Ο δεύτερος γύρος του πολέμου κατά του Ιράν άφησε πίσω του ένα βαθιά πληγωμένο αλλά όχι ολοκληρωτικά εξουδετερωμένο πρόγραμμα πυρηνικών, σύμφωνα με την εκτενή ανάλυση του αναλυτή Ντέιβιντ Ολμπράιτ και της ομάδας του στο Institute for Science and International Security.
Από τα χτυπήματα σε κρυφά εργαστήρια μέχρι την πλήρη καταστροφή κρίσιμων υποδομών, το Ιράν βλέπει την ικανότητά του να κατασκευάσει πυρηνικό όπλο να δέχεται ένα από τα σοβαρότερα πλήγματα των τελευταίων δεκαετιών. Ωστόσο, η τεράστια ποσότητα ήδη εμπλουτισμένου ουρανίου παραμένει «κλειδωμένη» σε υπόγειες εγκαταστάσεις, κρατώντας ζωντανό τον πυρήνα της πυρηνικής απειλής.
Σύμφωνα με την ανάλυση, ο πόλεμος εξελίχθηκε σε δύο φάσεις: τις πρώτες ισοπεδωτικές επιθέσεις του Ιουνίου 2025, που διέλυσαν ουσιαστικά το πρόγραμμα φυγοκεντρητών και τον εμπλουτισμό ουρανίου, και τη δεύτερη φάση από 28 Φεβρουαρίου έως 7/8 Απριλίου 2026, που στόχευσε πιο «χειρουργικά» την ίδια τη διαδικασία κατασκευής πυρηνικού όπλου.
Στη δεύτερη φάση, το Institute for Science and International Security εντοπίζει τουλάχιστον έξι πυρηνικά ή πυρηνικά‑σχετιζόμενα sites που δέχθηκαν πλήγματα, με τον συνολικό αριθμό να μπορεί να φθάνει τα εννέα, ενώ ο συνολικός αριθμός εγκαταστάσεων που σχετίζονται με πυρηνικό εξοπλισμό και έχουν πληγεί και στις δύο φάσεις υπολογίζεται μεταξύ εννέα και δώδεκα. Παρά τις πρόσφατες εκτιμήσεις αμερικανικών υπηρεσιών πληροφοριών ότι τα χρονικά περιθώρια για ένα ιρανικό πυρηνικό όπλο δεν έχουν ουσιαστικά αλλάξει, ο Ολμπράιτ κρίνει πως η ορατή ζημιά στην υποδομή «weaponization» απαιτεί πολύ μεγαλύτερη εξήγηση και προσοχή.
Η νέα πραγματικότητα στα ιρανικά πυρηνικά
Κατά τη δεύτερη φάση του πολέμου, το κέντρο βάρους των επιθέσεων μετακινήθηκε από τον κλασικό εμπλουτισμό ουρανίου στη λεγόμενη «πυρηνικοποίηση», την ανάπτυξη, δοκιμή και τελική παραγωγή του ίδιου του πυρηνικού όπλου. Ο Ισραηλινός στρατός αναγνώρισε τουλάχιστον τέσσερις νέες εγκαταστάσεις σχετικές με πυρηνικό weaponization που χτυπήθηκαν, ενώ το Ινστιτούτο εντόπισε και επιπλέον ύποπτα σημεία, ανεβάζοντας τον αριθμό σε τέσσερα έως επτά μόνο για αυτή τη φάση.
Αν προστεθούν τα πέντε sites weaponization που είχαν πληγεί τον Ιούνιο του 2025, ο συνολικός αριθμός εγκαταστάσεων που εμπλέκονται στην ανάπτυξη και κατασκευή πυρηνικών όπλων φτάνει πλέον τις εννέα έως δώδεκα, πολλές εκ των οποίων είχαν ενισχυθεί ή αναβαθμιστεί μόλις τους τελευταίους μήνες ή χρόνια.
Ενδεικτικό της προσπάθειας ανασύστασης πυρηνικών ικανοτήτων είναι ο μυστικός χώρος Min‑Zadayi, ανατολικά της Τεχεράνης, τον οποίο οι IDF περιέγραψαν ως «μυστική πυρηνική έδρα» όπου ομάδα επιστημόνων εργαζόταν σε κρίσιμο στοιχείο του συστήματος πυρηνικών όπλων. Δημοσίευμα της Le Monde, που παραθέτει η ανάλυση, συνέδεσε το συγκρότημα με τη «μεταλλοποίηση» της πυρηνικής βόμβας – τη μετατροπή και κατεργασία ουρανίου σε μεταλλικό πυρήνα. Δορυφορικές εικόνες δείχνουν ισχυρά πλήγματα σε υπόγεια και ημιυπόγεια τμήματα της εγκατάστασης, με τη ζημιά να εστιάζει ακριβώς στις υποδομές που θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν για την παραγωγή μεταλλικού πυρήνα υψηλού εμπλουτισμού.
Πυρηνικά υπό πολιορκία: από το Taleghan 2 έως τα πανεπιστήμια
Κομβικό ρόλο στο δίκτυο πυρηνικών έπαιξε και το Taleghan 2, μέσα στο στρατιωτικό σύμπλεγμα του Παρτσίν, ένας ιστορικά γνωστός χώρος δοκιμών για την ανάπτυξη της πυρηνικής γόμωσης του Ιράν. Πρόκειται για το κτίριο όπου, σύμφωνα με το Ινστιτούτο, φιλοξενούνταν θαλαμίσκοι υψηλών εκρήξεων και συστήματα flash x‑ray για δοκιμές της «πολλαπλής ανάφλεξης» της γόμωσης, κρίσιμης για τη συμπίεση του πυρηνικού πυρήνα. Παρά την ανακατασκευή και βαριά θωράκιση του κτιρίου μετά από προηγούμενο βομβαρδισμό, οι νεότερες δορυφορικές εικόνες καταγράφουν τρεις μεγάλους κρατήρες από διατρητικές βόμβες που διείσδυσαν στο ενισχυμένο κέλυφος και κατέστρεψαν τον βασικό εσωτερικό χώρο με τον εξοπλισμό δοκιμών.
Η σκιά των πυρηνικών απλώθηκε και πάνω από πανεπιστημιακά ιδρύματα, τα οποία, σύμφωνα με τον Ολμπράιτ, λειτουργούσαν ως κρίσιμος βραχίονας έρευνας και ανάπτυξης για το SPND – τη μετεξέλιξη του προγράμματος Amad. Στον χώρο της Malek Ashtar University, δίπλα στο ήδη χτυπημένο Mojdeh (Lavisan 2), καταστράφηκε ολοσχερώς ένα νέο, μεγάλο κτίριο τύπου εργαστηρίου μηχανικής, ενώ αργότερα επλήγη και άλλο κτίριο που ο ισραηλινός στρατός περιέγραψε ως «στρατηγικό κέντρο R&D για την ανάπτυξη εξαρτημάτων παραγωγής πυρηνικών όπλων». Αντίστοιχες επιθέσεις σημειώθηκαν στο Imam Hussein University, κεντρικό πανεπιστήμιο των Φρουρών της Επανάστασης, όπου δορυφορικές εικόνες δείχνουν την πλήρη ισοπέδωση κτιρίου «Physics Center» που οι IDF χαρακτήρισαν ως πυρήνα του «ιρανικού πυρηνικού προγράμματος».
Παράλληλα, το Ινστιτούτο καταγράφει πλήγματα και σε άλλες πανεπιστημιακές εγκαταστάσεις με πιθανή σχέση με πυρηνικό weaponization, όπως το Shahid Beheshti University, το οποίο είχε στο παρελθόν κατονομαστεί σε εσωτερικό ιρανικό έγγραφο ως χώρος προστασίας ικανότητας γύρω από νετρονικό εκκινητή πυρηνικής βόμβας. Αν και οι ζημιές που εντοπίζονται εκεί είναι περιορισμένες, το μήνυμα προς τα πανεπιστημιακά «βραχίονες» του προγράμματος πυρηνικών είναι σαφές: δεν θεωρούνται πλέον άβατο.
Καίριο χτύπημα σε καύσιμα, αλλά τα αποθέματα πυρηνικών παραμένουν
Ιδιαίτερη βαρύτητα στην έκθεση του Institute for Science and International Security δίνεται στα πλήγματα σε δύο κρίσιμους κρίκους του καυσίμου κύκλου των πυρηνικών, πέρα από τον εμπλουτισμό: το εργοστάσιο παραγωγής κίτρινου κέικ στο Ardakan και την εγκατάσταση βαρέος ύδατος στο Αράκ. Στο Ardakan, οι αεροπορικές επιδρομές κατέστρεψαν τα κύρια και βοηθητικά κτίρια επεξεργασίας, αφήνοντας την εγκατάσταση, όπως σημειώνει η ανάλυση, πλήρως «ανενεργή» και διακόπτοντας μια βασική πηγή οξειδίου ουρανίου από το ορυχείο Saghand και μελλοντικές πηγές όπως το Narigan. Στο Αράκ, το εργοστάσιο παραγωγής βαρέος ύδατος χτυπήθηκε εκ νέου, αυτή τη φορά και στα τρία στάδια παραγωγής, με αποτέλεσμα να τίθεται εντελώς εκτός λειτουργίας, στερώντας από την Τεχεράνη ένα σημαντικό έσοδο δεκάδων εκατομμυρίων δολαρίων ετησίως αλλά και κρίσιμη πρώτη ύλη για αντιδραστήρες τύπου IR‑40.
Την ίδια ώρα, η εικόνα σε κομβικά συγκροτήματα εμπλουτισμένου ουρανίου, όπως η Νατάνζ και η Εσφαχάν, είναι πιο περίπλοκη. Στο Natanz Nuclear Complex, οι τελευταίες επιθέσεις του 2026 δεν στόχευσαν νέες υποδομές εμπλουτισμού, οι οποίες ήδη είχαν καταστραφεί το 2025, αλλά κατέστρεψαν τις προσβάσεις (οχήματα και προσωπικό) προς τις υπόγειες αίθουσες εμπλουτισμού και εσωτερικούς ελέγχους ασφαλείας, κάνοντας την είσοδο και οποιαδήποτε απόπειρα αποκατάστασης πιο ανιχνεύσιμη και χρονοβόρα. Στην Εσφαχάν, το Ινστιτούτο σημειώνει ότι τα τούνελ που φιλοξενούν πάνω από το μισό απόθεμα ουρανίου εμπλουτισμένου στο 60%, και πιθανώς και υλικό στο 20%, είχαν ήδη υποστεί σοβαρές ζημιές από τον Ιούνιο 2025, με τις ιρανικές αρχές να σφραγίζουν εκ νέου όλες τις εισόδους με χώμα και να προσθέτουν οδοφράγματα.
Κομβική παρατήρηση της έκθεσης είναι ότι σημαντικές ποσότητες εμπλουτισμένου ουρανίου – περί τους δέκα τόνους συνολικά, συμπεριλαμβανομένων περίπου 440 κιλών υψηλού εμπλουτισμού – παραμένουν παγιδευμένες σε υπόγειες εγκαταστάσεις όπως η Νατάνζ (Pickaxe Mountain) και η Εσφαχάν. Ο Ολμπράιτ υπογραμμίζει ότι αυτή η «εγκλωβισμένη» φύση του υλικού, σε συνδυασμό με την αυξημένη δυνατότητα παρακολούθησης οποιασδήποτε κίνησης, καθιστά πιο δύσκολη τη μυστική χρήση του, αλλά δεν αναιρεί την αξία του ως στρατηγικού αποθεματικού για μελλοντική απόπειρα «break‑out».
Το ανθρώπινο κεφάλαιο των πυρηνικών στο στόχαστρο
Πέρα από τις εγκαταστάσεις, ο δεύτερος γύρος του πολέμου στοχεύει ευθέως και στο ανθρώπινο κεφάλαιο των ιρανικών πυρηνικών. Την πρώτη ημέρα του πολέμου, όπως υπενθυμίζει η έκθεση, οι IDF ανακοίνωσαν τη δολοφονία μελών του ιρανικού Συμβουλίου Άμυνας, περιλαμβανομένων του νυν και του πρώην επικεφαλής του SPND, Χουσεΐν Τζαμπάλ Αμελιάν και Ρεζά Μοζαφαρί Νία, καθώς και του Αλί Σαμχανί, ο οποίος είχε διαδραματίσει κεντρικό ρόλο στην απόφαση για το «κρίσης» πρόγραμμα πυρηνικών όπλων Amad στα τέλη της δεκαετίας του 1990. Σε επόμενες ανακοινώσεις το Ισραήλ ανέφερε την εξουδετέρωση επιπλέον πυρηνικών επιστημόνων, χωρίς όμως να δώσει αυτή τη φορά πλήρεις λίστες ονομάτων όπως το 2025.
Από ανοικτές πηγές, που συγκεντρώνει η ανάλυση, προκύπτουν μόνο δύο επιβεβαιωμένα ονόματα: ο Χοσεΐν Ζακί Ντιζατζί, συνδεδεμένος με το Imam Hossein University και παλαιότερο μέλος του προγράμματος Amad, με εκτενή έργα σε ανίχνευση ταχέων νετρονίων και κωδικοποίηση ακτινοπροστασίας, και ο Μοχαμάντ Ρεζά Κία από το Amirkabir University, με δημοσιεύσεις σε πεδία δοσιμετρίας ακτινοβολίας. Ο Ολμπράιτ και η ομάδα του ξεχωρίζουν τη διαφορά ανάμεσα στη «γνώση», που θεωρητικά δεν καταστρέφεται, και στο «know‑how», δηλαδή τη συσσωρευμένη, πρακτική εμπειρία, η οποία, ιδίως σε μυστικά προγράμματα πυρηνικών όπλων, είναι πολύ πιο δύσκολο και χρονοβόρο να ανασυσταθεί.
Πόσο έχουν πραγματικά καθυστερήσει τα ιρανικά πυρηνικά;
Στο τελικό του συμπέρασμα, το Institute for Science and International Security αποδίδει στα χτυπήματα των δύο φάσεων «σημαντική αύξηση» τόσο του χρόνου που θα χρειαστεί το Ιράν για να ολοκληρώσει ένα πυρηνικό όπλο, όσο και της πιθανότητας αποτυχίας αν επιχειρήσει να το κάνει. Πριν από τον πόλεμο του Ιουνίου 2025, η Τεχεράνη, κατά την εκτίμηση του Ολμπράιτ, μπορούσε να ολοκληρώσει ένα μη‑πυραυλικά εκτοξευόμενο πυρηνικό όπλο με σχεδόν 100% βεβαιότητα σε λιγότερο από έξι μήνες· σήμερα, ακόμα και αν επιχειρήσει ένα «break‑out» στους επόμενους εννέα, δώδεκα ή είκοσι τέσσερις μήνες, η τεχνική βεβαιότητα επιτυχίας είναι σαφώς χαμηλότερη. Αυτή η πραγματική πιθανότητα αποτυχίας, τονίζει η έκθεση, μπορεί να λειτουργήσει ως αποτρεπτικός παράγοντας σε μια πολιτική απόφαση υπέρ της κατασκευής πυρηνικού όπλου, ακόμα και αν το νέο ιρανικό καθεστώς εμφανίζεται πιο αποφασισμένο από ποτέ να ακολουθήσει τον δρόμο των πυρηνικών.
Παρά ταύτα, ο Ολμπράιτ επισημαίνει ότι χωρίς ένα διαπραγματευτικό πλαίσιο που θα οδηγήσει σε απομάκρυνση ή υποβάθμιση (down‑blending) των αποθεμάτων εμπλουτισμένου ουρανίου σε επίπεδα φυσικού ουρανίου, τα περιθώρια για ένα μυστικό πρόγραμμα εμπλουτισμού και ένα αιφνίδιο «άλμα» προς οπλικό βαθμό εμπλουτισμού δεν μπορούν να αποκλειστούν. Η νέα πραγματικότητα των ιρανικών πυρηνικών, όπως αναδεικνύεται από την ανάλυση του Institute for Science and International Security, είναι ένα περίπλοκο μίγμα βαθιάς τεχνολογικής υποβάθμισης, υπαρκτής ακόμη πρώτης ύλης και πολιτικής βούλησης – ένα εκρηκτικό τρίγωνο που θα συνεχίσει να απασχολεί τη διεθνή κοινότητα