Μετωπική τροπή παίρνει η αντιπαράθεση κυβέρνησης και ΠΑΣΟΚ, με αφορμή την πρόταση της αξιωματικής αντιπολίτευσης για σύσταση Εξεταστικής Επιτροπής σχετικά με την υπόθεση των παρακολουθήσεων και τη λειτουργία της ΕΥΠ, η οποία απορρίφθηκε χθες από την κυβερνητική πλειοψηφία, καθώς υποστήριξε ότι η πρόταση άγγιζε ευθέως θέματα εθνικής ασφάλειας και άμυνας και συνεπώς απαιτούσε αυξημένη πλειοψηφία 151 βουλευτών, πυροδοτώντας τις αντιδράσεις των κομμάτων της αντιπολίτευσης που έκαναν λόγο για συγκάλυψη.
Η κυβέρνηση επιμένει ότι δεν επιχείρησε να εμποδίσει τη σύσταση Εξεταστικής Επιτροπής, αλλά να εφαρμόσει όσα προβλέπει ο Κανονισμός της Βουλής όταν τίθενται ζητήματα που συνδέονται με την ΕΥΠ, την εδαφική ακεραιότητα και κρίσιμες κρατικές λειτουργίες. Κυβερνητικά στελέχη υπενθυμίζουν μάλιστα ότι το 2022 η Νέα Δημοκρατία δεν είχε καταψηφίσει αντίστοιχη πρόταση, αλλά είχε επιλέξει το «παρών».
Στο κυβερνητικό στρατόπεδο θεωρούν ότι η αντιπολίτευση απέφυγε να απαντήσει επί της ουσίας και κυρίως επί των νομικών επιχειρημάτων που τέθηκαν στη Βουλή. Αντί για τεκμηριωμένη αντιπαράθεση, όπως λένε, επέλεξε την ένταση, τις αποχωρήσεις και την καταγγελία περί θεσμικής εκτροπής. Η εικόνα αυτή αξιοποιείται πολιτικά από την κυβέρνηση ώστε να ενισχύσει το αφήγημα περί «τοξικής αντιπολίτευσης» που επενδύει στη σύγκρουση επειδή δεν διαθέτει προγραμματικό λόγο.
Παράλληλα, η φημολογία για πρότασης δυσπιστίας από το ΠΑΣΟΚ αντιμετωπίζεται από την κυβέρνηση περισσότερο ως πολιτική ευκαιρία παρά ως απειλή. Κυβερνητικές πηγές δηλώνουν ότι μια τέτοια διαδικασία θα επιτρέψει συνολική συζήτηση για την οικονομία, την καθημερινότητα, τα έργα υποδομής και την πορεία της χώρας έως το 2027. Το μήνυμα είναι σαφές: η κυβέρνηση θέλει να μεταφέρει το επίκεντρο από τη σκανδαλολογία στην «ατζέντα αποτελεσμάτων».
Οι συμφωνίες ΑΟΖ και τα εξοπλιστικά
Ένα ακόμη μέτωπο που καλείται να διαχειριστεί η κυβέρνηση είναι η κλιμακούμενη επιθετική ρητορική του πρώην πρωθυπουργού, Αντώνη Σαμαρά, ο οποίος σύμφωνα με πληροφορίες του newsbeast βρίσκεται κοντά στη δημιουργία νέου κόμματος. Ο Μεσσήνιος πολιτικός άσκησε χθες από τη βουλή σκληρή κριτική στον πρωθυπουργό για τα πεπραγμένα του, με την κυβέρνηση να αποφεύγει τις προσωπικές επιθέσεις προς τον πρώην πρωθυπουργό, αναγνωρίζοντας τον ρόλο που διαδραμάτισε στα δύσκολα χρόνια της κρίσης. Ωστόσο, η απάντηση στις αιχμές περί «μειοδοσίας» και υποχωρητικότητας στα εθνικά θέματα είναι ιδιαίτερα σκληρή.
Κυβερνητικά στελέχη αντιτείνουν ότι επί Κυριάκου Μητσοτάκη η χώρα προχώρησε σε κινήσεις που για δεκαετίες θεωρούνταν αδιανόητες: συμφωνίες ΑΟΖ με Αίγυπτο και Ιταλία, επέκταση χωρικών υδάτων στο Ιόνιο, θαλάσσιος χωροταξικός σχεδιασμός, αλλά και ένα εξοπλιστικό πρόγραμμα πρωτοφανούς εύρους. Παράλληλα, υπενθυμίζουν τη διαχείριση της κρίσης στον Έβρο και την ανάδειξη του ζητήματος του τουρκικού casus belli σε διεθνές επίπεδο.
Η κεντρική κυβερνητική θέση είναι ότι η ΝΔ δεν μπορεί να μετατραπεί σε φορέα «ψευτοπατριωτικών κορώνων» ή να υιοθετήσει ρητορικές που θυμίζουν ακραίους πολιτικούς χώρους μόνο και μόνο για να ικανοποιούνται συγκεκριμένα ακροατήρια. Στο Μέγαρο Μαξίμου θεωρούν ότι η κοινωνία ζητά σοβαρότητα, σταθερότητα και αποτελέσματα και όχι επιστροφή στη λογική του διχασμού και της πολιτικής υπερβολής.
Το σχόλιο για Καρυστιανού και η απόσταση από τις «πλατείες»
Με πολιτικά αντανακλαστικά το σχόλιο του Μεγάρου Μαξίμου για τη στάση της κυβέρνησης απέναντι στη νέα πολιτική κίνηση της Μαρίας Καρυστιανού.
«Αρκετά πέρασε και πλήρωσε η χώρα από την πάνω και κάτω πλατεία», σχολιάζουν κυβερνητικά στελέχη, επιχειρώντας να συνδέσουν το σημερινό κλίμα έντασης με τις περιόδους ακραίας πολιτικής πόλωσης της προηγούμενης δεκαετίας. Παράλληλα αποφεύγουν να μπουν σε προσωπική αντιπαράθεση, τονίζοντας ότι σε μια δημοκρατία κάθε πολίτης έχει δικαίωμα να πολιτευθεί ή να δημιουργήσει κόμμα.
Ταυτόχρονα όμως επιχειρούν να διαχωρίσουν την πολιτική από την «προσωπική ατζέντα», υποστηρίζοντας ότι η δημόσια ζωή δεν μπορεί να περιστρέφεται γύρω από πρόσωπα, καταγγελίες ή επιθετικές ρητορικές χωρίς συγκεκριμένες προτάσεις διακυβέρνησης.
Στην πραγματικότητα το κυβερνητικό επιτελείο βλέπει πίσω από αυτές τις κινήσεις ένα ευρύτερο κύμα αντισυστημικής διαμαρτυρίας, το οποίο επιχειρεί να αξιοποιήσει πολιτικά η αντιπολίτευση. Και ακριβώς γι’ αυτό επιμένει να επαναφέρει τη συζήτηση σε ζητήματα καθημερινότητας, οικονομίας και κρατικής αποτελεσματικότητας, εκτιμώντας ότι εκεί θα κριθεί τελικά και η επόμενη πολιτική αναμέτρηση.