Η κυβέρνηση Τραμπ εξετάζει διακριτικά τον πρόεδρο του ιρανικού κοινοβουλίου ως πιθανό συνομιλητή — ακόμη και ως μελλοντικό ηγέτη — την ώρα που ο Αμερικανός πρόεδρος σηματοδοτεί μια μετατόπιση από τη στρατιωτική πίεση προς μια διπλωματική διευθέτηση.
Ο Μοχάμαντ Μπαγκέρ Γκαλιμπάφ, 64 ετών, ο οποίος έχει επανειλημμένα απειλήσει τις ΗΠΑ και τους συμμάχους τους με αντίποινα, θεωρείται από ορισμένους στον Λευκό Οίκο ως ένας υποψήφιος με τον οποίο μπορεί να υπάρξει συνεννόηση και ο οποίος θα μπορούσε να ηγηθεί του Ιράν και να διαπραγματευτεί με την κυβέρνηση Τραμπ στην επόμενη φάση της σύγκρουσης, σύμφωνα με δύο κυβερνητικούς αξιωματούχους που επικαλείται το Politico.
Ωστόσο, ο Λευκός Οίκος δεν είναι έτοιμος να δεσμευτεί σε ένα συγκεκριμένο πρόσωπο, επιδιώκοντας να αξιολογήσει πολλαπλές επιλογές αναζητώντας κάποιον πρόθυμο να καταλήξει σε συμφωνία, ανέφεραν οι ίδιες πηγές, οι οποίες μίλησαν υπό καθεστώς ανωνυμίας για να περιγράψουν εσωτερικές διεργασίες.
«Είναι μια επιλογή που εξετάζεται σοβαρά», δήλωσε ένας αξιωματούχος της κυβέρνησης, διευκρινίζοντας ότι δεν έχουν ληφθεί αποφάσεις. «Είναι από τους πιο υψηλόβαθμους… αλλά πρέπει να τους δοκιμάσουμε και δεν μπορούμε να βιαστούμε».
Το ενδιαφέρον της κυβέρνησης να εντοπίσει συνομιλητή για διαπραγματεύσεις υποδηλώνει την επιθυμία εξεύρεσης διεξόδου από την κρίση που έχει προκαλέσει η σύγκρουση με το Ιράν, η οποία έχει επηρεάσει τις διεθνείς αγορές, έχει οδηγήσει σε άνοδο τις τιμές του πετρελαίου και έχει αναζωπυρώσει τις ανησυχίες για τον πληθωρισμό. Παράλληλα, εγείρει το ερώτημα για το ποιος θα μπορούσε να διαδεχθεί την υφιστάμενη ηγεσία στην Τεχεράνη μετά τις απώλειες που έχουν προκληθεί από τις αμερικανοϊσραηλινές επιχειρήσεις.
Η εκπρόσωπος Τύπου του Λευκού Οίκου Καρολάιν Λέβιτ δήλωσε ότι «πρόκειται για ευαίσθητες διπλωματικές συνομιλίες και οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν διαπραγματεύονται μέσω των μέσων ενημέρωσης».
Ο πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ άφησε τη Δευτέρα να εννοηθεί ότι υπάρχουν επαφές με «πολύ αξιόπιστα» πρόσωπα εντός του Ιράν και ανακοίνωσε πενθήμερη παύση σε «οποιεσδήποτε στρατιωτικές επιθέσεις κατά ιρανικών ενεργειακών υποδομών», καθώς συνεχίζονται οι διπλωματικές διεργασίες μεταξύ Τεχεράνης και Ουάσινγκτον.
Ένα ακόμη βασικό ενδιαφέρον του Αμερικανού προέδρου αφορά την ενέργεια και ειδικότερα το πετρέλαιο. Σύμφωνα με τον πρώτο αξιωματούχο, ο Τραμπ δεν επιθυμεί να στοχοποιηθεί το νησί Χαργκ, βασικός κόμβος εξαγωγής πετρελαίου του Ιράν, καθώς εκτιμά ότι μια μελλοντική ηγεσία θα μπορούσε να επιδιώξει συμφωνία αντίστοιχη με εκείνη της Ντελσί Ροντρίγκες στη Βενεζουέλα, η οποία ανέλαβε ρόλο μετά τη σύλληψη του Νικολάς Μαδούρο.
«Το ζητούμενο είναι να εγκατασταθεί κάποιος όπως η Ντελσί Ροντρίγκες στη Βενεζουέλα, με τον οποίο θα μπορούσαμε να συνεργαστούμε και να παραμείνει στην εξουσία, χωρίς να επιχειρήσουμε την απομάκρυνσή του, ώστε να καταλήξουμε σε μια συμφωνία, ιδίως για το πετρέλαιο», ανέφερε κυβερνητικός αξιωματούχος.
Ωστόσο, η άποψη ότι ο πρόεδρος μπορεί να επιλέξει την επόμενη ηγεσία του Ιράν με τον ίδιο τρόπο που επιχειρήθηκε στη Βενεζουέλα αντιμετωπίζεται με επιφυλάξεις από ορισμένους κύκλους στον Λευκό Οίκο.
«Φαίνεται περισσότερο ως επίδειξη ισχύος, σαν να επιχειρεί να διαμορφώσει μια πραγματικότητα μέσω δηλώσεων», ανέφερε πρόσωπο με γνώση της εθνικής ασφάλειας, μιλώντας υπό καθεστώς ανωνυμίας. «Είναι θετικό ότι υπάρχουν συνομιλίες μέσω ενδιάμεσων και ότι εξετάζεται μια διέξοδος, όμως το Ιράν έχει αποδείξει ότι μπορεί να αντέχει πιέσεις και να συνεχίζει να δυσκολεύει τις ΗΠΑ. Δεν πρόκειται να υποχωρήσει εύκολα ούτε να παραχωρήσει τον έλεγχο του πετρελαίου».
Άλλη πηγή από τον Κόλπο, που έχει επαφές με τον Λευκό Οίκο, εκτίμησε ότι ο Τραμπ ενδεχομένως υπερβάλλει ως προς την πρόοδο των συνομιλιών, προκειμένου να δικαιολογήσει την αναθεώρηση της προθεσμίας των 48 ωρών που είχε θέσει, απειλώντας το Σάββατο με πλήγματα σε ιρανικές ενεργειακές υποδομές αν δεν άνοιγε το Στενό του Ορμούζ.
«Είναι σαφώς μια προσπάθεια να κερδηθεί χρόνος και να σταθεροποιηθούν οι αγορές», σημείωσε ο αξιωματούχος από τον Κόλπο. «Το ερώτημα είναι αν υπάρχει πραγματική πρόθεση εξεύρεσης λύσης ή αν τίθενται όροι που είναι δύσκολο να γίνουν αποδεκτοί από το Ιράν».
Παράλληλα, εκφράζονται αμφιβολίες για το κατά πόσο ο Γκαλιμπάφ θα ήταν διατεθειμένος να κινηθεί με τον ίδιο τρόπο όπως η Ροντρίγκες.
Σύμφωνα με αναλυτές, ο Γκαλιμπάφ αποτελεί χαρακτηριστικό στέλεχος του εσωτερικού συστήματος εξουσίας του Ιράν, με φιλοδοξίες αλλά και προσήλωση στη διατήρηση του ισλαμικού καθεστώτος, γεγονός που περιορίζει τις πιθανότητες σημαντικών παραχωρήσεων προς την Ουάσινγκτον. Ακόμη και σε περίπτωση ευελιξίας, εκτιμάται ότι η στρατιωτική και πολιτική ελίτ της χώρας θα έθετε περιορισμούς στις κινήσεις του.
Παρά ταύτα, αρκετοί στην αμερικανική διοίκηση βλέπουν το παράδειγμα της Βενεζουέλας ως πιθανό μοντέλο προσέγγισης. Για τον λόγο αυτό, άλλες επιλογές, όπως ο εξόριστος αντιπολιτευόμενος Ρεζά Παχλαβί, θεωρούνται λιγότερο πιθανές, καθώς εκτιμάται ότι δεν διαθέτουν εσωτερική νομιμοποίηση στο Ιράν.
Στελέχη της κυβέρνησης αναφέρουν ότι η αναζήτηση επικεντρώνεται σε πρόσωπα που ήδη κατέχουν θέσεις ισχύος στο εσωτερικό του συστήματος, με στόχο να εντοπιστούν αντίστοιχα των «Τσαβίστας» στη Βενεζουέλα. Στην περίπτωση του Ιράν, η προσοχή φαίνεται να στρέφεται ολοένα και περισσότερο προς τον πρόεδρο του κοινοβουλίου.
Ο ίδιος ο Γκαλιμπάφ έχει αρνηθεί οποιαδήποτε εμπλοκή σε διαπραγματεύσεις με τις ΗΠΑ, ωστόσο κυβερνητικοί αξιωματούχοι απορρίπτουν τις δηλώσεις του ως μέρος εσωτερικής πολιτικής τακτικής.
Στον Λευκό Οίκο, σύμφωνα με αξιωματούχους, βρίσκεται σε εξέλιξη διαδικασία αξιολόγησης πιθανών ηγετικών προσώπων. «Βρισκόμαστε στη φάση της διερεύνησης για το ποιος μπορεί να αναδειχθεί, ποιος θέλει να αναδειχθεί και ποιος επιχειρεί να αναδειχθεί», ανέφερε ένας εξ αυτών, προσθέτοντας ότι όσοι ξεχωρίζουν θα αξιολογούνται και, εφόσον κριθούν ακραίοι, θα απορρίπτονται.
Ανώτερος αξιωματούχος του Λευκού Οίκου σημείωσε ότι ο Τραμπ ενδιαφέρεται να προωθήσει μια συμφωνία ειρήνης με το Ιράν μέσα στην εβδομάδα, με βασικό στόχο την πρόοδο στο Στενό του Ορμούζ και την επίτευξη κατάπαυσης του πυρός, υπογραμμίζοντας ότι «όπως κάθε ηγέτης, προτιμά την ειρήνη από τον πόλεμο».