Το χρόνιο στρες μπορεί να επιταχύνει τη βιολογική γήρανση του ανθρώπινου οργανισμού, ανεξάρτητα από το αν προέρχεται από οικονομικές δυσκολίες, υπερωρίες στη δουλειά ή ακόμη και από ανθρώπους του περιβάλλοντός μας που δημιουργούν συνεχώς προβλήματα. Νέα επιστημονική έρευνα έρχεται να δείξει ότι τα άτομα που προκαλούν συστηματικά εντάσεις ή δυσκολίες στην καθημερινότητα, οι λεγόμενοι «ενοχλητικοί» άνθρωποι, ενδέχεται να επηρεάζουν άμεσα τον ρυθμό με τον οποίο γερνούν τα κύτταρα του οργανισμού.

Σύμφωνα με τα ευρήματα μελέτης που πραγματοποιήθηκε στην Ιντιάνα των Ηνωμένων Πολιτειών, η παρουσία τέτοιων ανθρώπων στη ζωή κάποιου μπορεί να επιταχύνει τη γήρανση των κυττάρων κατά περίπου 1,5%. Αυτό σημαίνει ότι τα κύτταρα που επηρεάζονται από τέτοιου είδους στρεσογόνες κοινωνικές σχέσεις γερνούν περίπου 1,015 βιολογικά χρόνια για κάθε ημερολογιακό έτος.

Ο επικεφαλής συγγραφέας της μελέτης και καθηγητής κοινωνιολογίας στο πανεπιστήμιο της Νέας Υόρκης, Μπιουνγκκιού Λι, διευκρίνισε ότι τα αποτελέσματα δεν σημαίνουν απαραίτητα ότι οι ενοχλητικοί άνθρωποι προκαλούν άμεσα τη γήρανση. Όπως εξήγησε, οι ερευνητές διαπίστωσαν «ένα είδος συσχέτισης μεταξύ της ύπαρξης τέτοιων ανθρώπων στη ζωή κάποιου και του ρυθμού γήρανσης».

Οι ερευνητές διαπίστωσαν επίσης ότι η συστηματική ενόχληση από άλλους ανθρώπους μπορεί να προκαλέσει βιολογικές επιπτώσεις παρόμοιες με εκείνες που προκαλούν παραδοσιακοί χρόνιοι στρεσογόνοι παράγοντες, όπως τα οικονομικά προβλήματα, οι διακρίσεις σε επίπεδο συστήματος και οι πιέσεις στον εργασιακό χώρο. Η επιταχυνόμενη γήρανση που προκύπτει από τέτοιες συνθήκες μπορεί να οδηγήσει σε φλεγμονές, εξασθένηση του ανοσοποιητικού συστήματος και αυξημένο κίνδυνο εμφάνισης καρδιαγγειακών παθήσεων, μεταξύ άλλων κινδύνων για την υγεία.

Η συν-συγγραφέας της μελέτης και καθηγήτρια κοινωνιολογίας στο Πανεπιστήμιο της Ιντιάνα, Μπρία Πέρι, δήλωσε στην εφημερίδα The Washington Post ότι «ακόμη και μικρές επιδράσεις όσον αφορά τη βιολογική γήρανση μπορούν να συσσωρευτούν με την πάροδο του χρόνου».

Για να καταλήξουν στα συμπεράσματά τους, οι ερευνητές ανέλυσαν δεδομένα από πρόσφατη έρευνα υγείας στην Ιντιάνα, στην οποία συμμετείχαν περισσότεροι από 2.000 άνθρωποι. Οι συμμετέχοντες κλήθηκαν να αξιολογήσουν τις σχέσεις τους κατά τους προηγούμενους έξι μήνες, να περιγράψουν τη γενική κατάσταση της υγείας τους και να αναφέρουν πόσο συχνά άλλοι άνθρωποι στη ζωή τους δημιουργούσαν προβλήματα ή τους προκαλούσαν ενόχληση.

Παράλληλα, οι ερευνητές συνέλεξαν δείγματα σάλιου προκειμένου να μελετήσουν τους επιγενετικούς δείκτες κάθε συμμετέχοντα. Με τη χρήση προηγμένων εργαλείων ανάλυσης DNA, η επιστημονική ομάδα μπόρεσε να προβλέψει τα ατομικά πρότυπα γήρανσης, πιθανούς κινδύνους για άλλες παθήσεις και τον κίνδυνο θνησιμότητας.

Τα αποτελέσματα φαίνεται να είναι ακόμη πιο ανησυχητικά για άτομα που δηλώνουν ότι διατηρούν στενές σχέσεις με πολλούς ανθρώπους που δημιουργούν συνεχώς προβλήματα. Η αρνητική επίδραση στην κυτταρική υγεία ήταν ακόμη μεγαλύτερη όταν το πρόσωπο που προκαλούσε το στρες ήταν μέλος της οικογένειας, συνήθως παιδί ή γονέας.

Οι αρνητικές κοινωνικές σχέσεις, είτε μέσα στην οικογένεια είτε εκτός αυτής, δεν είναι σπάνιο φαινόμενο. Σύμφωνα με τη μελέτη, περίπου το 30% των ανθρώπων δήλωσε ότι έχει τουλάχιστον έναν τέτοιο «ενοχλητικό» άνθρωπο στον στενό κοινωνικό του κύκλο. Οι συγγραφείς της έρευνας επισήμαναν ωστόσο ότι τέτοιες εμπειρίες εμφανίζονται δυσανάλογα συχνότερα σε άτομα που αντιμετωπίζουν μεγαλύτερες κοινωνικές και υγειονομικές ευαλωτότητες.

Ειδικότερα, η μελέτη έδειξε ότι οι άνθρωποι με χειρότερη γενική κατάσταση υγείας, καθώς και όσοι δήλωσαν ότι είχαν δύσκολη παιδική ηλικία ήταν πιο πιθανό να αναφέρουν ότι έχουν τέτοιους ανθρώπους στη ζωή τους. Επιπλέον, οι γυναίκες, ανεξάρτητα από άλλους παράγοντες, ανέφεραν ότι έχουν περισσότερους ανθρώπους που δημιουργούν προβλήματα σε σχέση με τους άνδρες, κάτι που δεν εξέπληξε ιδιαίτερα τους ερευνητές.

Όπως εξήγησε η Μπρία Πέρι, «οι γυναίκες τείνουν να επηρεάζονται δυσανάλογα, τόσο θετικά όσο και αρνητικά, από όσα συμβαίνουν στις σχέσεις τους και από τη σχέση τους με τους άλλους ανθρώπους». Σύμφωνα με την ίδια, δεν αποτέλεσε έκπληξη το γεγονός ότι οι γυναίκες μπορεί να αναφέρουν περισσότερους ανθρώπους που δημιουργούν προβλήματα στη ζωή τους, εν μέρει επειδή είναι πιθανότερο να αντιλαμβάνονται τα προβλήματα που αντιμετωπίζουν οι άλλοι και να τα βιώνουν οι ίδιες ως πηγή στρες.

Παρά τα αρνητικά ευρήματα, οι επιστήμονες υπογραμμίζουν ότι οι κοινωνικές σχέσεις μπορούν να έχουν και θετικό αντίκτυπο στην υγεία. Ισχυροί και θετικοί δεσμοί έχουν συνδεθεί με χαμηλότερο κίνδυνο γνωστικής έκπτωσης καθώς και με μεγαλύτερο προσδόκιμο ζωής.

Η λύση, σύμφωνα με τους ερευνητές, δεν είναι η κοινωνική απομόνωση, καθώς και αυτή μπορεί να έχει σοβαρές συνέπειες για την υγεία. Μάλιστα, πρόσφατη έκθεση του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας ανέφερε ότι περίπου 871.000 θάνατοι ετησίως μπορούν να αποδοθούν στη μοναξιά.

Ωστόσο, η παρατεταμένη στενή επαφή με ανθρώπους που προκαλούν συνεχώς προβλήματα μπορεί να μειώνει τα χρόνια ζωής. Όταν η πλήρης απομάκρυνση δεν είναι εφικτή, όπως συμβαίνει συχνά με μέλη της οικογένειας, συγκατοίκους, γείτονες ή συναδέλφους, η Μπρία Πέρι προτείνει μια διαφορετική στρατηγική: τον καθορισμό ορίων.

Όπως συμβουλεύει η ίδια, «μόλις αναγνωρίσετε ότι κάποιος που δημιουργεί προβλήματα έχει αυτές τις αρνητικές βιολογικές συνέπειες για εσάς, θέστε όρια στην προσπάθεια που επενδύετε σε αυτή τη σχέση».