Πρόσθεσε το Newsbeast στις προτεινόμενες πηγές σου στη Google

Μέσα Μαρτίου του 1917, στην κορύφωση του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, η Ευρώπη συνταράσσεται από την παραίτηση του Ρώσου αυτοκράτορα, τσάρου Νικόλαου Β΄, υπό το βάρος της κοινωνικής κρίσης που μαστίζει την αχανή χώρα αλλά και των ανελέητων συγκρούσεων στα πεδία των μαχών εναντίον των Κεντρικών Δυνάμεων που αποτελούνταν από το Γερμανικό Ράιχ, την Αυστροουγγαρία και την Ιταλία.

Ο 47χρονος, Βλαντίμιρ Λένιν, αντιλαμβάνεται πως τώρα είναι η μεγάλη ευκαιρία που αναζητούσε, προκειμένου να εξαπλώσει τις ιδέες του κομμουνισμού στη χώρα του. Βρίσκεται όμως πολύ μακριά, στην ουδέτερη Ελβετία, καθώς έχει εγκαταλείψει τη Ρωσία από το 1900 λόγω διωγμών που είχε υποστεί αυτός και οι πολιτικοί του σύντροφοι από την τσαρική αστυνομία. Αναζητεί τρόπο να επιστρέψει με κάθε κόστος. Αποφασίζει να κάνει το ταξίδι του γυρισμού με τρένο.

Στις 9 Απριλίου 1917 θα πάρει από τον σιδηροδρομικό σταθμό της Ζυρίχης τον συρμό που κατευθύνεται προς τη ρωσική πρωτεύουσα, την Αγία Πετρούπολη («Πέτρογκραντ» όπως λεγόταν εκείνη την εποχή), πράγμα που σήμαινε ότι είναι έτοιμος να διασχίσει μια ολόκληρη ήπειρο που βρισκόταν σε πόλεμο. Μαζί βρίσκεται η σύζυγός του και ορισμένοι εξόριστοι μπολσεβίκοι, που επίσης ζουν στο εξωτερικό, μαζί με τις οικογένειές τους. Συνολικά περίπου 30 άτομα. Όλοι τους θα μπουν σε ένα και μόνο βαγόνι, το οποίο μισθώνεται για αυτόν τον λόγο, ώστε να μην έχουν άλλους μαζί τους. Δεν επρόκειτο για μια ολόκληρη αμαξοστοιχία, αλλά ουσιαστικά για ένα μόνο βαγόνι.

Πώς όμως θα καταφέρουν να φθάσουν αλώβητοι στην πατρίδα τους, χωρίς να γίνουν αντιληπτοί από τους Γερμανούς που κατέσφαζαν εκατοντάδες χιλιάδες Ρώσους στρατιώτες στο Ανατολικό Μέτωπο από το 1914; Συνδρομή από τους Συμμάχους (Γάλλους και Βρετανούς) δεν θα υπήρχε καμία περίπτωση να έχει. Για ποιον λόγο άλλωστε να διευκολύνουν έναν επαναστάτη που ζητούσε την άμεση αποχώρηση της Ρωσίας από τον πόλεμο;

Ο ίδιος γνώριζε επίσης καλά πως με το που θα έβγαινε από τα σύνορα της Ελβετίας, θα έμπαινε στην εμπόλεμη ζώνη, την οποία ήλεγχαν οι γερμανικές και αυστριακές δυνάμεις. Σχεδόν σε κάθε σταθμό στρατιώτες θα έμπαιναν στο τρένο ψάχνοντας έναν προς έναν τους επιβάτες. Κι, όμως, το βαγόνι του Λένιν δεν το έλεγξε κανένας, δεν το πείραξε κανείς! Έφτασε κανονικά στο Πέτρογκραντ, διεκδικώντας την εξουσία για λογαριασμό των μπολσεβίκων.

Η ιστορία από εκεί και πέρα είναι γνωστή. Μέσα στους επόμενους μήνες θα ξεσπούσε η Οκτωβριανή Επανάσταση του 1917 ανατρέποντας την προσωρινή κυβέρνηση, βγάζοντας επισήμως τη Ρωσία από τον πόλεμο αφού πρώτα παρέδωσε μεγάλες εκτάσεις εδαφών στις Κεντρικές Δυνάμεις (μεταξύ άλλων παραχωρήθηκε η Ουκρανία και περιοχές της Βαλτικής) και εγκαθιδρύοντας κομμουνιστικό καθεστώς, στοχεύοντας με αυτόν τον τρόπο σε μια κοινωνία χωρίς τάξεις και ιδιωτική ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής.

Το καίριο ερώτημα όμως παραμένει: Πώς κατάφερε να φθάσει σώος και αβλαβής ο Βλαντίμιρ Ιλίτς Λένιν και οι σύντροφοί του στη ρωσική πρωτεύουσα; Με ποιον τρόπο κατάφερε ξεκινώντας από την Ελβετία να διασχίσει τη Γερμανία, να περάσει με φέρι τη Βαλτική περνώντας απέναντι στη Σουηδία, να συνεχίσει βόρεια, να διασχίσει το Μεγάλο Δουκάτο της Φινλανδίας και κατηφορίζοντας τη σκανδιναβική χώρα να μπει στη Ρωσική Αυτοκρατορία;  

Το δίλημμα

Την απάντηση μας τη δίνει η κ. Catherine Merridale, καθηγήτρια σύγχρονης ιστορίας στο Queen Mary από το 2004 έως το 2014 και ακολούθως συνεργάτης του Institute of Historical Research στο Πανεπιστήμιο του Λονδίνου, στο βιβλίο της με τίτλο «Ο Λένιν στο τρένο» που κυκλοφορεί στα ελληνικά από τις εκδόσεις «Αλεξάνδρεια». Όπως σημειώνει, το δίλημμα του Λένιν προς στιγμήν έμοιαζε ανεπίλυτο. Αν περνούσε μέσα από τη Γερμανία θα ήταν προδοσία, γιατί θα φαινόταν πως είχε συμφωνήσει με τον εχθρό να τον αφήσουν να περάσει. Εάν παρέμενε στην Ελβετία, θα αγνοούσε το κάλεσμα που περίμενε σε όλη του τη ζωή.

«Ο Λένιν διάλεξε, φυσικά, το πρώτο. Αυτό που του το επέτρεψε ήταν η απροσδόκητη συνεργασία της γερμανικής Ανώτατης Διοίκησης», γράφει χαρακτηριστικά. Το αδιέξοδο με τους αντίπαλους στρατούς να παραμένουν στα χαρακώματα είχε αναγκάσει όλες τις μεγάλες δυνάμεις της Ευρώπης να αναζητήσουν τρόπους να βρεθούν σε πλεονεκτική θέση με άλλες μεθόδους, πέραν του πεδίου των μαχών.

Τι επεδίωκαν οι Γερμανοί

Το 1917 λοιπόν, «μια μικρή ομάδα αξιωματούχων στο γερμανικό Υπουργείο Εξωτερικών είχε αρχίσει να σκέφτεται θετικά την ιδέα της χρήσης εξεγέρσεων για την αποσταθεροποίηση των εχθρών. Χρηματοδότησαν στασιαστές στρατιωτικούς στη Γαλλία, εξόπλισαν τους Ιρλανδούς εθνικιστές και ονειρεύονταν να πυροδοτήσουν μια εξέγερση στα σύνορα της Ινδίας. Όταν αναφέρθηκε το όνομα του Λένιν, κατάλαβαν αμέσως πόσες δυνατότητες είχε να υποσκάψει την πολεμική προσπάθεια της Ρωσίας. Αν όλα πήγαιναν καλά κι ο γερμανικός στρατός άδραχνε την ευκαιρία για να καταφέρει ένα αποφασιστικό χτύπημα στη Βρετανία και τη Γαλλία, δεν θα χρειάζονταν για πολύ τη βοήθειά του».

Και προσθέτει η ιστορικός: «Με αυτή την ευχάριστη σκέψη στον νου, οι Γερμανοί αξιωματούχοι δεν δυσκολεύτηκαν να οργανώσουν την ασφαλή διέλευση του μπολσεβίκου ηγέτη από τη χώρα τους, ακόμα και κάνοντας δεκτή την απαίτησή του να τεθεί σε καθεστώς ετεροδικίας το βαγόνι που θα μετέφερε την ομάδα του, αποκλεισμένο από τον έξω κόσμο, ώστε να μην μπορεί να κατηγορηθεί για την παραμικρή επαφή με τον εχθρικό πληθυσμό. Ακόμα περισσότερο, εξασφάλισαν οικονομική υποστήριξη για κάποιες από τις επαναστατικές του επιχειρήσεις».

Ο κομμουνιστής ηγέτης, λοιπόν, είχε έρθει σε συμφωνία με τον εχθρό. Γι’ αυτό και δεν τον πείραξε κανείς στο ταξίδι των συνολικά οκτώ ημερών. Όπως θα έλεγε αργότερα ο Βρετανός πρωθυπουργός, Ουίνστον Τσόρτσιλ: «Μετέφεραν τον Λένιν από την Ελβετία στη Ρωσία μέσα σε ένα σφραγισμένο βαγόνι, σαν να ήταν βάκιλος της πανούκλας».

Ο όρος «σφραγισμένο βαγόνι»

Η κ. Merridale υποστηρίζει πως, στην πραγματικότητα, το βαγόνι δεν ήταν ακριβώς σφραγισμένο· οι πόρτες σπανίως ήταν κλειδωμένες. Επίσης, το ταξίδι ήταν πολύ δυσκολότερο απ’ όσο αφήνουν να εννοηθεί τα λόγια του Τσόρτσιλ. Οι Ρώσοι επιβάτες του χρειάστηκαν τρεις ολόκληρες μέρες για να διασχίσουν τη Γερμανία, και σε αυτό το διάστημα «δεν μπορούσαν να αγοράσουν φαγητό, πόσο μάλλον να βγούνε έξω για να ξεμουδιάσουν. Αν κατάφερναν καθόλου να κοιμηθούν, το έκαναν στριμωγμένοι στις άβολες θέσεις τους, με το κεφάλι να πέφτει στον ώμο του διπλανού τους».

Να σημειωθεί πως ο όρος «σφραγισμένο βαγόνι» ήταν κυρίως πολιτικός και νομικός. «Σφραγισμένο τρένο» σήμαινε ότι ο χώρος όπου βρίσκονταν οι επιβάτες θεωρούνταν εξωεδαφικός: σαν να μην ανήκε στο γερμανικό έδαφος, παρότι κινούνταν μέσα σε αυτό. Οι επιβάτες δεν περνούσαν από ελέγχους, δεν είχαν επαφή με Γερμανούς αξιωματούχους ή πολίτες και δεν μπορούσαν να αποβιβαστούν κατά τη διάρκεια της διαδρομής. Η πραγματικότητα, λοιπόν, είναι πιο σύνθετη από τον μύθο: το «σφραγισμένο τρένο» δεν ήταν ένα μυστηριώδες, απομονωμένο τρένο που διέσχιζε την Ευρώπη, αλλά μια έξυπνη νομικο-πολιτική κατασκευή που επέτρεψε σε μια μικρή ομάδα επαναστατών να κινηθεί με ασφάλεια μέσα από εχθρικό έδαφος. Το αποτέλεσμα αυτής της διαδρομής θα αποδεικνυόταν καθοριστικό τόσο για το ξέσπασμα της Οκτωβριανής Επανάστασης όσο και για το μέλλον του κομμουνισμού.