«Το κύμα φυγής πολλών νέων ανθρώπων από την Ελλάδα την προηγούμενη δεκαετία, λόγω της πολυετούς οικονομικής κρίσης του 2010-2018, έχει οδηγήσει σε μια επικρατούσα αντίληψη στο δημόσιο διάλογο ότι η Ελλάδα υποφέρει ακόμη από brain drain. Είναι, όμως, πράγματι έτσι;», διερωτάται, σε ανάρτησή του, ο υπουργός Επικρατείας Άκης Σκέρτσος και απαντά με τη γλώσσα των αριθμών.
«Τα συγκριτικά στοιχεία της Eurostat και της ΕΛΣΤΑΤ λένε πως όχι. Η τάση φυγής των Ελλήνων και Ελληνίδων έχει μετατραπεί, πλέον, ξεκάθαρα σε τάση επιστροφής προς την πατρίδα μας. Μάλιστα, το 2023 και το 2024 καταγράφηκαν οι ιστορικά υψηλότερες επιδόσεις επαναπατρισμού των τελευταίων πολλών χρόνων.
Ας δούμε τα πραγματικά δεδομένα με βάση τις χρονοσειρές των Ελλήνων πολιτών που εγκαταλείπουν και επιστρέφουν στην Ελλάδα από το 2010 έως το 2024 (τη χρονιά δηλαδή που υπάρχουν τα τελευταία διαθέσιμα στοιχεία).
Συνολικά από το 2010 έως το 2024 έχουν φύγει από την Ελλάδα 773.296 Έλληνες και Ελληνίδες και έχουν επιστρέψει 473.044. Σημειώνεται, δηλαδή, ένα έλλειμμα περίπου 300.000 Ελλήνων και Ελληνίδων πολιτών που ακόμη λείπουν από τη χώρα.
Ωστόσο, από το 2022 και μετά, δηλαδή μετά την πανδημία, τη σταθεροποίηση και ανάκαμψη της οικονομίας, οι επαναπατρισμοί Ελλήνων πολιτών σημειώνουν μια σταθερή και αξιοσημείωτη άνοδο που πλέον ξεπερνάει αριθμητικά την αντίστροφη φυγή Ελλήνων προς το εξωτερικό.
Συγκεκριμένα, την περίοδο 2022-2024 επέστρεψαν στην Ελλάδα 130.101 Έλληνες, περίπου 20.000 περισσότεροι, ενώ έφυγαν 110.223.
Αυτή η αναστροφή του brain drain σε brain gain είναι η πρώτη φορά που συμβαίνει από το 2010 και μετά και είναι μια πολύ ελπιδοφόρα τάση.
Μάλιστα, το 2024 αποτελεί χρονιά-ρεκόρ για τους επαναπατρισμούς Ελλήνων που ξεπέρασαν για πρώτη φορά τους 50.000 (51.993), ενώ ιστορικά κινούνταν μεταξύ 25.000-30.000 ετησίως. Αντίστοιχα, ενώ κατά τη δεκαετία της κρίσης οι Έλληνες που εγκατέλειπαν την Ελλάδα προσέγγιζαν ή και ξεπερνούσαν μεσοσταθμικά τους 60.000 ετησίως, το 2024 μειώθηκαν σχεδόν κατά 50% στους 32.141».
Όμως, σύμφωνα με τον Ά. Σκέρτσο, «τα στοιχεία αυτά δεν δικαιολογούν πανηγυρισμούς.
Επιβεβαιώνουν, ωστόσο, ότι η πατρίδα μας έχει καταφέρει να κερδίσει ξανά την εμπιστοσύνη των πολιτών που έφυγαν στη διάρκεια της κρίσης, ώστε να αρχίσουν σταδιακά να επιστρέφουν σε αυτήν. Κι ότι, ταυτόχρονα, δίνει περισσότερες ευκαιρίες σε όσους μένουν εδώ ώστε να μην αναγκάζονται να ξενιτεύονται για να βρουν την τύχη τους σε μια άλλη χώρα.
Παραμένουν, βεβαίως, μεγάλες προκλήσεις ακόμη στους μισθούς, στη στέγαση και στην ποιότητα ζωής των νέων ανθρώπων. Όμως, για πρώτη φορά μετά από πολλά χρόνια, η γενική τάση αλλάζει κατεύθυνση.
Τίποτα από όλα αυτά δεν συνέβη τυχαία ή από μόνο του. Η σταθερή μείωση 83 φόρων και εισφορών που βελτιώνουν το διαθέσιμο εισόδημα των πολιτών και δημιουργούν ευκαιρίες για επενδύσεις και νέες καλύτερα αμειβόμενες θέσεις εργασίας, η ψηφιοποίηση του κράτους που διευκολύνει την καθημερινότητα όλων μας, τα κίνητρα επαναπατρισμού που δίνουν 50% μειωμένη φορολογία εισοδήματος για 7 χρόνια σε όποιον/α επιστρέφει για να εργαστεί είτε στον ιδιωτικό είτε στο δημόσιο τομέα, αλλά και η μείωση της γραφειοκρατίας στην αναγνώριση εξειδικευμένων πτυχίων του εξωτερικού με την αυτόματη πλέον αναγνώριση π.χ. ιατρικών εξειδικεύσεων που αποκτώνται στις ΗΠΑ και σε άλλες χώρες εκτός ΕΕ, δημιουργούν ένα πιο φιλόξενο περιβάλλον για τους νέους ανθρώπους.
Αυτό είναι και το όραμά μας: η Ελλάδα να γίνει ξανά η χώρα που τα παιδιά μας θα θέλουν και θα επιλέγουν να μείνουν, να σπουδάσουν, να εργαστούν και να δημιουργήσουν εδώ στον τόπο μας.
Κι ας μην ξεχνάμε ποτέ: η εμπιστοσύνη έρχεται με τα πόδια, αλλά μπορεί να φύγει καλπάζοντας αν κάνουμε ξανά λάθος επιλογές», υπογραμμίζει κλείνοντας ο υπουργός Επικρατείας.