Οι ΗΠΑ και το Ισραήλ μπήκαν μαζί στον πόλεμο κατά του Ιράν με μια φαινομενικά κοινή ατζέντα, αλλά όσο οι βομβαρδισμοί συνεχίζονται, οι στόχοι τους αρχίζουν να απομακρύνονται επικίνδυνα.

Στις αρχικές φάσεις της εκστρατείας, η κοινή αεροπορική επιχείρηση ΗΠΑ–Ισραήλ έμοιαζε με την επιτομή της στρατηγικής σύμπλευσης: ισραηλινά F-15, με τον ίδιο τον διοικητή της ισραηλινής αεροπορίας, υποστράτηγο Τομέρ Μπαρ, να πετά σε αποστολή κρούσης πάνω από το Ιράν, και δεκάδες αμερικανικά ιπτάμενα τάνκερ να τροφοδοτούν τα μαχητικά στον δρόμο προς τους στόχους. Σε λίγες ημέρες, οι δύο αεροπορίες είχαν καταστρέψει το μεγαλύτερο μέρος της ιρανικής αντιαεροπορικής ομπρέλας, εγκαθιδρύοντας de facto αεροπορική κυριαρχία πάνω από την Ισλαμική Δημοκρατία και επεκτείνοντας τους βομβαρδισμούς πέρα από τα στενά όρια του πυρηνικού προγράμματος, σε κρίσιμες υποδομές και αποθήκες καυσίμων. Για την ισραηλινή στρατιωτική ελίτ, πρόκειται για την υλοποίηση ενός σχεδίου που προετοίμαζε επί δύο δεκαετίες, αλλά για την Ουάσιγκτον ο πόλεμος εξελίσσεται ήδη σε πιο περίπλοκη άσκηση ισορροπίας.

Ο Ντόναλντ Τραμπ, που ποτέ δεν ξεκαθάρισε με ακρίβεια τι θέλει να πετύχει με αυτή τη σύρραξη, κινείται ανάμεσα σε θριαμβολογικές δηλώσεις και καθησυχαστικά μηνύματα προς τις αγορές, αφήνοντας θολό τον ορίζοντα λήξης των επιχειρήσεων. Στη διάρκεια της δεύτερης εβδομάδας του πολέμου, ο Αμερικανός πρόεδρος μίλησε για πόλεμο «σχεδόν ολοκληρωμένο» και, λίγες ώρες μετά, για νίκη «σε πολλά επίπεδα, αλλά όχι αρκετά», σημάδι μιας πολιτικής που πρωτίστως στοχεύει στη σταθεροποίηση των τιμών ενέργειας και στην αποφυγή πανικού στις χρηματαγορές. Στον αντίποδα, ο Μπενιαμίν Νετανιάχου εμφανίζεται πιο απόλυτος: μιλά ανοιχτά για «δημιουργία συνθηκών» ώστε «ο γενναίος ιρανικός λαός να πάρει το πεπρωμένο του στα χέρια του», κωδικοποιώντας με διπλωματικούς όρους τον στόχο της αλλαγής καθεστώτος στην Τεχεράνη.

ΗΠΑ–Ισραήλ: διαφορετικοί στόχοι, κοινό μέτωπο

Πίσω από τις κοινές φωτογραφίες στα στρατιωτικά κέντρα επιχειρήσεων, Ισραηλινοί αξιωματούχοι διαπιστώνουν ότι ο Τραμπ είναι πολύ λιγότερο πρόθυμος για μια «καθαρή» ανατροπή του ιρανικού καθεστώτος απ’ όσο πίστευαν στην Ιερουσαλήμ. Η Ουάσιγκτον δείχνει να ενδιαφέρεται περισσότερο για τον έλεγχο της ροής ιρανικού πετρελαίου –που σήμερα καταλήγει κυρίως στην Κίνα, με έκπτωση λόγω αμερικανικών κυρώσεων– παρά για μια παρατεταμένη εκστρατεία με στόχο την πλήρη κατάρρευση της Ισλαμικής Δημοκρατίας. Καθώς ο Τραμπ ετοιμάζεται να συναντήσει τον Σι Τζινπίνγκ στο τέλος Μαρτίου, η προοπτική να κρατά στα χέρια του τον διακόπτη της ιρανικής ενέργειας μοιάζει με γεωπολιτικό όπλο πρώτης γραμμής για τη διαπραγμάτευση με το Πεκίνο.

Η πρώτη ρωγμή στο αφήγημα της πλήρους ταύτισης ΗΠΑ–Ισραήλ ήρθε όταν Αμερικανοί αξιωματούχοι εξοργίστηκαν για την κλίμακα ισραηλινής επίθεσης σε δεξαμενές καυσίμων στην Τεχεράνη στις 7 Μαρτίου, ερμηνεύοντας την κίνηση ως πλήγμα σε έναν πόρο που η Ουάσιγκτον θέλει να ελέγχει, όχι να καταστρέφει. Ταυτόχρονα, οι συζητήσεις στην Ουάσιγκτον αγγίζουν και το αν και πώς μπορεί να καθαριστεί ο Περσικός Κόλπος και τα Στενά του Ορμούζ από ιρανικές νάρκες και drones, προκειμένου να λειτουργούν ασφαλώς οι νηοπομπές των τάνκερ, χωρίς να δοθούν στην Τεχεράνη «ζουμεροί» αμερικανικοί στόχοι στη θάλασσα. Η συζήτηση για εμπλοκή των κρατών του Κόλπου στις επιθέσεις κατά του Ιράν σκοντάφτει στην έλλειψη εμπιστοσύνης προς ΗΠΑ και Ισραήλ, στους εσωτερικούς διχασμούς των μοναρχιών και στον φόβο εσωτερικών αναταραχών, που λειτουργούν ως φρένο σε μια ενιαία, επιθετική στάση απέναντι στην Τεχεράνη.

ΗΠΑ, Ισραήλ και ο παράγοντας «ιρανικός δρόμος»

Παρά τους εξοντωτικούς βομβαρδισμούς, η ιρανική ηγεσία παραμένει πολιτικά αμετακίνητη: ο θάνατος του αγιατολάχ Αλί Χαμενεΐ στην έναρξη του πολέμου ακολουθήθηκε από την ταχύτατη επιλογή νέου ανώτατου ηγέτη, με τις ενδείξεις να δείχνουν ότι οι Φρουροί της Επανάστασης ενισχύουν ακόμη περισσότερο τον έλεγχό τους στο σύστημα. Οι μαζικές διαδηλώσεις των τελευταίων μηνών, που είχαν ήδη κατασταλεί με αιματηρό τρόπο από τις δυνάμεις ασφαλείας, έχουν παγώσει όσο συνεχίζονται οι βομβαρδισμοί, καθώς οι Ιρανοί πολίτες διστάζουν να βγουν στους δρόμους υπό τα πυρά και τις ρουκέτες. Παρά τις επιθέσεις σε κεντρικά αρχηγεία της πολιτοφυλακής Μπασίτζ, όπως και του Σώματος των Φρουρών της Επανάστασης, οι βασικές δομές ισχύος του καθεστώτος δεν έχουν διαλυθεί, γεγονός που οδηγεί Ισραηλινούς αναλυτές να εκτιμούν ότι ενδεχόμενη εξέγερση θα χρειαστεί μήνες –αν όχι περισσότερο– για να ωριμάσει, σύμφωνα με το Politico.

Για το Ισραήλ, η παράταση του πολέμου χωρίς σαφή πολιτική κατάληξη εγκυμονεί σοβαρούς κινδύνους: η χώρα παραμένει εκτεθειμένη σε ιρανικές πυραυλικές επιθέσεις, ενώ η προοπτική μιας επιδεινούμενης δεύτερης μετώπης με τη Χεζμπολάχ στον Λίβανο βρίσκεται διαρκώς στο τραπέζι. Ταυτόχρονα, ο Νετανιάχου έχει το βλέμμα στραμμένο στις δικές του κάλπες, γνωρίζοντας ότι μια βεβιασμένη παύση πυρός θα μπορούσε να εκληφθεί ως αποτυχία, ειδικά αφού πέρυσι τον Ιούνιο, στο τέλος της προηγούμενης ισραηλινοϊρανικής αναμέτρησης, διακήρυξε ότι είχε «αφαιρέσει δύο υπαρξιακές απειλές», το πυρηνικό και το πυραυλικό πρόγραμμα της Τεχεράνης, μόνο για να δει, οκτώ μήνες μετά, ιρανικούς πυραύλους να πέφτουν ξανά στο ισραηλινό έδαφος. Όπως όλα δείχνουν, ΗΠΑ και Ισραήλ θα σπεύσουν να παρουσιάσουν ως νίκη οποιοδήποτε σενάριο λήξης του πολέμου, όμως η πειθώ απέναντι σε ψηφοφόρους και διεθνή κοινή γνώμη θα είναι ίσως η πιο δύσκολη μάχη αυτής της σύγκρουσης.