Πρόσθεσε το Newsbeast στις προτεινόμενες πηγές σου στη Google

Η βιταμίνη Β12 θεωρείται εδώ και δεκαετίες μία από τις πιο σημαντικές βιταμίνες για τον ανθρώπινο οργανισμό. Συμβάλλει στην παραγωγή DNA, προστατεύει το νευρικό σύστημα και είναι απαραίτητη για τη δημιουργία των ερυθρών αιμοσφαιρίων.

Όταν τα επίπεδά της πέφτουν, τα συμπτώματα μπορεί να είναι έντονα: κόπωση, αδυναμία, προβλήματα συγκέντρωσης και πνευματική «ομίχλη». Ωστόσο, η επιστημονική έρευνα αποκαλύπτει νέες – πιο περίπλοκες – πτυχές της B12.

Συγκεκριμένα, έχει διαπιστωθεί μια «αινιγματική» σχέση μεταξύ μη φυσιολογικών επιπέδων της  βιταμίνης και ορισμένων μορφών καρκίνου, όπως του πνεύμονα, του μαστού, του οισοφάγου και του παχέος εντέρου.

Ποιος είναι ο ρόλος της B12

Η Β12, γνωστή και ως κοβαλαμίνη, είναι μια βιταμίνη απαραίτητη για κάθε ζωικό οργανισμό. Συμβάλλει στη δημιουργία DNA και της μυελίνης που προστατεύει τα νεύρα, ενώ είναι ζωτικής σημασίας για την ωρίμανση των ερυθρών αιμοσφαιρίων και για διαδικασίες που αφορούν τόσο τα λιπαρά όσο και τα αμινοξέα.

Επειδή τα φυτά ούτε χρειάζονται ούτε παράγουν Β12, η βιταμίνη βρίσκεται φυσικά μόνο σε τρόφιμα ζωικής προέλευσης. Για αυτόν τον λόγο, όσοι ακολουθούν φυτική διατροφή ή έχουν δυσκολία στην απορρόφηση θρεπτικών συστατικών συχνά αντιμετωπίζουν έλλειψη.

Ο ρόλος της στη σύνθεση και σταθεροποίηση του DNA είναι ένας από τους λόγους που οδήγησαν τους επιστήμονες να εξετάσουν πιθανή σχέση με τον καρκίνο. Ο καρκίνος ξεκινά από βλάβες στο DNA και η σοβαρή ανεπάρκεια Β12 θεωρείται ότι επηρεάζει έμμεσα τις διαδικασίες με τις οποίες τα κύτταρα αντιγράφουν και επιδιορθώνουν το γενετικό τους υλικό.

Τι έδειξαν οι έρευνες για τη σχέση B12 και καρκίνου

Οι έρευνες πάνω σε αυτή τη σύνδεση οδήγησαν ορισμένους επιστήμονες στην υπόθεση ότι η διατήρηση υγιών επιπέδων Β12 ίσως προστατεύει τα κύτταρα από τη γενετική αστάθεια που σχετίζεται με τον καρκίνο.

Άλλες μελέτες, όμως, περιέπλεξαν ακόμη περισσότερο την εικόνα, δείχνοντας σύνδεση ανάμεσα σε ασυνήθιστα υψηλά επίπεδα Β12 στο αίμα και στον καρκίνο του πνεύμονα. Δηλαδή, τόσο τα πολύ χαμηλά όσο και τα πολύ υψηλά επίπεδα Β12 έχουν συνδεθεί με περιστατικά καρκίνου σε πολλές μελέτες ανά τον κόσμο.

Αυτό σημαίνει ότι η μη ισορροπημένη πρόσληψη Β12 προκαλεί καρκίνο; Όχι απαραίτητα. Στην πραγματικότητα, μπορεί να συμβαίνει το αντίθετο.

Μία βασική δυσκολία είναι ότι οι ερευνητές συχνά μετρούν δύο διαφορετικά πράγματα: πόση Β12 καταναλώνουν οι άνθρωποι και πόση βιταμίνη κυκλοφορεί στο αίμα τους. Αυτά τα δύο δεν ταυτίζονται πάντα, καθώς τα επίπεδα Β12 στο αίμα επηρεάζονται όχι μόνο από τη διατροφή, αλλά και από τον τρόπο με τον οποίο το σώμα αποθηκεύει, χρησιμοποιεί και μεταφέρει τη βιταμίνη.

Το ήπαρ αποθηκεύει μεγάλες ποσότητες Β12 και αρκετοί καρκίνοι, ιδιαίτερα του ήπατος ή όσοι εξαπλώνονται επιθετικά στο σώμα, μπορούν να διαταράξουν τον τρόπο αποθήκευσης, μεταφοράς και απελευθέρωσής της.

Σύμπτωμα ή αιτία;

Ορισμένοι όγκοι φαίνεται επίσης να αυξάνουν την παραγωγή πρωτεϊνών που μεταφέρουν τη Β12 μέσω της κυκλοφορίας του αίματος. Αυτό σημαίνει ότι τα αυξημένα επίπεδα Β12 στις εξετάσεις αίματος μπορεί τελικά να αποτελούν σύμπτωμα ή παρενέργεια της νόσου και όχι την αιτία της.

Οι ερευνητές εξακολουθούν να προσπαθούν να κατανοήσουν ακριβώς τι σημαίνουν αυτά τα αυξημένα επίπεδα. Μια μελέτη του 2026, στην οποία συμμετείχαν περισσότεροι από 37.000 ασθενείς με καρκίνο του παχέος εντέρου, διαπίστωσε ότι όσοι είχαν πολύ υψηλά επίπεδα Β12 εμφάνιζαν σημαντικά χειρότερη επιβίωση. Ωστόσο, η μελέτη δεν κατέληξε σε αιτιώδη σχέση, αλλά πρότεινε ότι η Β12 μπορεί να λειτουργεί ως βιοδείκτης επιθετικής νόσου.

Αντίθετα, μια ανασκόπηση μελετών του 2022  κατέληξε πως δεν υπάρχουν ακόμη ισχυρές αποδείξεις πως η υψηλή πρόσληψη Β12, τα αυξημένα επίπεδά της ή τα συμπληρώματα προκαλούν άμεσα καρκίνο, παρά τις επαναλαμβανόμενες συσχετίσεις ανάμεσα σε μη φυσιολογικά επίπεδα Β12 και στη νόσο.

Μια ακόμη ανασκόπηση του 2024, που εξέτασε τα επίπεδα Β12 στο αίμα ασθενών με καρκίνο, κατέληξε ότι «η διαγνωστική σημασία των αυξημένων επιπέδων Β12 σε ασθενείς που έχουν ήδη διαγνωστεί με καρκίνο παραμένει αβέβαιη και θα μπορούσε ενδεχομένως να συνδέεται με αντίστροφη αιτιότητα».

Μελέτη του 2024 σε 3.758 ασθενείς με καρκίνο στο Βιετνάμ έκανε την εικόνα ακόμη πιο περίπλοκη. Η έρευνα συνέκρινε την πρόσληψη Β12 μέσω της διατροφής μεταξύ ασθενών με καρκίνο και 2.995 ανθρώπων χωρίς καρκίνο και διαπίστωσε μια σχέση σε σχήμα U: τόσο τα άτομα με πολύ χαμηλή όσο και εκείνα με πολύ υψηλή πρόσληψη εμφάνιζαν αυξημένο συνολικό κίνδυνο καρκίνου σε σχέση με όσους βρίσκονταν στη μεσαία κλίμακα.

Παρότι η βιετναμέζικη μελέτη υποδηλώνει ότι το ζήτημα ίσως δεν είναι τόσο απλό, έχει και σημαντικούς περιορισμούς. Όπως πολλές μελέτες που εξετάζουν τη σχέση Β12 και καρκίνου, ήταν παρατηρησιακή. Αυτό σημαίνει ότι μπορούσε να εντοπίσει μόνο συσχετίσεις και όχι αιτιότητα. Επιπλέον, οι ερευνητές βασίστηκαν σε διατροφικά ερωτηματολόγια, τα οποία δεν αποτελούν πάντα ακριβή μέθοδο καταγραφής της μακροχρόνιας διατροφής.

Ακόμη και η ομάδα με τη μεγαλύτερη πρόσληψη κατανάλωνε κατά μέσο όρο περίπου 2,97 μικρογραμμάρια Β12 ημερησίως, ποσότητα που δεν ξεπερνά δραματικά τις συνήθεις διατροφικές συστάσεις των 2,4 έως 2,8 μικρογραμμαρίων την ημέρα.

Θολό τοπίο και «χρυσή» ισορροπία

Με τόσες ασυνέπειες στο σύνολο των ερευνών, η σχέση ανάμεσα στον καρκίνο και τη Β12 παραμένει ασαφής. Οι επιστήμονες εξακολουθούν να προσπαθούν να καταλάβουν αν η βιταμίνη συμβάλλει στην εμφάνιση της νόσου, αν αποτελεί αποτέλεσμα αυτής ή και τα δύο.

Ένα πράγμα, πάντως, φαίνεται ξεκάθαρο. Όπως συμβαίνει με πολλά πράγματα στη ζωή, τα προβλήματα συχνά εμφανίζονται όταν υπάρχει υπερβολή ή έλλειψη. Εν τέλει, η καλύτερη προσέγγιση είναι αυτή της ισορροπίας: ούτε πολύ, ούτε λίγο, αλλά όσο χρειάζεται.