Η Τούλσι Γκάμπαρντ προχώρησε την Τετάρτη σε μια κρίσιμη εμφάνιση ενώπιον της Επιτροπής Πληροφοριών της Γερουσίας, καταφέρνοντας το βασικό ζητούμενο: να μην υπονομεύσει ενόρκως τη στάση του προέδρου, Ντόναλντ Τραμπ, σχετικά με τον πόλεμο στο Ιράν, ο οποίος διαρκεί σχεδόν τρεις εβδομάδες.
Κατά την κατάθεσή της, η άλλοτε έντονη επικριτής των ξένων επεμβάσεων ευθυγραμμίστηκε σε μεγάλο βαθμό με τη γραμμή του Λευκού Οίκου για το Ιράν, απαντώντας παράλληλα σε ερωτήσεις Δημοκρατικών που επιχείρησαν να αναδείξουν κενά στη διαχείριση του πολέμου από την κυβέρνηση. Αν και η παρουσία της δεν ήταν πάντα επιδέξια, δεν έθεσε εμφανώς σε κίνδυνο τη θέση της.
Η ακρόαση πραγματοποιήθηκε σε μια περίοδο πολιτικής ευαλωτότητας για την Γκάμπαρντ. Την Τρίτη, ένας από τους κορυφαίους συνεργάτες της, ο διευθυντής του Εθνικού Κέντρου Αντιτρομοκρατίας, Τζο Κεντ, αιφνιδίασε την κυβέρνηση Τραμπ ανακοινώνοντας δημόσια την παραίτησή του λόγω του πολέμου στο Ιράν. Ο ίδιος υποστήριξε ότι το Ιράν δεν αποτελούσε «άμεση απειλή» για τις Ηνωμένες Πολιτείες και ότι η κυβέρνηση Τραμπ παραπλανήθηκε, ώστε να εμπλακεί στον πόλεμο από το Ισραήλ.
Η επιστολή του Κεντ δημιούργησε σκιά πάνω από την πρώην Δημοκρατική, της οποίας οι παρεμβατικές θέσεις έχουν ήδη προκαλέσει απομόνωση εντός της κυβέρνησης Τραμπ. Από τότε που δημοσίευσε βίντεο προειδοποιώντας για πυρηνικό ολοκαύτωμα το περασμένο καλοκαίρι, η Γκάμπαρντ έχει μείνει εκτός σχεδιασμού του Λευκού Οίκου για στρατιωτικές επιχειρήσεις στο Ιράν και τη Βενεζουέλα, ενώ δεν έχει συμμετάσχει σε ενημερώσεις του Κογκρέσου για τη συνεχιζόμενη σύγκρουση. Σε συνέντευξή του στον συντηρητικό σχολιαστή, Τάκερ Κάρλσον, το βράδυ της Τετάρτης, ο Κεντ υποστήριξε ότι η Γκάμπαρντ θα μπορούσε να είχε προσφέρει έναν «έλεγχο λογικής» στον Τραμπ, εάν συμμετείχε στις συζητήσεις για τον πόλεμο.

Ερωτηθείσα από δημοσιογράφους αν η θέση της Γκάμπαρντ κινδυνεύει, η εκπρόσωπος Τύπου του Λευκού Οίκου, Καρολάιν Λέβιτ, δεν έδωσε σαφή στήριξη, δηλώνοντας: «Όχι από όσο γνωρίζω. Δεν έχω ακούσει τον πρόεδρο να λέει κάτι τέτοιο», προσθέτοντας ότι «προφανώς αυτό είναι ερώτηση για τον ίδιο».
Η κατάθεση της Γκάμπαρντ εντάχθηκε σε προγραμματισμένη ακρόαση μαζί με άλλους επικεφαλής των αμερικανικών υπηρεσιών πληροφοριών σχετικά με τις βασικές απειλές για την εθνική ασφάλεια. Μέχρι σήμερα είχε τηρήσει σε μεγάλο βαθμό σιγή για τον πόλεμο στο Ιράν και η συγκεκριμένη ακρόαση αποτέλεσε την πρώτη δημόσια τοποθέτησή της.
Σε αρκετές στιγμές επιχείρησε να ισορροπήσει ανάμεσα στη στήριξη των αποφάσεων του Λευκού Οίκου για την επίθεση στο Ιράν και στην αποφυγή πλήρους ταύτισης με αυτές. Από την αρχή ξεκαθάρισε στους νομοθέτες ότι δεν βρισκόταν εκεί για να εκφράσει «προσωπικές απόψεις», διαβάζοντας εκτιμήσεις των υπηρεσιών πληροφοριών που συνάδουν με τις προηγούμενες δηλώσεις του Τραμπ για την κοινή επίθεση με το Ισραήλ στις 28 Φεβρουαρίου.
Αρνήθηκε δύο φορές να απαντήσει αν η κοινότητα πληροφοριών συμφωνεί ότι το Ιράν αποτελούσε «άμεση απειλή» για τις Ηνωμένες Πολιτείες, επιμένοντας όμως ότι ο πρόεδρος είχε δίκιο να καταλήξει σε αυτό το συμπέρασμα πριν από τα πλήγματα.
Οι Ρεπουμπλικανοί στην επιτροπή δεν την πίεσαν για τη σχέση της με τον Κεντ. Ωστόσο, ο γερουσιαστής Τζον Κόρνιν από το Τέξας ζήτησε από τον διευθυντή της CIA, Τζον Ράτκλιφ, να αντικρούσει τον ισχυρισμό του Κεντ ότι το Ιράν δεν αποτελούσε άμεση απειλή. «Στην πραγματικότητα, οι πληροφορίες δείχνουν το αντίθετο», απάντησε ο Ράτκλιφ.
Παρά τον βασικό της στόχο να μην προκαλέσει τη δυσαρέσκεια του Λευκού Οίκου, η Γκάμπαρντ βρέθηκε κοντά σε αμήχανη στιγμή από την αρχή. Ο επικεφαλής Δημοκρατικός της επιτροπής, Μαρκ Γουόρνερ, από τη Βιρτζίνια, επεσήμανε ασυμφωνία ανάμεσα στα όσα είπε και σε γραπτή εκδοχή της εναρκτήριας δήλωσής της που είχε κατατεθεί εκ των προτέρων.
Στο γραπτό κείμενο ανέφερε ότι οι αμερικανικές αεροπορικές επιδρομές στο Ιράν το περασμένο καλοκαίρι «κατέστρεψαν ολοσχερώς» το πυρηνικό πρόγραμμα εμπλουτισμού της Τεχεράνης και ότι «δεν υπήρξε καμία προσπάθεια» ανασυγκρότησής του. Ωστόσο, κατά την κατάθεσή της δήλωσε ότι «το Ιράν προσπαθούσε να ανακάμψει από τις σοβαρές ζημιές στις πυρηνικές του υποδομές» πριν από την έναρξη της τρέχουσας σύγκρουσης, ευθυγραμμιζόμενη περισσότερο με τη θέση του Λευκού Οίκου ότι τα πλήγματα στόχευαν στην αποτροπή επανεκκίνησης του προγράμματος.
Η ίδια υποστήριξε ότι οι αλλαγές έγιναν λόγω έλλειψης χρόνου, με τον Γουόρνερ να απαντά: «Επιλέξατε να αφαιρέσετε τα σημεία που αντιφάσκουν με τον πρόεδρο».
Αργότερα, ο γερουσιαστής Τζον Όσοφ από την Τζόρτζια πίεσε την Γκάμπαρντ να εξηγήσει πώς η κοινότητα πληροφοριών θα μπορούσε να θεωρεί ότι το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν είχε «καταστραφεί ολοσχερώς», όπως είχε δηλώσει ο Τραμπ τον Ιούνιο, και ταυτόχρονα να αποτελεί «άμεση απειλή» τις τελευταίες εβδομάδες. Η Γκάμπαρντ απέφυγε την απάντηση, λέγοντας ότι μόνο ο πρόεδρος μπορεί να αποφασίσει ποιες απειλές είναι άμεσες.

Αντίθετα, ο Ράτκλιφ εμφανίστηκε πολύ πιο επιθετικός, δηλώνοντας ότι «οποιαδήποτε περιγραφή της Επιχείρησης Midnight Hammer ως κάτι λιγότερο από τεράστια επιτυχία είναι εντελώς ανακριβής», αναφερόμενος στα πλήγματα σε πυρηνικές εγκαταστάσεις του Ιράν.
Πολλοί Δημοκρατικοί γερουσιαστές, μεταξύ των οποίων οι Μαρκ Κέλι, Άνγκους Κινγκ και Μάικλ Μπένετ, έθεσαν ερωτήματα σχετικά με το αν οι υπηρεσίες πληροφοριών είχαν προειδοποιήσει τον Τραμπ ότι το Ιράν ενδέχεται να κλείσει τα Στενά του Ορμούζ ή να επιτεθεί ευρύτερα σε συμμάχους των ΗΠΑ σε περίπτωση πολέμου στη Μέση Ανατολή. Αν και σύμφωνα με τους νομοθέτες, αυτές οι πιθανότητες ήταν γνωστές εδώ και καιρό, ο Τραμπ δήλωσε σε συνέντευξη Τύπου τη Δευτέρα ότι «κανείς δεν περίμενε» τέτοιες ενέργειες από το Ιράν.
Το κλείσιμο των Στενών του Ορμούζ έχει οδηγήσει σε άνοδο των παγκόσμιων τιμών πετρελαίου, γεγονός που αποτελεί σημαντική πολιτική πρόκληση για την κυβέρνηση Τραμπ. Ο Ράτκλιφ, ωστόσο, επέμεινε ότι οι αμερικανικές Αρχές ήταν προετοιμασμένες για την αντίδραση του Ιράν.
Οι Δημοκρατικοί αξιοποίησαν επίσης την ακρόαση για να φέρουν σε δύσκολη θέση την Γκάμπαρντ σχετικά με την παρουσία της σε έφοδο του FBI σε εκλογικό κέντρο στην περιοχή της Ατλάντα τον Ιανουάριο, υποστηρίζοντας ότι υπερέβη τις αρμοδιότητές της, οι οποίες επικεντρώνονται στον συντονισμό ξένων πληροφοριών. Ένορκη κατάθεση που σχετίζεται με την επιχείρηση ανέφερε φερόμενες εκλογικές παρατυπίες, χωρίς όμως να γίνεται λόγος για απειλή από ξένες υπηρεσίες.
Ο Γουόρνερ εξέφρασε επίσης την ανησυχία του για το γεγονός ότι η υπηρεσία του Διευθυντή Εθνικών Πληροφοριών δεν συμπεριέλαβε την ξένη παρέμβαση ως βασική απειλή στις αμερικανικές εκλογές στην ετήσια έκθεσή της, που δημοσιοποιήθηκε κατά την έναρξη της ακρόασης. Όπως είπε, ήταν η πρώτη φορά που συνέβη κάτι τέτοιο από την παρέμβαση της Ρωσίας στις προεδρικές εκλογές του 2016.
«Δεν πιστεύω ότι αυτή η παράλειψη σημαίνει ότι η απειλή εξαφανίζεται», δήλωσε. «Σημαίνει ότι η κοινότητα πληροφοριών δεν επιτρέπεται πλέον να μιλά ειλικρινά για αυτό».