Η ενίσχυση των μέτρων προστασίας του πρωθυπουργικού γραφείου απέναντι στην αυξανόμενη απειλή από μη επανδρωμένα αεροσκάφη (drones), τα οποία τόσο ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή όσο και αυτός στην Ουκρανία μας δείχνουν ότι αποτελούν την πλέον σύγχρονη μορφή επιθέσεων κατά αντίπαλων στόχων, βρίσκεται πλέον στο επίκεντρο του σχεδιασμού των ελληνικών αρχών ασφαλείας. Στο πλαίσιο αυτό, εξετάζεται η εγκατάσταση προηγμένων συστημάτων anti-drone στο Μέγαρο Μαξίμου, στη Βουλή και σε μια σειρά από καίρια κυβερνητικά κτήρια της Αθήνας, όπως και σε υποδομές που θεωρούνται ευάλωτες.
Σύμφωνα με πληροφορίες από πηγές της αστυνομίας, αυτή την περίοδο βρίσκεται σε εξέλιξη ο συντονισμός ανάμεσα στο υπουργείο Προστασίας του Πολίτη και σε άλλα συναρμόδια υπουργεία, προκειμένου να δημιουργηθεί ένα πλέγμα προστασίας που θα καλύπτει συγκεκριμένα σημεία της Αττικής. Η πρωτοβουλία αυτή εντάσσεται σε έναν ευρύτερο σχεδιασμό για την αντιμετώπιση κινδύνων που συνδέονται με τη χρήση drones. Εξετάζεται μάλιστα το ενδεχόμενο παραχώρησης ενός σύνθετου συστήματος αντιμετώπισης μη επανδρωμένων αεροσκαφών από το υπουργείο Εθνικής Άμυνας προς την Ελληνική Αστυνομία. Το σύστημα αυτό θα μπορούσε να εγκατασταθεί σε κυβερνητικές εγκαταστάσεις υψηλής σημασίας, όπως το Μέγαρο Μαξίμου, αλλά και το διπλανό Προεδρικό Μέγαρο, συμβάλλοντας στην προστασία τους από πιθανές εναέριες απειλές.

Στο «τραπέζι» η δημιουργία ενός ευρύτερου δικτύου επιτήρησης και άμυνας σε αστικά κέντρα
Παράλληλα, βρίσκονται σε εξέλιξη επαφές μεταξύ του υπουργού Προστασίας του Πολίτη, Μιχάλη Χρυσοχοΐδη, και υπηρεσιακών στελεχών με τα υπουργεία Εθνικής Άμυνας και Ψηφιακής Διακυβέρνησης. Στόχος των συζητήσεων είναι η δημιουργία ενός ευρύτερου δικτύου επιτήρησης και άμυνας σε αστικά κέντρα, το οποίο θα καλύπτει σημεία ιδιαίτερης σημασίας, όπως πρεσβείες, δημόσια κτήρια, ενεργειακές εγκαταστάσεις, αλλά και χώρους με μεγάλη συγκέντρωση πολιτών.
Η ανάγκη για τέτοια μέτρα συνδέεται με το σενάριο χρήσης drones μικρού μεγέθους, τα οποία θα μπορούσαν να μεταφέρουν εκρηκτικά και να χρησιμοποιηθούν σε επιθέσεις. Ωστόσο, πριν από την εφαρμογή τέτοιων συστημάτων, προκύπτουν σημαντικά νομικά ζητήματα, καθώς η ενεργή εξουδετέρωση drones μέσα σε κατοικημένες περιοχές δεν είναι πλήρως ρυθμισμένη σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Επιπλέον, παραμένει εκκρεμές και το ζήτημα της δημιουργίας ολοκληρωμένου μητρώου για τα drones που χρησιμοποιούνται νόμιμα στη χώρα, αρμοδιότητα που ανήκει στην Πολιτική Αεροπορία. Η ύπαρξη μιας τέτοιας βάσης δεδομένων θεωρείται κρίσιμη, καθώς θα διευκόλυνε τον άμεσο διαχωρισμό μεταξύ επιτρεπόμενων πτήσεων και πιθανών απειλών.

Μέχρι σήμερα, οι ελληνικές αρχές διαθέτουν περιορισμένα μέσα για την αντιμετώπιση τέτοιων περιστατικών. Συγκεκριμένα, η ΕΛΑΣ χρησιμοποιεί λίγες φορητές συσκευές anti-drone παλαιότερης τεχνολογίας, οι οποίες είχαν παραχωρηθεί πριν από χρόνια από ιδιωτική εταιρεία που πλέον δεν δραστηριοποιείται, όπως αποκάλυψαν «Τα Νέα» σε ρεπορτάζ του Βασίλη Γ. Λαμπρόπουλου. Οι συσκευές αυτές μπορούν να μπλοκάρουν το σήμα καθοδήγησης ενός drone, όμως δεν έχουν δυνατότητα αυτόματου εντοπισμού του στόχου μέσω ηλεκτρονικών αισθητήρων και βασίζονται κυρίως στην οπτική παρατήρηση. Παρότι η χρήση τους δεν ανακοινώνεται δημόσια, αξιοποιούνται σε περιπτώσεις αυξημένων μέτρων ασφαλείας, όπως επισκέψεις ξένων αξιωματούχων ή σημαντικές κυβερνητικές συσκέψεις.
Στο παρελθόν είχε εξεταστεί η προμήθεια πιο προηγμένων συστημάτων. Το 2023, για παράδειγμα, υπήρξε σχεδιασμός για την αγορά δύο ολοκληρωμένων λύσεων αναχαίτισης drones, συνολικού κόστους περίπου 4 εκατομμυρίων ευρώ. Το ένα θα προοριζόταν για την προστασία της περιοχής γύρω από τη Βουλή και το Μέγαρο Μαξίμου, ενώ το δεύτερο θα εγκαθίστατο στο διεθνές αεροδρόμιο της Αθήνας. Το σχέδιο αυτό δεν προχώρησε τελικά, για λόγους που δεν έγιναν γνωστοί.
Σήμερα, ωστόσο, επανέρχεται μια νέα πρωτοβουλία με διαφορετικό μοντέλο υλοποίησης. Η Ελληνική Αστυνομία έχει ήδη κινήσει διαδικασία μέσω του ΤΑΙΠΕΔ για την προμήθεια και εγκατάσταση ενός ολοκληρωμένου διασυνδεδεμένου συστήματος που θα μπορεί να εντοπίζει, να παρακολουθεί και να αποτρέπει τη δράση μη επανδρωμένων αεροσκαφών σε ευαίσθητες περιοχές. Ο σχεδιασμός προβλέπει την προμήθεια τεσσάρων τέτοιων συστημάτων, με συνολικό προϋπολογισμό περίπου 2,8 εκατομμύρια ευρώ.
Πώς θα γίνεται η αποτροπή της απειλής

Σύμφωνα με τις τεχνικές προδιαγραφές, τα συστήματα που αναζητούνται θα πρέπει να μπορούν να ανιχνεύουν drones σε όλες τις γνωστές συχνότητες τηλεχειρισμού και σε απόσταση μεγαλύτερη των πέντε χιλιομέτρων από το σημείο εγκατάστασής τους. Παράλληλα, θα πρέπει να είναι σε θέση να αναγνωρίζουν το ίδιο το αεροσκάφος, να εντοπίζουν το σημείο από το οποίο το χειρίζεται ο χειριστής και να καταγράφουν σε πραγματικό χρόνο την πορεία του.
Σημαντικό στοιχείο της τεχνολογίας που εξετάζεται είναι η χρήση εξελιγμένων αλγορίθμων για τον εντοπισμό και την ταυτοποίηση των drones, χωρίς να απαιτείται παρεμβολή στις ραδιοσυχνότητες. Η αποτροπή της απειλής θα γίνεται μέσω ψηφιακών διαδικασιών που θα επιτρέπουν στο σύστημα είτε να απομακρύνει το drone από την προστατευόμενη ζώνη είτε να διακόπτει τη σύνδεσή του με το χειριστήριο. Σε ορισμένες περιπτώσεις, θα μπορεί ακόμη και να αναλαμβάνει τον έλεγχο της συσκευής, δίνοντας εντολή για ασφαλή προσγείωση σε προκαθορισμένο σημείο.