Πρόσθεσε το Newsbeast στις προτεινόμενες πηγές σου στη Google

Ο Βρετανός ήρωας του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου Πάτρικ Λη Φέρμορ ανέλαβε την υποχρέωση το 1966 να γράψει ένα μικρό άρθρο για την περίφημη απαγωγή του επικεφαλής των γερμανικών δυνάμεων στην κατεχόμενη Κρήτη, στρατηγού Χάινριχ Κράιπε, που συνέβη στο νησί τον Απρίλιο του 1944. Ο φιλέλληνας συγγραφέας και περιηγητής παρέδωσε τελικά ένα κείμενο 36.000 λέξεων, προξενώντας απελπισία στον επιμελητή του. Ήταν τεράστιο σε έκταση.

Τελικά όλα όσα συνέβησαν αναφορικά με εκείνη την παράτολμη ενέργεια στην Κρήτη πριν από 81 χρόνια έγιναν βιβλίο, το οποίο κυκλοφορεί στα ελληνικά, υπό τον τίτλο «Η απαγωγή του στρατηγού Κράιπε», από τις εκδόσεις “Μεταίχμιο”. Έρχεται να μας υπενθυμίζει το πώς μια μικρή ομάδα Άγγλων δολιοφθορέων σε συνεργασία με μερικούς αφοσιωμένους Κρητικούς αντάρτες έφεραν εις πέρας έναν αντιστασιακό άθλο, η απήχηση του οποίου προξένησε έκπληξη σε ολόκληρη την Ευρώπη και βέβαια στο αρχηγείο του Χίτλερ στο Βερολίνο.

Το εξώφυλλο του βιβλίου Η απαγωγή του Στρατηγού Κάιπε του φιλέλληνα και ήρωα πολέμου Πάτρικ Λη Φέρμορ, που κυκλοφορεί

Η αποστολή της βρετανικής SOE φθάνει στην Κρήτη

Η επιχείρηση ξεκίνησε επί της ουσίας στις 4 Φεβρουαρίου 1944, όταν ο Φέρμορ, ως αξιωματικός των βρετανικών Επιχειρήσεων Ειδικών Αποστολών (SOE), έφθασε στη Μεγαλόνησο με την πρόθεση να απαγάγει τον διαβόητο εγκληματία πολέμου και διοικητή του Οχυρού της Κρήτης, Φρίντριχ-Βίλχελμ Μύλλερ. Μέχρι να φτάσει όμως και η υπόλοιπη ομάδα των απαγωγέων, δύο μήνες αργότερα, ο Μύλλερ είχε αντικατασταθεί στη συγκεκριμένη θέση από τον Χάινριχ Κράιπε. Μοιραία, στόχος πλέον των αντιστασιακών αποτέλεσε εκείνος.

Έτσι λοιπόν, το βράδυ της 26ης Απριλίου, το αυτοκίνητο του Γερμανού διοικητή, ενώ βρισκόταν καθοδόν προς την οικία του, θα έπεφτε σε ενέδρα στο σημείο του δρόμου που ξεκινούσε από τις Αρχάνες και ενωνόταν με τον κεντρικό οδικό άξονα προς την πόλη του Ηρακλείου. Εκεί όλα τα αυτοκίνητα αναγκάζονταν να ελαττώσουν ταχύτητα.

Όπως περιγράφει ο συγγραφέας, «με το που άρχισε το σούρουπο να θολώνει το σκηνικό» στήθηκε η παγίδα. «Ο Βρετανός λοχαγός Μπιλ Στάνλεϊ Μος κι εγώ, φορέσαμε τις γερμανικές στολές, οι υπόλοιποι της ομάδας «πέρασαν» τα όπλα τους και ακολουθήσαμε τον Παύλο και τον Στρατή (σ.σ. τους Έλληνες που μετείχαν στην επιχείρηση) στην κατηφόρα. Διασχίσαμε τους αμπελώνες, προφέροντας δυνατά γερμανικές λέξεις όποτε περνούσαμε κοντά από κάποιο καλύβι επιστάτη. Ήταν πια σκοτάδι όταν φτάσαμε στο σημείο που είχε καθοριστεί. Πήραμε όλοι τις θέσεις μας στα χαντάκια, ένα – δυο μέτρα βορειότερα από τη συμβολή των δρόμων. Ο Μπίλι κι εγώ στην ανατολική πλευρά, πιο μακριά απ’ όλους, μετά ο Μανώλης, ο Γρηγόρης και ο Αντώνης Παπαλεωνίδας. Ο Γιώργος, ο Αντώνης Ζωιδάκης και ο Νίκος, στη δυτική πλευρά. Πιο πέρα, ψηλά στο ανάχωμα, ο Μήτσος βρισκόταν δίπλα στον συναγερμό. Πήγε μαζί του και ο Στρατής. Αφού είχαμε πάρει θέσεις, σφυρίξαμε ο ένας στον άλλο. Επικρατούσε ηρεμία. Εκτός οπτικού πεδίου, στην άλλη άκρη, ξέραμε ότι περίμενε ο Μίκης. Και στο σημείο παρακολούθησης στις Αρχάνες ο Ηλίας θα ακουμπούσε ανέμελα στο ποδήλατό του. Ήταν 8 μ.μ. Κατά τη μιάμιση ώρα που περιμέναμε σε εγρήγορση πέρασαν ανά διαστήματα μερικά γερμανικά αυτοκίνητα και φορτηγά και μια μοτοσικλέτα με καλάθι, πολύ κοντά μας, και έρχονταν όλα από τα νότια με κατεύθυνση προς το Ηράκλειο. Κανένα όχημα δεν εμφανίστηκε από τον μικρότερο δρόμο που ερχόταν από τις Αρχάνες. Όλα καλά και ήσυχα, αλλά ο χρόνος έμοιαζε να περνάει με απελπιστική βραδύτητα. Η ώρα περνούσε. Μήπως είχε γίνει κάπου κάποιο λάθος; Αρχίσαμε να ανησυχούμε. Τη στιγμή ακριβώς που το ρολόι έδειξε 9:30, ο φακός του Μήτσου έλαμψε ολοκάθαρα τρεις φορές. «Το αυτοκίνητο του στρατηγού» σήμαινε αυτό το σήμα. «Ασυνόδευτο. Πάμε». Ο Μανώλης μού έσφιξε τον αγκώνα».

Ο Γερμανός στρατηγός Χάινριχ Κράιπε

Το αυτοκίνητο του Γερμανού στρατηγού εμφανίζεται στον δρόμο

Οι δύο Βρετανοί, ντυμένοι με στολές Γερμανών δεκανέων, στάθηκαν στη μέση του δρόμου, στραμμένοι προς τη συμβολή των δρόμων. Ο Μπιλ Στάνλεϊ Μος δεξιά κι ο Πάτρικ Λη Φέρμορ αριστερά. Όπως αναφέρει ο τελευταίος στην αφήγησή του, «έπειτα από λίγο φάνηκε να παίρνει αργά τη στροφή ένα αυτοκίνητο με χρωματιστά σημαιάκια και στα δύο φτερά. Ο Μπίλι έκανε νόημα με την πλακέτα του τροχονόμου, κι εγώ κουνούσα πέρα δώθε τον κόκκινο φακό μου και φώναξα «Αλτ!». Το αυτοκίνητο σταμάτησε και προχωρήσαμε αμέσως ο ένας αριστερά, ο άλλος δεξιά, για να αποφύγουμε το φως των φαναριών του αυτοκινήτου, που, αν και μερικώς καλυμμένα, ήταν και πάλι πολύ έντονα. Περπατήσαμε αργά, ο καθένας προς την πόρτα που είχε αναλάβει. Το αυτοκίνητο είχε τις δύο σημαίες, αλλά ίσως να βρισκόταν μέσα μόνο ο οδηγός…

Από το ανοιχτό παράθυρο μπορούσα να διακρίνω το χρυσό σιρίτι και τον Σταυρό των Ιπποτών, κι ένα χλωμό πρόσωπο στο ενδιάμεσο. Χαιρέτησα στρατιωτικά και είπα: «Papier, bitte schön» («Τα χαρτιά σας παρακαλώ»). Ο στρατηγός, με το χαμόγελο του αξιωματικού προς τον υφιστάμενό του, έβαλε το χέρι στην πάνω τσέπη του σακακιού του ώστε να δείξει τα χαρτιά του, κι εγώ άνοιξα απότομα την πόρτα (αυτό ήταν το σύνθημα για την υπόλοιπη ομάδα να εμφανιστεί). Τότε φώναξα «Hände hoch!» («Ψηλά τα χέρια!») και με το ένα μου χέρι κόλλησα το περίστροφο στο στήθος του στρατηγού -που έβγαλε μια κραυγή έκπληξης. Πέρασα το άλλο μου χέρι γύρω από το σώμα του, τραβώντας τον έξω από το αυτοκίνητο. Ένιωσα ένα δυνατό χτύπημα από τη γροθιά του και μια στιγμή αργότερα προσπαθούσε να ξεφύγει από τα χέρια μας.

Έπειτα από μια σύντομη μάχη και έναν καταιγισμό από διαμαρτυρίες και κατάρες στα γερμανικά, ο στρατηγός ήταν δεμένος, με τις χειροπέδες του Μανώλη περασμένες στα χέρια του, και τον έσπρωχναν για να μπει στο πίσω κάθισμα. Ο Μανώλης και ο Γιώργος μπήκαν γρήγορα δίπλα του, ένας από κάθε πλευρά. Τους ακολούθησε και ο Στρατής. Έκλεισαν τις πόρτες με φόρα και οι κάννες των όπλων προεξείχαν από τα παράθυρα. Μάζεψα το πηλήκιο του στρατηγού, που του είχε πέσει όσο πάλευε, κάθισα στο άδειο του κάθισμα, έκλεισα με δύναμη την πόρτα και φόρεσα το πηλήκιό του.

Το αυτοκίνητο με το οποιο κινούνταν ο Κράιπε

«Ζήτω η Ελλάδα και η Αγγλία, κάτω η Γερμανία!»

Ο Μπίλι βρισκόταν ήδη ήρεμος στο τιμόνι, με την πόρτα κλειστή και τη μηχανή αναμμένη. Μισό δευτερόλεπτο αφού είχα ανοίξει τη δεξιά πόρτα, ο Μπίλι είχε ανοίξει την αριστερή. Ο οδηγός, τρομαγμένος με την ξαφνική αναμπουμπούλα, έκανε να πιάσει το όπλο που είχε περασμένο στη ζώνη του. Ο Μπίλι τον χτύπησε δυνατά στο κεφάλι με ένα κλομπ, ο Γιώργος τον τράβηξε έξω από το αυτοκίνητο και ο Μπίλι μπήκε μέσα, έριξε μια ματιά στον δείκτη της βενζίνης, έλεγξε το χειρόφρενο και είδε ότι η μηχανή ήταν στο ρελαντί. Ο Γιώργος και ο Αντώνης Ζ. κουβάλησαν τον οδηγό, αιμόφυρτο και προσωρινά αναίσθητο, για να τον κρύψουν στο χαντάκι. (Όταν οι δύο Αντώνηδες, ο Γρηγόρης και ο Νίκος ξεκίνησαν την πορεία τους μαζί του – θα τους συναντούσαμε στον Ψηλορείτη σε δύο μέρες – μπορούσε να περπατήσει, αν και με δυσκολία.) Ο Μίκης και ο Μήτσος είχαν τρέξει από τις θέσεις τους και ξαφνικά, εκτός από τον Ηλία, όλη η ομάδα βρισκόταν εκεί, γύρω από το αμάξι ή ήδη στο εσωτερικό του. Ο Μίκης Ακουμιανάκης είχε σκύψει μέσα από το παράθυρο, υψώνοντας τη γροθιά του και φωνάζοντας παθιασμένα «Ζήτω η ελευθερία! Ζήτω η Ελλάδα! Ζήτω η Αγγλία!» και απειλητικά προς τον στρατηγό «Κάτω η Γερμανία!». Τον παρακάλεσα να σταματήσει βλέποντας το ανήσυχο βλέμμα του αιχμαλώτου μας. Είχε ήδη ένα τρομακτικό στιλέτο καταδρομέων στον λαιμό του.

Για μερικά δευτερόλεπτα αφεθήκαμε όλοι σε μια παραληρηματική έκρηξη ζητωκραυγών, αγκαλιών και φιλικών χτυπημάτων, κραυγών και γέλιων. Παρατήρησα ξαφνικά ότι το φως στο εσωτερικό του αυτοκινήτου ήταν ακόμη αναμμένο. Η πολύ παράξενη ομάδα μας φωτιζόταν σαν από κάποιο μαγικό λυχνάρι. Κι έτσι, μια που δεν έβλεπα κάπου διακόπτη, χτύπησα το φως με τη λαβή του όπλου μου. Το καθησυχαστικό σκοτάδι μάς τύλιξε και πάλι. Ο Μπίλι άφησε το φρένο και ξεκινήσαμε, αποχαιρετώντας τις δύο ομάδες που θα έφευγαν με τα πόδια. Όλα αυτά, που απαιτούν χρόνο για να τα καταγράψει κανείς, είχαν διαρκέσει, από τη στιγμή που κάναμε σήμα στο αυτοκίνητο, μόνο εβδομήντα δευτερόλεπτα. Όλοι ήταν τέλειοι.

Ούτε ένα λεπτό αργότερα, από την αντίθετη κατεύθυνση, ερχόταν προς το μέρος μας ένα κομβόι. Δύο μεταγωγικά γεμάτα στρατιώτες καθισμένους με τα όπλα τους ανάμεσα στα πόδια τους, κάποιοι με κράνη, κάποιοι με μπερέδες, πέρασαν από δίπλα μας. Οι φωνές μας χαμήλωσαν και έγιναν συγκρατημένοι ψίθυροι. Ίσα που είχαμε προλάβει.

Ο στρατηγός ήταν ακόμη παραζαλισμένος. «Πού είναι το πηλήκιό μου;» ρωτούσε διαρκώς. Αναγκάστηκα να του πω πού βρισκόταν το πηλήκιο. Λίγα λεπτά αργότερα περνούσαμε μέσα από την Κνωσό και, καθώς πλησιάζαμε τη βίλα Αριάδνη (σ.σ. όπου διέμενε ο Κράιπε), δύο φρουροί στάθηκαν προσοχή, ενώ ένας τρίτος, ειδοποιημένος από έναν τέταρτο, σήκωσε την μπάρα.

Ο Κράιπε (στη μέση) μαζί με τους απαγωγείς του

«Είστε πραγματικά Βρετανός ταγματάρχης;»

Πρέπει να ξαφνιάστηκαν όταν τους προσπεράσαμε χωρίς να μπούμε στο προαύλιο. Οι φρουροί επέστρεψαν σε στάση ανάπαυσης. Γονάτισα στο κάθισμα, γύρισα προς τα πίσω και είπα τις λέξεις που είχα προβάρει όσο πιο αργά και πειστικά γινόταν: «Herr General, είμαι Βρετανός ταγματάρχης. Δίπλα μου βρίσκεται ένας Βρετανός λοχαγός. Οι άντρες δίπλα σας είναι Έλληνες πατριώτες. Είναι καλοί άνθρωποι. Είμαι διοικητής αυτής της ομάδας κι εσείς επί τιμή αιχμάλωτος πολέμου. Θα σας μεταφέρουμε από την Κρήτη στην Αίγυπτο. Για σας ο πόλεμος τελείωσε. Λυπάμαι που αναγκαστήκαμε να συμπεριφερθούμε βίαια. Αν κάνετε ό, τι σας λέω, όλα θα πάνε καλά».

Το λογύδριο αυτό έπιασε τόπο. «Είστε πραγματικά Βρετανός ταγματάρχης;». «Μάλιστα, στρατηγέ. Δεν υπάρχει λόγος να φοβάστε». Παραπονέθηκε ξανά για την απώλεια του πηλήκιού του και υποσχέθηκα να του το επιστρέψω. «Danke, danke, Herr Major». Ήταν ακόμη ταραγμένος, αλλά βελτιωνόταν.

Εκείνη τη στιγμή ο Μπίλι είπε: «Σημείο ελέγχου μπροστά μας». Κάθισα πάλι κανονικά. Δύο άντρες – όπως πρέπει να είχαμε φανεί κι εμείς – έκαναν σήμα με ένα κόκκινο φως στη μέση του δρόμου και ακούστηκαν να φωνάζουν «Αλτ!». Ο Μπίλι έκοψε λίγο ταχύτητα. Όταν είδαν τις σημαίες, οι δύο άντρες πήδηξαν στο πλάι, στάθηκαν προσοχή και χαιρέτησαν. Τους χαιρέτησα κι εγώ και ο Μπίλι πάτησε πάλι το γκάζι μουρμουρίζοντας: «Αυτό είναι υπέροχο». «Herr Major» ακούστηκε η φωνή από το πίσω κάθισμα «πού με πηγαίνετε;». «Στο Κάιρο». «Όχι, εννοώ αυτή τη στιγμή». «Στο Ηράκλειο». Έγινε μια παύση και στη συνέχεια ακούστηκε, με τόνο μεγάλης έκπληξης και αρκετές οκτάβες πάνω από το κανονικό: «ΣΤΟ ΗΡΑΚΛΕΙΟ;». «Μάλιστα. Καταλαβαίνετε ότι πρέπει να σας κρατήσουμε κρυμμένο. Θα φροντίσουμε να είστε όσο πιο άνετα γίνεται αργότερα».

Τώρα πια τα σπίτια είχαν αρχίσει να πυκνώνουν δίπλα στον δρόμο και συναντούσαμε πιο συχνά διαβάτες και ζωντανά, βλέπαμε τα φώτα από περίπτερα, ταβέρνες και καφενεία. Και πολύ σύντομα είδαμε άλλο ένα κόκκινο φανάρι, τον δρόμο να στενεύει και ακούσαμε και πάλι «Αλτ!» και λίγο πιο κάτω πάλι τα ίδια. Περάσαμε αυτά τα σημεία ελέγχου και όσα ακολούθησαν με τον ίδιο τρόπο όπως το πρώτο. Στη Φορτέτζα (σ.σ. το φρούριο του Ρεθύμνου που κατασκευάστηκε από τους Ενετούς το 1573) υπήρχε επιπλέον και μια ξύλινη μπάρα που έκλεινε τον δρόμο. Και πάλι οι σημαίες την έκαναν να σηκωθεί αμέσως. Πολύ σύντομα βρισκόμασταν μέσα στο μεγάλο ενετικό τείχος της πόλης. Μας κατάπιε ο κεντρικός δρόμος. Τα όπλα, κατεβασμένα τώρα, ήταν σε ετοιμότητα πίσω από τις πόρτες.

Οι συνεργάτες μας στο πίσω κάθισμα κρατούσαν τώρα με δύναμη τον στρατηγό χαμηλότερα από τα παράθυρα. Το στιλέτο του Γιώργου ήταν ακόμη στραμμένο απειλητικά προς το μέρος του στρατηγού, και όταν ακούγονταν πιο δυνατά γερμανικές φωνές δίπλα στο αυτοκίνητο, τα χέρια τους του έκλειναν το στόμα. Μας καθυστέρησαν διάφορα φορτηγά που έκαναν μανούβρες και όπισθεν και ύστερα από λίγο ξανά ένα χαρούμενο πλήθος στρατιωτών που έβγαινε από τον κινηματογράφο της μεραρχίας. (Ήταν Σάββατο βράδυ.) Ο Μπίλι πατούσε την κόρνα ήρεμα και μεθοδικά περνώντας μέσα από το πλήθος. Ένας ποδηλάτης παραλίγο να πέσει κάνοντας έναν ελιγμό για να μας αποφύγει. Προχωρώντας πολύ αργά και δεχόμενοι χαιρετισμούς καθώς οι στρατιώτες έκαναν στην άκρη, φτάσαμε στη στροφή στην κρήνη Μοροζίνη και στρίψαμε αριστερά προς τη Χανιόπορτα. Ήταν ο μοναδικός τρόπος να βγούμε από την πόλη.

Σκίτσο του Μος που δείχνει το σημείο που οι αντιστασιακοί είχαν στήσει ενέδρα στο αυτοκίνητο του Κράιπε, μεταξύ Κνωσού και Αρχάνες

Το σχέδιο διαφυγής

Αν κάτι πήγαινε στραβά διασχίζοντας την πόλη, το σχέδιό μας ήταν να οδηγήσουμε με ταχύτητα προς τη Χανιόπορτα και, αν η μπάρα ήταν κατεβασμένη, να τη σπάσουμε και στη συνέχεια, αν μας κυνηγούσαν, να πυροβολήσουμε για ώρα από το πίσω μέρος και τα πλαϊνά παράθυρα και να ρίξουμε τις χειροβομβίδες Μιλς που βάραιναν τις τσέπες όλων μας. (Είχαμε αρκετά πυρομαχικά για τα ημιαυτόματα και τα πολυβόλα μας.) Εκτός Πύλης είχαμε πιθανότητες να ξεφύγουμε.

Αυτό το δυνατό ολοκαίνουργιο Opel πρέπει να ήταν το γρηγορότερο αυτοκίνητο σε όλο το νησί, και ο Μπίλι ήταν οδηγός ικανός και με φαντασία. Με ένα καλό προβάδισμα θα μπορούσαμε να κατευθυνθούμε προς τα βουνά με μεγάλη ταχύτητα, να κατεβούμε από το αυτοκίνητο πολύ προτού μας προλάβουν από τα δυτικά τα στρατεύματα από το Ρέθυμνο που θα είχαν ειδοποιηθεί μέσω τηλεφώνου, να ρίξουμε το αμάξι από κάποιον γκρεμό και, αφού καλύψουμε τα ίχνη μας, να αρχίσουμε την ανάβαση. Όμως, σε περίπτωση που υπήρχε μαζική πρόθεση να μας σταματήσουν στη Χανιόπορτα, θα κάναμε γρήγορα μεταβολή και θα μπαίναμε στα δρομάκια –ήξερα αρκετά καλά πού θα μπορούσαμε να πάμε, χάρη σε όλες αυτές τις περιπλανήσεις μαζί με τον Μίκη στο σκοτάδι-, θα αφήναμε τον στρατηγό δεμένο και με κλεισμένα τα μάτια, θα κλείναμε τον δρόμο με το αυτοκίνητο και θα εξαφανιζόμασταν. Υπήρχε ένας λαβύρινθος από δρομάκια, τοίχους πάνω από τους οποίους μπορούσε να πηδήξει κανείς, λούκια όπου μπορούσαμε να σκαρφαλώσουμε, φεγγίτες, επίπεδες στέγες που επικοινωνούσαν, κελάρια, υπόνομοι και σήραγγες –όπως είχαμε ανακαλύψει με τον Μανώλη όταν κάναμε την επιδρομή στο λιμάνι- τα οποία οι Γερμανοί αγνοούσαν παντελώς.

Αν μας στρίμωχναν, είχαμε, επαναλαμβάνω, άφθονες χειροβομβίδες και επιπλέον πυρομαχικά και προμήθειες σε φαγητό. Ίσως, αν κρυβόμασταν, να καταφέρναμε να ξεφύγουμε. Η πόλη ήταν διάσπαρτη με σπίτια φίλων και, τελικά, με την εξαίρεση ελάχιστων κατασκόπων και προδοτών, ολόκληρη η πόλη θα μπορούσε να είναι στο πλευρό μας.

Από μπλόκο σε μπλόκο

Από τον στενό κεντρικό δρόμο προς τη Χανιόπορτα ήταν μια ευθεία. Αλλά καθώς πλησιάζαμε στη μεγάλη πύλη, που οι Γερμανοί είχαν στενέψει με τσιμεντένια αντιαρματικά μπλοκ, είδαμε ότι δεν βρίσκονταν εδώ μόνο οι συνηθισμένοι σκοποί και φύλακες αλλά και πολλοί άλλοι στρατιώτες. Αυτός που έκανε σινιάλα με τον κόκκινο φακό δεν κουνήθηκε από τη θέση του. Έμοιαζε σαν να σκόπευαν να μας σταματήσουν. Η ένταση μέσα στο αυτοκίνητο ήταν αισθητή. Ο Μπίλι έκοψε ταχύτητα -είχαμε σχέδιο για αυτή την πιθανότητα-, απασφάλισε το περίστροφό του και το ακούμπησε στα πόδια του. Το δικό μου ήταν ήδη έτοιμο. Πίσω μας ακούσαμε τα τρία τουφέκια Μάρλιν να οπλίζουν. Όταν είχαμε φτάσει σχεδόν δίπλα τους και ένας από τους φρουρούς μάς πλησίαζε, κατέβασα το παράθυρο και φώναξα ότι επιβαίνει ο στρατηγός: «Generals Wagen!».

Οι λέξεις «Generals Wagen!» πέρασαν αμέσως από στόμα σε στόμα. Χαμήλωσαν τον φακό την κατάλληλη στιγμή. Ο Μπίλι πάτησε το γκάζι, οι στρατιώτες έκαναν στην άκρη και χαιρέτησαν, οι σκοποί στάθηκαν προσοχή. Ανταποκρίθηκα σε όλα αυτά με μια βαριά καληνύχτα και συνεχίσαμε τον δρόμο μας.

Περάσαμε με ευκολία τα σημεία ελέγχου (οι υπόλοιποι επιβάτες του αυτοκινήτου μέτρησαν είκοσι δύο μπλόκα από την αρχή ως το τέλος). Στα αριστερά του δρόμου περάσαμε δίπλα από τον τάφο του Τζον Πέντλμπιουρι. Επιτέλους τα μπλόκα και τα άχαρα προάστια βρίσκονταν πίσω μας και ορμούσαμε στον δρόμο του Ρεθύμνου, με τα φανάρια μας να φωτίζουν μόνο βράχια και ελαιώνες. Το όρος Ίδη υψωνόταν στα αριστερά μας και η θάλασσα ίσα που ξεχώριζε να γυαλίζει ήρεμα πιο κάτω.

Το αυτοκίνητο πλημμύρισε με ένα αίσθημα θορυβώδους αγαλλίασης. Για άλλη μια φορά μιλούσαμε, γελούσαμε, χειρονομούσαμε και τελικά τραγουδούσαμε δυνατά όλοι μαζί και προσφέραμε τσιγάρα ο ένας στον άλλο – και στον στρατηγό».

Η τύχη του Κράιπε

Οι απαγωγείς άφησαν το αυτοκίνητο τελικά κοντά στη θάλασσα, προκειμένου να πιστέψουν οι Γερμανοί ότι τους παρέλαβε κάποιο υποβρύχιο ή κάποιο πλεούμενο και διέφυγαν. Μέσα στο όχημα είχαν αφήσει εσκεμμένα έναν βρετανικό μπερέ, αγγλικά τσιγάρα και ένα σημείωμα που γνωστοποιούσε ότι οι δράστες ήταν αποκλειστικά και μόνο Βρετανοί, προκειμένου να μην υπάρξουν αντίποινα προς τους ντόπιους. Στο υστερόγραφο αναφερόταν: «Λυπούμεθα που αφήνουμε αυτό το αυτοκίνητο πίσω. Ελπίζω να σας ξαναδούμε σύντομα».

Επί 18 ημέρες οι απαγωγείς μαζί με τον Κράιπε κρύβονταν από τις γερμανικές δυνάμεις που είχαν ήδη αρχίσει τα αντίποινα στα γύρω χωριά και τους έψαχναν σε όλο το νησί, εκδίδοντας ανακοινώσεις για σκληρή τιμωρία όσων τυχόν τους κάλυπταν. Με τη βοήθεια Κρητικών οι αντιστασιακοί μαζί με τον στρατηγό άλλαζαν συνεχώς κρησφύγετα γύρω από τα Ανώγεια. Παρέμεναν σε αυτά κατά τη διάρκεια της ημέρας και περπατούσαν τη νύχτα για να μην τους εντοπίζουν τα γερμανικά αεροπλάνα. Τελικά, στις 14 Μαΐου, ένα σκάφος του βρετανικού ναυτικού τους παρέλαβε και σάλπαραν για τη Μέση Ανατολή. Ο στρατηγός θα κρατούνταν στο Κάιρο και ακολούθως θα μεταφερόταν στον Καναδά ως αιχμάλωτος. Θα επέστρεφε στη Γερμανία και πάλι, μετά το τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου.

Βρετανικό προπαγανδιστικό φυλλάδιο που κυκλοφόρησε στην Κρήτη μετά την απαγωγή του Κράιπε

Η συνάντηση σε εκπομπή του Μαστοράκη

Ο στρατηγός Κράιπε θα συναντιόταν και πάλι με τους απαγωγείς του την Κυριακή 7 Μαΐου 1972 σε εκπομπή του Νίκου Μαστοράκη, στην ΥΕΝΕΔ. Σε αυτή, ο Γερμανός πρώην αιχμάλωτος θα δήλωνε πως: «Με σεβάστηκαν και ο Φέρμορ μου φερόταν ως ταγματάρχης προς στρατηγό. Ήταν πολύ ιπποτικό εκ μέρους του». Εκείνος θα του απαντούσε: «Σας ευχαριστώ στρατηγέ μου. Εγώ και η ομάδα μου, σας ζητούμε συγγνώμη μετά από 28 χρόνια για όλα αυτά, αλλά ο πόλεμος είναι πόλεμος».