Ο Ντόναλντ Τραμπ, σε δηλώσεις που έκανε σε δημοσιογράφους ενώ αναχωρούσε από τον Λευκό Οίκο για τη Φλόριντα, είπε ότι δεν επιθυμεί κατάπαυση του πυρός, επειδή οι ΗΠΑ κερδίζουν τον πόλεμο με το Ιράν.

«Δεν θέλω κατάπαυση του πυρός. Ξέρετε, δεν κάνεις κατάπαυση του πυρός όταν εξοντώνεις κυριολεκτικά τον αντίπαλο», είπε ο Αμερικανός πρόεδρος.

Όταν ρωτήθηκε αν το Ισραήλ θα ήταν έτοιμο να βάλει τέλος στον πόλεμο αφού οι ΗΠΑ ολοκληρώσουν τη στρατιωτική τους δράση στο Ιράν, απάντησε «έτσι νομίζω».

Για το άνοιγμα του Στενών του Ορμούζ, ο Τραμπ είπε ότι χρειάζεται «πολλή βοήθεια» και σχολίασε ότι «θα ήταν ωραίο» αν εμπλέκονταν χώρες όπως η Κίνα και η Ιαπωνία.

«Κάποια στιγμή, θα ανοίξει μόνο του», πρόσθεσε.

Αναφερόμενος, εξάλλου, στην απόφαση της βρετανικής κυβέρνησης να επιτρέψει τη χρήση των βάσεών της στο Ηνωμένο Βασίλειο για να εξαπολύονται πλήγματα σε πυραυλικές εγκαταστάσεις του Ιράν, είπε ότι το Λονδίνο θα έπρεπε να προσφέρει γρηγορότερα τη βοήθειά του.

Σημειώνεται ότι η Βρετανία έδωσε τελικά το πράσινο φως στις ΗΠΑ να χρησιμοποιήσουν στρατιωτικές βάσεις σε βρετανικό έδαφος για στοχευμένες επιχειρήσεις εναντίον ιρανικών πυραυλικών εγκαταστάσεων που απειλούν τη ναυσιπλοΐα στα Στενά του Ορμούζ, στο πλαίσιο της «συλλογικής αυτοάμυνας» της περιοχής.

Παρά τη διαβεβαίωση της Ντάουνινγκ Στριτ ότι το Λονδίνο δεν επιδιώκει εμπλοκή σε έναν ευρύτερο πόλεμο με το Ιράν και ζητεί «επείγουσα αποκλιμάκωση και ταχεία επίλυση του πολέμου», η απόφαση σηματοδοτεί σαφή σκλήρυνση της στάσης του πρωθυπουργού Κιρ Στάρμερ, ο οποίος αρχικά είχε απορρίψει το αίτημα της Ουάσινγκτον έως ότου διασφαλιστεί η νομιμότητα οποιασδήποτε επέμβασης.

Ο Στάρμερ αναθεώρησε μετά τις ιρανικές επιθέσεις κατά βρετανικών συμμάχων σε ολόκληρη τη Μέση Ανατολή, επιτρέποντας τη χρήση της βάσης RAF Fairford και της Ντιέγκο Γκαρσία για «αμυντικές» επιχειρήσεις με στόχο την εξουδετέρωση πυραυλικών υποδομών που χρησιμοποιούνται σε επιθέσεις εναντίον πλοίων στο Στενό του Ορμούζ.

Η μεταστροφή του έχει προκαλέσει έντονες αντιδράσεις στο εσωτερικό, καθώς οι δημοσκοπήσεις δείχνουν ευρύ σκεπτικισμό της κοινής γνώμης απέναντι στον πόλεμο και στις αμερικανο‑ισραηλινές επιχειρήσεις, με την πλειονότητα των Βρετανών να αντιτίθεται στη χρήση βρετανικών βάσεων για επιθέσεις κατά του Ιράν.

Η αλλαγή πορείας του Λονδίνου δεν πέρασε απαρατήρητη από τον πρόεδρο των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ, ο οποίος έχει κατ’ επανάληψη επιτεθεί δημοσίως στον Στάρμερ, κατηγορώντας τον ότι δεν προσφέρει επαρκή στήριξη στην αμερικανική εκστρατεία κατά της Τεχεράνης και υποβαθμίζοντας τη Βρετανία από «Rolls‑Royce των συμμάχων» σε εταίρο που τον έχει «απογοητεύσει».

Παρά τη σκληρή ρητορική από τον Λευκό Οίκο και τις εντεινόμενες στρατιωτικές κινήσεις στη Μέση Ανατολή, το Λονδίνο επιχειρεί να ισορροπήσει ανάμεσα στη στρατηγική συμμαχία με τις ΗΠΑ, τις νομικές δεσμεύσεις του διεθνούς δικαίου και την έντονη ανησυχία της βρετανικής κοινωνίας για τον κίνδυνο βαθύτερης εμπλοκής σε έναν ακόμη μακρόχρονο πόλεμο στη Μέση Ανατολή.