Η εμπορική σχέση μεταξύ Κίνας και Ευρωπαϊκής Ένωσης βρίσκεται ξανά στο επίκεντρο, καθώς η αύξηση των κινεζικών εξαγωγών προς την Ευρώπη δεν μοιάζει πλέον με μια προσωρινή εμπορική μετατόπιση, αλλά με σύμπτωμα μιας βαθύτερης ανισορροπίας στην παγκόσμια οικονομία.
Σύμφωνα με την ανάλυση της Bank of America στο «Euro Area Viewpoint», η πίεση που δέχεται η Ευρώπη από τα κινεζικά προϊόντα δεν οφείλεται μόνο στους αμερικανικούς δασμούς, αλλά κυρίως στην πλεονάζουσα παραγωγική δυναμικότητα της Κίνας και στην αδύναμη εγχώρια ζήτηση.
Με απλά λόγια, η Κίνα παράγει περισσότερα από όσα μπορεί να καταναλώσει η ίδια. Το αποτέλεσμα είναι ένα αυξανόμενο μέρος αυτής της παραγωγής να κατευθύνεται στο εξωτερικό, συχνά σε ιδιαίτερα ανταγωνιστικές τιμές. Και η Ευρώπη βρίσκεται πλέον στην πρώτη γραμμή αυτής της πίεσης.
Τα επίσημα στοιχεία δείχνουν το μέγεθος του προβλήματος. Το 2025, η Ευρωπαϊκή Ένωση εξήγαγε αγαθά αξίας 199,6 δισ. ευρώ προς την Κίνα, ενώ εισήγαγε κινεζικά προϊόντα αξίας 559,4 δισ. ευρώ. Έτσι, το εμπορικό έλλειμμα της ΕΕ με την Κίνα διαμορφώθηκε στα 359,8 δισ. ευρώ. Σε σχέση με το 2024, οι ευρωπαϊκές εξαγωγές προς την Κίνα μειώθηκαν κατά 6,5%, ενώ οι εισαγωγές αυξήθηκαν κατά 6,4%, σύμφωνα με τη Eurostat.

Το κινεζικό πλεόνασμα γίνεται ευρωπαϊκό πρόβλημα
Η Bank of America επισημαίνει ότι η εμπορική ανισορροπία Κίνας – Ευρωπαϊκής Ένωσης έχει διευρυνθεί σημαντικά, αφήνοντας πίσω ακόμη και την εμπορική σχέση της Κίνας με τις Ηνωμένες Πολιτείες ως βασικό πεδίο πίεσης για το Πεκίνο. Η τάση αυτή αποτυπώνεται και στα νεότερα στοιχεία για το 2026. Στο πρώτο τρίμηνο του έτους, το εμπορικό πλεόνασμα της Κίνας με την ΕΕ διαμορφώθηκε περίπου στα 83 δισ. δολάρια, με τις κινεζικές εξαγωγές προς την Ευρώπη να φτάνουν περίπου τα 148 δισ. δολάρια και τις εισαγωγές από την ΕΕ τα 65 δισ. δολάρια.
Η εξέλιξη αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία, καθώς δείχνει ότι το βάρος της κινεζικής εξαγωγικής πίεσης μεταφέρεται ολοένα και περισσότερο προς την Ευρώπη.
Οι αμερικανικοί δασμοί και οι εμπορικοί περιορισμοί επιβάρυναν περαιτέρω το περιβάλλον για τις κινεζικές εξαγωγές προς τις ΗΠΑ. Σύμφωνα με την έκθεση, σε αρκετούς βιομηχανικούς τομείς η πτώση των εξαγωγών προς την αμερικανική αγορά εκτιμάται μεταξύ 20% και 26%. Ωστόσο, η BofA δεν εντοπίζει σαφή στατιστική απόδειξη ότι τα κινεζικά προϊόντα ανακατευθύνθηκαν μαζικά προς την Ευρώπη αποκλειστικά εξαιτίας των δασμών.
Αντίθετα, η αύξηση των ευρωπαϊκών εισαγωγών από την Κίνα είχε ξεκινήσει ήδη πριν από το νέο κύμα αμερικανικών μέτρων. Αυτό σημαίνει ότι η εικόνα δεν εξηγείται μόνο από τις αποφάσεις της Ουάσιγκτον. Η ρίζα του προβλήματος βρίσκεται στο ίδιο το κινεζικό παραγωγικό μοντέλο.

Ο μηχανισμός της υπερπαραγωγής
Η BofA περιγράφει το φαινόμενο ως μηχανισμό «vent-for-surplus», δηλαδή ως διοχέτευση της πλεονάζουσας παραγωγής στις αγορές του εξωτερικού. Όταν η εσωτερική κατανάλωση στην Κίνα δεν αρκεί για να απορροφήσει την παραγωγή της βιομηχανίας, οι επιχειρήσεις αναζητούν διέξοδο στις διεθνείς αγορές.
Αυτό οδηγεί σε αύξηση των εξαγωγών, αλλά και σε πίεση στις τιμές. Σύμφωνα με την έκθεση, οι τομείς όπου η εγχώρια ζήτηση στην Κίνα είναι πιο αδύναμη εμφανίζουν μεγαλύτερη εξαγωγική ώθηση και χαμηλότερες τιμές στις αγορές της Ευρώπης. Η BofA εκτιμά ότι η υπερπροσφορά κινεζικών προϊόντων ασκεί πρόσθετη ετήσια πίεση στις τιμές εισαγωγών της τάξης του 3% έως 3,5%.
Για τους ευρωπαίους καταναλωτές, αυτό μπορεί βραχυπρόθεσμα να σημαίνει φθηνότερα προϊόντα. Για τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις, όμως, δημιουργεί ένα πολύ πιο δύσκολο περιβάλλον. Η βιομηχανία της Ευρώπης καλείται να ανταγωνιστεί προϊόντα που παράγονται σε τεράστια κλίμακα, με χαμηλό κόστος και, σε ορισμένες περιπτώσεις, με στήριξη που οι Βρυξέλλες θεωρούν ότι στρεβλώνει τον ανταγωνισμό.
Από τη βιομηχανία έως το ηλεκτρονικό εμπόριο
Η πίεση από την Κίνα δεν αφορά έναν μόνο κλάδο. Απλώνεται σε ένα ευρύ φάσμα προϊόντων που συνδέονται με τη βιομηχανική και τεχνολογική ανταγωνιστικότητα της Ευρώπης, όπως μηχανήματα, ηλεκτρικός εξοπλισμός, εξαρτήματα, προϊόντα καθαρής τεχνολογίας, ψηφιακές υπηρεσίες και κρίσιμες αλυσίδες εφοδιασμού.
Η Eurostat καταγράφει ότι οι δύο μεγαλύτερες κατηγορίες στο εμπόριο αγαθών μεταξύ ΕΕ και Κίνας το 2025 ήταν ο ηλεκτρικός εξοπλισμός και τα μηχανήματα / μηχανικά μέρη. Πρόκειται για τομείς με ιδιαίτερη σημασία για την παραγωγική βάση της Ευρώπης, καθώς δεν αφορούν μόνο καταναλωτικά προϊόντα, αλλά και βιομηχανικές εισροές, τεχνολογία και εξοπλισμό που χρησιμοποιείται σε πολλούς κλάδους της οικονομίας.
Την ίδια στιγμή, η έκρηξη των πολύ φθηνών κινεζικών προϊόντων γίνεται ορατή και στην καθημερινή κατανάλωση, κυρίως μέσα από μεγάλες πλατφόρμες ηλεκτρονικού εμπορίου όπως η Temu και η Shein. Οι πλατφόρμες αυτές έχουν μπει στο μικροσκόπιο των ευρωπαϊκών αρχών, όχι μόνο λόγω των χαμηλών τιμών, αλλά και λόγω ζητημάτων που σχετίζονται με την ασφάλεια προϊόντων, την προστασία των καταναλωτών, τη διαφάνεια και τη συμμόρφωση με τους κανόνες της ενιαίας αγοράς.

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έχει διαπιστώσει προκαταρκτικά ότι η Temu παραβίασε υποχρεώσεις του Κανονισμού για τις Ψηφιακές Υπηρεσίες, καθώς δεν αξιολόγησε επαρκώς τους κινδύνους διάδοσης παράνομων προϊόντων στην πλατφόρμα της. Τον Φεβρουάριο, η Κομισιόν άνοιξε επίσης επίσημη διαδικασία κατά της Shein στο πλαίσιο του Digital Services Act, εξετάζοντας, μεταξύ άλλων, ζητήματα σχεδιασμού της πλατφόρμας, διαφάνειας συστημάτων συστάσεων και πώλησης παράνομων προϊόντων.
Έτσι, το θέμα των κινεζικών εξαγωγών δεν είναι πλέον μόνο βιομηχανικό ή γεωπολιτικό. Αγγίζει και την καθημερινή κατανάλωση, καθώς οι Βρυξέλλες προσπαθούν να διασφαλίσουν ότι τα πολύ φθηνά προϊόντα που φτάνουν στην ευρωπαϊκή αγορά δεν υπονομεύουν τους κανόνες, την ασφάλεια και τον ανταγωνισμό.
Η Ευρώπη σκληραίνει τη στάση της
Η αλλαγή στάσης των Βρυξελλών είναι εμφανής. Η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν επιδιώκει πλήρη αποσύνδεση από την Κίνα, αλλά κινείται πλέον με τη λογική του «de-risking», δηλαδή της μείωσης των κινδύνων και των στρατηγικών εξαρτήσεων.
Η αυστηροποίηση αυτή φαίνεται τόσο στις εμπορικές έρευνες όσο και στην πιο ενεργή χρήση νέων εργαλείων. Ένα από αυτά είναι ο Κανονισμός για τις Ξένες Επιδοτήσεις, ο οποίος εφαρμόζεται από τον Ιούλιο του 2023 και δίνει στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή τη δυνατότητα να αντιμετωπίζει στρεβλώσεις στην ενιαία αγορά που προκαλούνται από επιδοτήσεις τρίτων χωρών.
Σύμφωνα με την BofA, από το 2025 έχουν ξεκινήσει 19 νέες έρευνες κατά της Κίνας, ενώ οι τομείς που παρακολουθούνται στενά αυξήθηκαν από πέντε σε επτά. Το μήνυμα είναι ότι η ΕΕ δεν αντιμετωπίζει πια το εμπορικό έλλειμμα με την Κίνα ως απλή στατιστική ανισορροπία. Το βλέπει ως ζήτημα βιομηχανικής πολιτικής, οικονομικής ασφάλειας και στρατηγικής αυτονομίας.
Το δύσκολο δίλημμα της Ευρώπης
Η Ευρώπη βρίσκεται μπροστά σε μια δύσκολη ισορροπία. Οι εισαγωγές από την Κίνα κρατούν χαμηλά τις τιμές και στηρίζουν κρίσιμες αλυσίδες εφοδιασμού, όμως η αυξανόμενη εξάρτηση από κινεζικά προϊόντα μπορεί να πιέσει την ευρωπαϊκή παραγωγή και να αφήσει στρατηγικούς κλάδους εκτεθειμένους.
Σύμφωνα με την BofA, οι αμερικανικοί δασμοί επιδείνωσαν το διεθνές περιβάλλον, αλλά δεν εξηγούν από μόνοι τους την κινεζική πίεση στην Ευρώπη. Το βαθύτερο πρόβλημα βρίσκεται στην υπερπαραγωγή της Κίνας, στη χαμηλή εγχώρια ζήτηση και στην ανάγκη του Πεκίνου να διοχετεύει το πλεόνασμα στις διεθνείς αγορές.
Για τις Βρυξέλλες, το στοίχημα είναι διπλό: να προστατεύσουν την ευρωπαϊκή αγορά από αθέμιτες πρακτικές, χωρίς να οδηγηθούν σε έναν εμπορικό πόλεμο που θα μπορούσε να πλήξει και την ίδια την Ευρώπη. Το ζητούμενο πλέον είναι αν η ΕΕ μπορεί να μειώσει τις εξαρτήσεις της και να ενισχύσει τη βιομηχανική της βάση, παραμένοντας ταυτόχρονα ανοιχτή στο εμπόριο.