Η ατμόσφαιρα στο υπόγειο καταφύγιο του Γερμανού φύρερ Αδόλφου Χίτλερ την 20ή Απριλίου 1945, ανήμερα των πεντηκοστών έκτων γενεθλίων του, ήταν περισσότερο πένθιμη παρά εορταστική. Σε τίποτα δεν θύμιζε τη λαμπρότητα και την επισημότητα των προηγούμενων ετών. Ο πανίσχυρος διαμορφωτής του Τρίτου Ράιχ που με τις αλαζονικές επιδιώξεις του είχε αιματοκυλίσει την υφήλιο από το Σεπτέμβριο του 1939 που ξέσπασε ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος, βρισκόταν τώρα κρυμμένος περίπου 8,5 μέτρα κάτω από τον κήπο της καγκελαρίας, στο Βερολίνο. Λίγα χιλιόμετρα μακρύτερα, οι σοβιετικές δυνάμεις έχουν ξεκινήσει να σπάνε τις γερμανικές γραμμές. Ο Κόκκινος Στρατός ετοιμάζεται να περικυκλώσει την πρωτεύουσα, μπλοκάροντας κάθε πιθανή έξοδο. Η πόλη δέχεται ανελέητο βομβαρδισμό.
Ο Γερμανός δικτάτορας είναι εμφανώς καταβεβλημένος. Τι θα μπορούσε άραγε να του ευχηθεί το υπηρετικό προσωπικό που βρίσκεται μαζί του στο καταφύγιο; Χρόνια πολλά; Νίκη κατά του εχθρού; Μακροημέρευση του Ράιχ; Όλα φαίνονται πλέον παράταιρα. Παρόλα αυτά, συγκεντρώνονται για να του δώσουν τις ευχές τους -έστω και τυπικά, με πρώτους τον αρχι-υπασπιστή στρατηγό Βίλχελμ Μπούργκντορφ, τον ανώτατο στρατιωτικό της ναζιστικής παραστρατιωτικής οργάνωσης των Ες Ες (SS-Gruppenführer) Χέρμαν Φέγκελαϊν (ο οποίος είχε νυμφευτεί πρόσφατα με την Γκρετλ Μπράουν, αδελφή της συμβίας του Χίτλερ Εύας Μπράουν την οποία ο φύρερ θα παντρευόταν 9 ημέρες αργότερα με μια σύντομη πολιτική τελετή στο καταφύγιο) και τον επί μακρόν υπηρέτη γενικών καθηκόντων Γιούλιους Σάουμπ, ο οποίος ήταν μέλος του προσωπικού του από τα μέσα της δεκαετίας του 1920. Ο πάλαι ποτέ κραταιός ηγέτης του Εθνικοσοσιαλιστικού Εργατικού Κόμματος άρχισε να σέρνει το βήμα του κατά μήκος των παρατεταγμένων ανέκφραστων υπηρετών και συνεργατών του, προκειμένου να δεχτεί τις ψιθυριστές ευχές τους και τις άτονες χειραψίες που ακολούθησαν.
Αυτοκτόνησε δύο ημέρες μετά την εκτέλεση του Μουσολίνι
Οι τελευταίες μέρες και ακόμη περισσότερο οι τελευταίες ώρες του φύρερ τέτοιο καιρό πριν από 81 χρόνια, ήταν δραματικές. Τις περιγράφει αναλυτικά ο Βρετανός ιστορικός lan Kershaw, που θεωρείται αυθεντία στη γερμανική ιστορία του 20ού αιώνα, στο πολυσέλιδο βιβλίο του με τίτλο «Χίτλερ», που κυκλοφορεί στα ελληνικά από τις εκδόσεις Μεταίχμιο. Ο συγγραφέας είναι μέλος της Βρετανικής Ακαδημίας και έχει συνεργαστεί με το BBC ως επιστημονικός σύμβουλος σε σειρές ντοκιμαντέρ για τον Β΄ Παγκόσμιο πόλεμο. Μάλιστα για την προσφορά του στην επιστήμη της Ιστορίας τιμήθηκε από το γερμανικό κράτος με τον Ομοσπονδιακό Σταυρό Αξίας, με το μετάλλιο Norton Medlicott της Historical Association, ενώ το 2002 χρίστηκε ιππότης από τη βασίλισσα της Αγγλίας, Ελισάβετ.

Θα πρέπει να έχουμε κατά νου ότι ο Αδόλφος Χίτλερ αυτοκτόνησε δύο ημέρες μετά την εκτέλεση του Ιταλού φασίστα Μπενίτο Μουσολίνι. Είχε μάθει πως ο τρόπον τινά φίλος του, είχε συλληφθεί από παρτιζάνους την ώρα που προσπαθούσε να διαφύγει στην Ελβετία και πως τον είχαν εκτελέσει. Δεν είναι γνωστό ωστόσο αν είχε πληροφορηθεί και τις λεπτομέρειες για τον τρόπο του θανάτου του: ο Μουσολίνι κρεμάστηκε ανάποδα σε μια πλατεία του Μιλάνου, μαζί με την ερωμένη του Κλάρα Πετάτσι, και λιθοβολήθηκαν από τον όχλο. Αν είχε πληροφορηθεί όλες τις φρικιαστικές λεπτομέρειες, το μόνο αποτέλεσμα που θα μπορούσε να έχει αυτό πάνω του, θα ήταν να του ενισχύσει την επιθυμία του ν’ αυτοκτονήσει προτού να είναι πολύ αργά και να φροντίσει ώστε να μην πέσει το πτώμα στα χέρια των εχθρών του.
Οι Σοβιετικοί πλησιάζουν επικίνδυνα
Την Κυριακή 29 Απριλίου 1945 (μια μέρα μετά την εκτέλεση του Μουσολίνι και μια πριν την αυτοκτονία του Χίτλερ), ο στρατηγός του πυροβολικού Χέλμουτ Βάιντλινγκ, που είχε αναλάβει την άμυνα του Βερολίνου σπεύδει να ενημερώσει τον Γερμανό ηγέτη ότι οι Ρώσοι θα έφταναν στην Καγκελαρία του Ράιχ το αργότερο μέχρι την 1η Μαΐου. Ο χρόνος που απέμενε ήταν ελάχιστος. Οι ήχοι που φτάνουν στο καταφύγιο από τους βομβαρδισμούς γίνονται όλο και εντονότεροι.
Η αυτοκτονία φάνταζε μονόδρομος για τον Χίτλερ. Το ανακοινώνει στους συνεργάτες του, εξηγώντας πως θα ήταν καλύτερη επιλογή μια σφαίρα στο στόμα από το να αιχμαλωτιστεί από τους Σοβιετικούς και να γίνει δημόσιο θέαμα. Έσφιξε ένα-ένα τα χέρια όλων των παριστάμενων, τους ευχαρίστησε για τις υπηρεσίες που πρόσφεραν όλα τα προηγούμενα χρόνια, τους απάλλαξε από τον όρκο πίστης που είχαν δώσει σ’ αυτόν και τους είπε ότι ήλπιζε φεύγοντας από το καταφύγιο, να καταφέρουν να φτάσουν πρώτα στους Βρετανούς ή τους Αμερικανούς και όχι στους Ρώσους. Είχε αποφασίσει να βάλει τέλος στη ζωή του την επόμενη μέρα, Δευτέρα 30 Απριλίου 1945.

Τα πολεμοφόδια τελείωσαν
Τα χαράματα, το σοβιετικό πυροβολικό άρχισε να βομβαρδίζει ακατάπαυστα την Καγκελαρία του Ράιχ και τα γειτονικά κτίρια. Όπως αναφέρει ο ιστορικός lan Kershaw, «ο Χίτλερ ρώτησε, λίγο αργότερα, τον διοικητή του «οχυρού» SS-Obergruppenführer Βίλχελμ Μόνκε πόσο θα μπορούσε να κρατήσει ακόμη. Δύο ή τρεις μέρες το πολύ, ήταν η απάντηση. Κατά την τελευταία σύσκεψη, αργά το πρωί, ο διοικητής του Βερολίνου στρατηγός Χέλμουτ Βάιντλινγ ήταν ακόμα πιο απαισιόδοξος. Τα πολεμοφόδια τελείωναν οσονούπω· οι από αέρος προμήθειες είχαν εξαντληθεί και αποκλειόταν οποιοσδήποτε ανεφοδιασμός· το ηθικό είχε καταπέσει· οι μάχες διεξάγονταν τώρα σε ένα πολύ μικρό κομμάτι της πόλης. Η μάχη του Βερολίνου, κατά πάσα πιθανότητα, κατέληξε, θα τελείωνε το ίδιο βράδυ. Μετά από μακρά σιωπή, ο Χίτλερ, με κουρασμένη φωνή, ζήτησε τη γνώμη του Μόνκε. Ο διοικητής συμφώνησε με τον προλαλήσαντα».
Ο φύρερ, εξουθενωμένος, σηκώθηκε αργά από την καρέκλα του. Ο Βάιντλινγκ τον πίεσε να αποφασίσει αν, στην περίπτωση ολοκληρωτικής έλλειψης πυρομαχικών, θα έπρεπε να αποπειραθούν, οι αμυνόμενοι μια έξοδο. Ο Χίτλερ έδωσε την άδεια -την οποία επικύρωσε γραπτώς- να προσπαθήσουν να βγουν σε μικρές ομάδες. Αρνήθηκε όμως για μια ακόμη φορά κατηγορηματικά την παράδοση της πρωτεύουσας.

«Έχει έρθει η ώρα»
Έστειλε να φωνάξουν τον Μάρτιν Μπόρμαν, τον επικεφαλής της Καγκελαρίας και ένα από τα πιο επιδραστικά στελέχη του ναζιστικού καθεστώτος, που τα τελευταία χρόνια είχε μεταξύ άλλων και τον ρόλο του φίλτρου πρόσβασης προς τον Αδόλφο Χίτλερ. Είχε πάει ήδη μεσημέρι. Του είπε ότι είχε έρθει η ώρα. Θα αυτοκτονούσε με μία σφαίρα πριν το απόγευμα. Θα αυτοκτονούσε επίσης μαζί του και η Εύα Μπράουν, η επί 13 χρόνια ερωμένη του και σύζυγος για σχεδόν ένα εικοσιτετράωρο καθώς την προηγούμενη μέρα τελέστηκε στο καταφύγιο μια σεμνή τελετή πολιτικού γάμου με την ίδια να φορά ένα μαύρο μεταξένιο φόρεμα. Τα πτώματά τους έπρεπε να καούν προκειμένου ο εχθρός να μην τους εξευτελίσει. Εν συνεχεία, κάλεσε τον προσωπικό του υπασπιστή SS-Sturmbannführer Ότο Γκούνσε και του ανέθεσε να κανονίσει την αποτέφρωση και να διασφαλίσει ότι όλα θα γίνονταν σύμφωνα με τις οδηγίες του. Ο Χίτλερ ήταν ήρεμος και συγκεντρωμένος. Ο Γκούνσε, λιγότερο ήρεμος, έτρεξε αμέσως να τηλεφωνήσει στον οδηγό του Χίτλερ Έριχ Κέμπκα, για να τον στείλει να βρει όση βενζίνη μπορούσε. Του είπε ότι η αποστολή ήταν κατεπείγουσα. Οι Σοβιετικοί θα έφταναν στον κήπο της Καγκελαρίας από στιγμή σε στιγμή.

Το τελευταίο γεύμα
Ο Χίτλερ γευμάτισε, όπως συνήθιζε, γύρω στη 1 μ.μ. με τις γραμματείς του Τράουντλ Γιούνγκε και Γκέρντα Κρίστιαν και με τη διαιτολόγο -μαγείρισσά του δεσποινίδα Μαντσιάρλι. Η γυναίκα του, Εύα Μπράουν, δεν ήταν εκεί. «Ο Χίτλερ ήταν ατάραχος, και δεν άφησε κανένα υπονοούμενο για τον επικείμενο θάνατό του», διαβάζουμε. Λίγο μετά το τέλος του γεύματος, ο υπασπιστής του είπε στις γραμματείς ότι ο φύρερ επιθυμούσε να τις αποχαιρετήσει. Περισσότερο σκυφτός από ποτέ, ντυμένος, όπως συνήθιζε, με το σακάκι της στολής του και μαύρο παντελόνι, εμφανίστηκε αυτή τη φορά μαζί με την Εύα Μπράουν στο πλευρό του, η οποία φορούσε σκουρόχρωμο μπλε φόρεμα με λευκή δαντέλα στον λαιμό, που σχημάτισε τριαντάφυλλα. Έτεινε το χέρι του και τους χαιρέτισε όλους, μουρμούρισε μερικές λέξεις και επέστρεψε στο γραφείο του.
Προσπάθεια να μεταπειστεί
Η Εύα Μπράουν πήγε μαζί με τη Μάγκντα Γκέμπελς στο δωμάτιο της τελευταίας. Η Μάγκντα ήταν η σύζυγος του ραδιούργου επικεφαλής του μηχανισμού προπαγάνδας του Εθνικοσοσιαλιστικού Κόμματος και Υπουργού Προπαγάνδας του Ράιχ, Γιόζεφ Γκέμπελς. Ο φύρερ την εκτιμούσε και μερικές μέρες νωρίτερα, της είχε καρφιτσώσει τη χρυσή κομματική κονκάρδα του – ένα ενδεικτικό ενθύμιο εκτίμησης σε μία από τις πλέον ένθερμες θαυμάστριές του. Εκείνη έκλαιγε ασταμάτητα. Δεν ήταν μόνο σίγουρη ότι αυτό έπρεπε να είναι το ταιριαστό τέλος του φύρερ που η ίδια λάτρευε, αλλά και ότι μέσα σε λίγες ώρες η ίδια θα αφαιρούσε μαζί με τη δική της ζωή και τη ζωή των έξι παιδιών της, τα οποία έπαιζαν ακόμη χαρούμενα στους διαδρόμους του καταφυγίου. Τρομερά ταραγμένη, η Μάγκντα επανεμφανίστηκε αμέσως, ζητώντας από τον υπασπιστή Γκούνσε να την πάει να μιλήσει ξανά με τον Χίτλερ. Ο Χίτλερ δέχτηκε με κάποια δυσφορία, και πήγε να δει τη Μάγκντα. Λέγεται ότι εκείνη τον παρακάλεσε, για τελευταία φορά, να εγκαταλείψει το Βερολίνο. Η απάντηση ήταν αναμενόμενη και χωρίς ίχνος συγκίνησης. Μέσα σε ένα λεπτό, ο Χίτλερ δρασκέλιζε για τελευταία φορά το κατώφλι του γραφείου του. Η Εύα Μπράουν τον ακολούθησε σχεδόν αμέσως. Η ώρα ήταν λίγο πριν από τις τρεισήμισι» αναφέρει ο Βρετανός ιστορικός στο βιβλίο του.
Το ζευγάρι κλείνεται στο δωμάτιο
Ο Χίτλερ ήθελε να πεθάνει ακριβώς την ίδια στιγμή με τη σύζυγό του, Εύα Μπράουν. «Ο καλύτερος τρόπος να πυροβολήσεις τον εαυτό σου είναι στο στόμα. Το κρανίο σου θρυμματίζεται και δεν καταλαβαίνεις τίποτα, ο θάνατος είναι ακαριαίος», είχε αναφέρει νωρίτερα. Η Εύα ήταν τρομοκρατημένη. «Θέλω να είμαι ένα όμορφο πτώμα… Θα πάρω δηλητήριο» αναφέρει και βγάζει από την τσέπη της ένα ορειχάλκινο κουτί που περιείχε φιαλίδιο υδροκυανίου.

Το ζευγάρι κλείνεται στο δωμάτιο, με τον υπασπιστή να στέκεται έξω από την πόρτα φρουρός. Όλοι όσοι βρίσκονται στο καταφύγιο παραμένουν βουβοί. Ο μόνος θόρυβος που ακούγεται είναι αυτός της ντιζελομηχανής για τον εξαερισμό και σποραδικά οι βολές πυροβολικού των Σοβιετικών που πλησιάζουν επικίνδυνα.
Ο Χίτλερ είχε πάρει μαζί του δύο πιστόλια για την περίπτωση που το ένα μπλοκάρει. Ομοίως υπάρχουν στον χώρο και δύο κάψουλες με υδροκυάνιο. Η Εύα Μπράουν ανησυχεί πως μπορεί να χάσει την αποφασιστικότητά της αν ο άνδρας της πεθάνει πρώτος. Ένας από τους γιατρούς της Καγκελαρίας, ο Γουέρνερ Χάασε τής έχει συστήσει να δαγκώσει την κάψουλα τη στιγμή που θα ακούσει τον πυροβολισμό.
Η δυνατή οσμή πικραμύγδαλου
Στο πάνω πάτωμα του καταφυγίου, τα παιδιά του Γκέμπελς τρώνε αργά το μεσημεριανό τους γεύμα, όταν ξαφνικά, ακούν τον ήχο πυροβολισμού. Μπάμ! Οι συνεργάτες του Χίτλερ ανοίγουν την πόρτα του γραφείου και τον αντικρίζουν νεκρό. «Το αίμα έρεε από την οπή που είχε ανοίξει η σφαίρα στο δεξί μέρος του κεφαλιού του. Το πιστόλι του, ένα Βάλτερ διαμετρήματος 7,65 χιλιοστών, ήταν πεσμένο δίπλα στο πόδι του» διαβάζουμε. Η Εύα Μπράουν έχει σωριαστεί αριστερά του, με το δηλητήριο να έχει παραμορφώσει ελαφρώς το πρόσωπό της. Από το κορμί της αναδύεται μια δυνατή οσμή πικραμύγδαλου, η χαρακτηριστική οσμή του πανίσχυρου πρωσικού οξέος που είχε λάβει.

Απέμενε πλέον μόνο το τελευταίο ξόδι. Αυτό δεν επρόκειτο να καθυστερήσει για πολύ την έξοδο των ενοίκων του καταφυγίου. Ο άνθρωπος που, όσο ζούσε, είχε διαφεντέψει τη ζωή τους μέχρι τέλους ήταν τώρα απλώς ένα πτώμα από το οποίο έπρεπε το γρηγορότερο δυνατόν ν’ απαλλαγούν. Με τους Ρώσους προ των πυλών της Καγκελαρίας του Ράιχ οι έγκλειστοι έπρεπε να βιαστούν. Ο υπηρέτης του Χίτλερ Χάιντς Λίνγκε φέρνει εσπευσμένα κουβέρτες και τυλίγει τις σωρούς που παραλαμβάνουν άνδρες των SS ώστε να τις μεταφέρουν στον κήπο.
Η στιγμή της αποτέφρωσης
Τα πτώματα τοποθετούνται πλάι πλάι σε ένα επίπεδο, ξέφωτο και αμμώδες έδαφος, το οποίο απείχε μόλις τρία μέτρα από την είσοδο του καταφυγίου. Δεν υπάρχει ο χρόνος για την αναζήτηση καταλληλότερου μέρους. Όπως σημειώνει ο ιστορικός lan Kershaw «ακόμα κι εκεί που βρισκόταν, δίπλα στην πόρτα του καταφυγίου, τα πράγματα ήταν πολύ επικίνδυνα, καθώς μια ακατάπαυστη βροχή από οβίδες των σοβιετικών πυροβολαρχιών συνέχιζε να πέφτει σε όλη την περιοχή, συμπεριλαμβανομένου του κήπου». Οι σωροί περιλούστηκαν με βενζίνη και με τη βοήθεια ενός κομματιού χαρτιού που χρησιμοποιήθηκε ως πυρσός, έβαλαν φωτιά.
Αμέσως μετά, όσοι ήταν παρόντες επέστρεψαν στην ασφάλεια της εισόδου του καταφυγίου. Κάποιος έκλεισε ταχύτατα την πόρτα, αφήνοντας μια μικρή χαραμάδα, μέσα από την οποία είδαν μια κόλαση φωτιάς να τυλίγει τα περιλουσμένα με βενζίνη πτώματα. Τα χέρια υψώθηκαν προς στιγμήν σε ένα ύστατο «Χάιλ, Χίτλερ» και οι λιγοστοί πενθούντες κατέβηκαν βιαστικά στο καταφύγιο, μακριά από τις επικίνδυνες οβίδες. Καθώς οι φλόγες κατέτρωγαν τα πτώματα μέσα σ’ ένα ταιριαστό σκηνικό που θύμιζε κόλαση, ούτε ένας από τους πιστότερους ακολούθους του δεν βρέθηκε να παρακολουθήσει το τέλος του ηγέτη που μόλις μερικά χρόνια πριν ηλέκτριζε εκατομμύρια ανθρώπων.

Το ζεύγος Γκέμπελς σκοτώνει τα έξι παιδιά του
Αργά το απόγευμα, η Μάγκντα Γκέμπελς έβαλε τα έξι παιδιά της για ύπνο. Την επόμενη μέρα θα τους έλεγε ότι πρέπει να κάνουν εμβόλιο. Στην πραγματικότητα θα τους έδινε μορφίνη για να λιποθυμήσουν. Κι έτσι έγινε. Καθώς κοιμόντουσαν λιπόθυμα, ένας από τους γιατρούς της καγκελαρίας φρόντισε να βάλει μια κάψουλα υδροκυανίου ανάμεσα στα δόντια του κάθε παιδιού. Δεν ξύπνησαν ποτέ. Αμέσως μετά, οι γονείς τους θα ανέβαιναν στον κήπο και θα αυτοκτονούσαν μαζί.
Για την ιστορία, τα ονόματα όλων των παιδιών τους είχαν φροντίσει να ξεκινάνε από το γράμμα «H»: Helga, Hildegard, Helmut, Holdine, Hedwig και Heidrun. Όπως του Χίτλερ (Hitler)…