15σέλιδο ειρηνευτικό σχέδιο στην Τεχεράνη. Ο Ντόναλντ Τραμπ όχι μόνο αγκάλιασε δημόσια την πρόταση, αλλά είδε στο Πακιστάν τον ιδανικό ενδιάμεσο με μια χώρα που βρίσκεται σε ανοιχτή σύγκρουση με την Ουάσινγκτον, ειδικά μετά τη δολοφονία του Ανώτατου Ηγέτη Αλί Χαμενεΐ από ΗΠΑ και Ισραήλ.

Η εξέλιξη αυτή συνιστά θεαματική αναστροφή: στην πρώτη προεδρική του θητεία ο Τραμπ κατηγορούσε το Πακιστάν ότι πρόσφερε στις ΗΠΑ μόνο «ψέματα και απάτη», ενώ μέχρι και το 2024 η Ουάσινγκτον εκτιμούσε πως η πακιστανική πυραυλική τεχνολογία μπορούσε να απειλήσει ακόμη και αμερικανικό έδαφος. Η αλλαγή κλίματος ξεκίνησε όταν η Ουάσινγκτον ζήτησε από το Ισλαμαμπάντ να εντοπίσει τον εγκέφαλο της βομβιστικής επίθεσης στο αεροδρόμιο της Καμπούλ το 2021, με το Πακιστάν να ανταποκρίνεται και τον Τραμπ να το επαινεί δημοσίως στο Κογκρέσο ως κρίσιμο εταίρο στον πόλεμο κατά της τρομοκρατίας.

Το Πακιστάν, ο Τραμπ και τα κρυπτονομίσματα

Κεντρικός αρχιτέκτονας της νέας στρατηγικής παρουσιάζεται ο αρχηγός του στρατού, στρατηγός Άσιμ Μουνίρ, ο οποίος κινεί τα νήματα τόσο στα παραδοσιακά διπλωματικά κανάλια όσο και στα σκοτεινά νερά των κρυπτονομισμάτων και των κρίσιμων ορυκτών. Ο Μουνίρ προέδρευσε στην υπογραφή συμφωνίας ανάμεσα σε εταιρεία του αμερικανού μεγιστάνα των ακινήτων Στιβ Γουίτκοφ –στενού συνεργάτη του Τραμπ– και την πακιστανική κυβέρνηση για την αξιοποίηση σταθερών κρυπτονομισμάτων (stablecoins), δίνοντας στην World Liberty Financial –την κρυπτοεπιχείρηση της οικογένειας Τραμπ– την πρώτη της κρατική συμφωνία στο εξωτερικό.

Η World Liberty Financial έχει αποφέρει στους Τραμπ έσοδα άνω του 1 δισ. δολαρίων από το 2024, γεγονός που κάνει τη σχέση με το Πακιστάν όχι μόνο πολιτικά αλλά και οικονομικά κρίσιμη. Στις αρχές του 2026, ο Ζακ Γουίτκοφ έγινε δεκτός στην Ισλαμαμπάντ σαν επίσημος ηγέτης, με τον Μουνίρ και τον πρωθυπουργό Σεχμπάζ Σαρίφ να τον υποδέχονται με πυροτεχνήματα και να «πουλούν» το αφήγημα ενός ψηφιακού, διασυνδεδεμένου Πακιστάν που θα γίνει κόμβος για τα ψηφιακά χρηματοοικονομικά της ευρύτερης περιοχής.

Πακιστάν: ειρηνοποιός ή ταχυδακτυλουργός;

Το Πακιστάν αξιοποιεί τις σχέσεις του με το Ιράν, με το οποίο μοιράζεται σύνορα και οικονομικούς δεσμούς, για να παρουσιαστεί ως «φιλική» χώρα που μπορεί να μιλήσει και με τις δύο πλευρές. Η Τεχεράνη έχει –σύμφωνα με πακιστανικές πηγές– επιτρέψει σε 20 πακιστανικά πλοία να διαπλεύσουν τα στενά του Ορμούζ, που βρίσκονται ουσιαστικά υπό ιρανικό έλεγχο, ενώ παράλληλα απάντησε στο αμερικανικό ειρηνευτικό σχέδιο με δική της πεντασέλιδη πρόταση.

Η Ισλαμαμπάντ ανακοίνωσε ότι μέσα στην εβδομάδα θα φιλοξενήσει σύνοδο υπουργών Εξωτερικών από Σαουδική Αραβία, Τουρκία και Αίγυπτο, με στόχο να ετοιμαστεί το έδαφος για μια πιθανή αμερικανο–ιρανική συνάντηση. Ταυτόχρονα, Πακιστανοί αναλυτές προειδοποιούν ότι ο ρόλος του μεσολαβητή είναι επικίνδυνος, καθώς η χώρα καλείται να κάνει μια «διπλωματική χορογραφία υψηλού ρίσκου» ανάμεσα στο Ιράν και το μπλοκ των σουνιτικών δυνάμεων, με τις οποίες έχει υπογράψει ένα είδος ΝΑΤΟ–τύπου αμυντικού συμφώνου.

Πακιστάν στο επίκεντρο της κρίσης

Μετά τη δολοφονία του Χαμενεΐ, το Πακιστάν συγκλονίστηκε από μαζικές αντικυβερνητικές και αντιαμερικανικές διαδηλώσεις, κυρίως σε περιοχές με ισχυρό σιιτικό στοιχείο, γεγονός που αναδεικνύει πόσο εύφλεκτο είναι το εσωτερικό του μέτωπο. Η ηγεσία της χώρας γνωρίζει ότι μια γενικευμένη ανάφλεξη στην περιοχή ή ενδεχόμενη εμπλοκή της Σαουδικής Αραβίας θα μπορούσε να συμπαρασύρει και το Πακιστάν σε άμεση σύγκρουση με το γειτονικό Ιράν, με ανυπολόγιστο κόστος.

Για να περιορίσει τις πιέσεις από το Ριάντ, η Ισλαμαμπάντ προωθεί την εικόνα του «εγγυητή σταθερότητας» που εργάζεται για την ειρήνη, ελπίζοντας ότι θα αποφύγει το δίλημμα να στείλει στρατεύματα ή πυρηνικό αποτρεπτικό μήνυμα υπέρ των Σαουδαράβων. Παράλληλα, η συμμετοχή της στο «Διεθνές Συμβούλιο Ειρήνης» του Τραμπ και η κοινή αμερικανο–πακιστανική συμφωνία για την ανακατασκευή του ιστορικού ξενοδοχείου Roosevelt στη Νέα Υόρκη ενισχύουν το αφήγημα ότι το Πακιστάν όχι μόνο δεν είναι απομονωμένο, αλλά παίζει ξανά σε επίπεδο μεγάλων δυνάμεων.

Η διπλή μπλόφα του Πακιστάν

Το Ισλαμαμπάντ μοιάζει να πιστεύει ότι, ανεξάρτητα από την τελική έκβαση της κρίσης με το Ιράν, έχει ήδη κερδίσει: αν υπάρξει συμφωνία, θα καταγραφεί ως ο μεσολαβητής που έφερε στο ίδιο τραπέζι Ουάσινγκτον και Τεχεράνη· αν αποτύχουν οι συνομιλίες, θα έχει τουλάχιστον κεφαλαιοποιήσει τη στενή του σχέση με τον Τραμπ και τα οικονομικά συμφέροντα γύρω από τα κρυπτονομίσματα και τα στρατηγικά assets. Όπως σημειώνει πρώην Πακιστανός πρέσβης, «η εικόνα της απομόνωσης έχει αντικατασταθεί από την εικόνα μιας χώρας που βρίσκεται στο κέντρο του παιχνιδιού» – μια φράση που συνοψίζει τη νέα, επιθετική διπλωματία του Πακιστάν.