Νέα επιστημονική έρευνα προχωρά τη μελέτη των θεραπειών με υδράργυρο κατά τον ύστερο Μεσαίωνα, αναλύοντας για πρώτη φορά τις συγκεντρώσεις του στοιχείου στην οδοντική πέτρα αντί για τα οστά. Η μελέτη, που δημοσιεύθηκε στο The Journal of Archaeological Science, επικεντρώθηκε στην ανάλυση οδοντικής πλάκας από σκελετούς ανθρώπων που πιστεύεται ότι έπασχαν από λέπρα, με στόχο να διαπιστωθεί αν ο υδράργυρος είχε χορηγηθεί ως ιατρική θεραπεία.
Το ιδιαίτερα τοξικό αυτό στοιχείο χρησιμοποιούνταν στην ύστερη και μεταμεσαιωνική Ευρώπη ως θεραπεία για τη σύφιλη και τη λέπρα. Όπως εξήγησαν οι συγγραφείς της μελέτης, η αρχαία οδοντική πέτρα, δηλαδή η αποτιτανωμένη πλάκα, έχει πρόσφατα αναγνωριστεί ως μέσο που μπορεί να ενσωματώνει και να διατηρεί οργανικά και ανόργανα υλικά. Για τον λόγο αυτό έχει καταστεί ιδιαίτερα σημαντική στην ανίχνευση αρχαίων διατροφικών συνηθειών, επαγγελμάτων και ιατρικών θεραπειών που βίωσαν οι άνθρωποι κατά τη διάρκεια της ζωής τους. Ωστόσο, μέχρι σήμερα δεν είχε χρησιμοποιηθεί για τη διερεύνηση του υδραργύρου ως ιατρικής θεραπείας σε αρχαίους πληθυσμούς.
Οι ερευνητές συνέλεξαν δείγματα από σκελετούς και χώμα σε τέσσερα ύστερα μεσαιωνικά νεκροταφεία, δύο από τα οποία ήταν γνωστά λεπροκομεία, σύμφωνα με το interestingengineering. Οι συγγραφείς της μελέτης σημείωσαν ότι δεν ήταν ασυνήθιστο να υπάρχουν λανθασμένες διαγνώσεις εκείνη την εποχή. Συγκρίνοντας υγιή άτομα με εκείνα που έφεραν ασθένειες, οι επιστήμονες επιδίωξαν να διαπιστώσουν εάν τα σώματα περιείχαν υδράργυρο και αν η οδοντική πλάκα μπορούσε να αποτελέσει αποτελεσματικό εργαλείο έρευνας.
Η μελέτη ανέλυσε οδοντική πέτρα από 76 άτομα και 45 δείγματα εδάφους από τέσσερις διαφορετικές τοποθεσίες. Τα δείγματα συλλέχθηκαν από δύο μεσαιωνικά λεπροκομεία, το Σεντ Λέοναρντς στο Πίτερμπορο και το Σεντ Τόμας ντ’ Αϊζιέ στη Γαλλία. Στις περισσότερες περιπτώσεις, τα δείγματα χώματος ελήφθησαν απευθείας από τους τάφους ή από το υλικό πλήρωσής τους. Όπως ανέφεραν οι συγγραφείς της μελέτης στο Phys.org, αναλύθηκαν δείγματα χώματος από τους τάφους προκειμένου να διαπιστωθεί εάν ο υδράργυρος θα μπορούσε να είχε εισχωρήσει στην οδοντική πέτρα μετά την ταφή.
Οι επιστήμονες ακολούθησαν ήδη δημοσιευμένο πρωτόκολλο για τη συλλογή και τον καθαρισμό της οδοντικής πέτρας, διαδικασία που περιλάμβανε φωτογράφιση των δοντιών και καταγραφή της ποσότητας, του χρώματος και της υφής της πλάκας. Στη συνέχεια τα δείγματα αποθηκεύτηκαν σε πλαστικούς σωλήνες. Οι συγκεντρώσεις υδραργύρου προσδιορίστηκαν μέσω φασματομετρίας ατομικής απορρόφησης και φασματοσκοπίας ατομικού φθορισμού ψυχρού ατμού.
Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι τα άτομα που είχαν ταφεί στα λεπροκομεία εμφάνιζαν σημαντικά υψηλότερα επίπεδα υδραργύρου σε σύγκριση με εκείνα από τα υπόλοιπα νεκροταφεία. Τα δείγματα εδάφους επιβεβαίωσαν ότι οι άνθρωποι αυτοί είχαν υποβληθεί σε θεραπεία με υδράργυρο κατά τη διάρκεια της ζωής τους και ότι δεν απορρόφησαν το στοιχείο από το έδαφος μετά την ταφή. Όπως πρόσθεσε η δρ Φιορίν στο Phys.org, δεν υπάρχουν ενδείξεις τοπικών περιβαλλοντικών πηγών, όπως μεταλλευτικές δραστηριότητες, που να μπορούν να εξηγήσουν αυτά τα μοτίβα.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσίασε το γεγονός ότι τα άτομα που είχαν ταφεί στο παρεκκλήσι του λεπροκομείου εμφάνιζαν τα υψηλότερα επίπεδα υδραργύρου. Σύμφωνα με τους ερευνητές, αυτό υποδηλώνει ότι η υψηλότερη κοινωνική τους θέση τους παρείχε μεγαλύτερη πρόσβαση σε ιατρικές θεραπείες. Το στοιχείο αυτό δείχνει ότι ο υδράργυρος αποτελούσε αποδεκτή θεραπεία για τη λέπρα, χωρίς όμως να είναι εξίσου προσβάσιμος σε ανθρώπους με λιγότερα οικονομικά μέσα.
Η μελέτη κατέληξε επίσης στο συμπέρασμα ότι η οδοντική πέτρα μπορεί να αξιοποιηθεί αποτελεσματικά στη μελέτη της μεσαιωνικής ιατρικής και να εφαρμοστεί σε ευρύτερες επιστημονικές έρευνες. Παρότι απαιτούνται επιπλέον μελέτες για την περαιτέρω επιβεβαίωση της νέας αυτής μεθόδου, οι συγγραφείς υπογραμμίζουν ότι η έρευνά τους συμβάλλει σημαντικά στην εξέλιξη των επιστημονικών πρακτικών και στην ανάπτυξη νέων μεθόδων που θα επιτρέψουν στους μελετητές να εξετάζουν το παρελθόν με μεγαλύτερη ακρίβεια.