Ο Κεμάλ Κιλιτσντάρογλου επιστρέφει στο επίκεντρο της Τουρκίας με τον πιο παράδοξο τρόπο: όχι επειδή κέρδισε εκλογές, όχι επειδή κατέκτησε ξανά το Ρεπουμπλικανικό Λαϊκό Κόμμα (CHP) σε συνέδριο, αλλά επειδή μια δικαστική απόφαση ακύρωσε το συνέδριο του 2023 που τον είχε απομακρύνει από την ηγεσία και είχε αναδείξει τον Οζγκιούρ Οζέλ. Η πιθανή επαναφορά του παλιού αρχηγού απειλεί να ανοίξει ξανά όλες τις πληγές της τουρκικής αντιπολίτευσης: την ήττα του 2023, την πικρία των «Ιμαμογλικών», τις εσωτερικές φατρίες του CHP, την καχυποψία των Κούρδων, τον φόβο των εθνικιστών και το αιώνιο ερώτημα αν το κόμμα του Ατατούρκ μπορεί πράγματι να κυβερνήσει τη μετα-ερντογανική Τουρκία.
Ο Κιλιτσντάρογλου είναι μια από τις πιο αντιφατικές προσωπικότητες της σύγχρονης τουρκικής πολιτικής. Δεν είναι χαρισματικός όπως ο Ερντογάν, δεν έχει το λαϊκό ένστικτο του Μουχαρέμ Ιντζέ, δεν έχει τη μητροπολιτική λάμψη του Εκρέμ Ιμάμογλου, ούτε την εθνικιστική απήχηση του Μανσούρ Γιαβάς. Είναι τεχνοκράτης, γραφειοκράτης, άνθρωπος των φακέλων, των ελέγχων και των αριθμών. Κι όμως, αυτός ο χαμηλόφωνος πολιτικός ήταν ο άνθρωπος που κατάφερε να μετατρέψει το παλιό, αστικό, κεμαλικό CHP σε κορμό μιας ιστορικά ετερόκλητης αντι-ερντογανικής συμμαχίας.
Ο Κιλιτσντάρογλου από το Ντερσίμ στην Άγκυρα
Ο Κεμάλ Κιλιτσντάρογλου γεννήθηκε στις 17 Δεκεμβρίου 1948 στο χωριό Μπαλίτζα της επαρχίας Τουντζελί, στην περιοχή που ιστορικά είναι γνωστή ως Ντερσίμ. Το αρχικό οικογενειακό επώνυμο ήταν Καραμπουλούτ, όμως αργότερα άλλαξε σε Κιλιτσντάρογλου. Η οικογένειά του συνδέεται με τους Κουρεϊσάν, ένα σημαντικό αλεβιτικό «οτζάκ», δηλαδή μια θρησκευτικο-κοινωνική γραμμή που στον κόσμο των Αλεβιτών φέρει ιδιαίτερο κύρος.

Η ταυτότητά του είναι από μόνη της πολιτικό γεγονός στην Τουρκία. Είναι Αλεβίτης, προέρχεται από περιοχή με έντονο κουρδικό και ζαζαϊκό στοιχείο και έχει συνδεθεί άλλοτε με τους Ζαζά, άλλοτε με τους Κούρδους, άλλοτε με την αλεβιτική παράδοση του Ντερσίμ. Στην Τουρκία, αυτά δεν είναι απλές βιογραφικές λεπτομέρειες. Είναι κοινωνικοί κώδικες. Σε μια χώρα όπου το βαθύ κράτος, ο σουνιτικός συντηρητισμός, ο τουρκικός εθνικισμός και ο κεμαλικός κρατισμός έχουν ιστορικά φορτώσει το Ντερσίμ με καχυποψία, ένας Αλεβίτης από το Τουντζελί δεν διαβάζεται ποτέ απλώς ως πολιτικός. Διαβάζεται ως ταυτότητα.
Στα φιλοκυβερνητικά και εθνικιστικά περιβάλλοντα, η καταγωγή του χρησιμοποιήθηκε επανειλημμένα ως όπλο πολιτικής φθοράς. Σε πιο χαμηλής αξιοπιστίας φόρουμ και παραπολιτικές συζητήσεις, η συζήτηση γύρω από το αν είναι Κούρδος, Ζαζά, Αλεβίτης, Τουρκομάνος ή ακόμη και αν έχει αρμενικές ρίζες μετατράπηκε σε κανονικό πεδίο ταυτοτικής λάσπης. Δεν πρόκειται για αξιόπιστη βιογραφική πληροφορία· πρόκειται όμως για υπαρκτό σύμπτωμα του τρόπου με τον οποίο λειτουργεί η τουρκική πολιτική κοινωνία: όποιος απειλεί την κεντρική σουνιτοτουρκική αφήγηση, πρώτα αμφισβητείται ως «δικός μας» και μετά ως ικανός να κυβερνήσει.
Ο γραφειοκράτης Κιλιτσντάρογλου που έγινε πολιτικός
Πριν γίνει πολιτικός, ο Κιλιτσντάρογλου υπήρξε κλασικό παιδί της τουρκικής γραφειοκρατίας. Σπούδασε οικονομικά στην Άγκυρα, εργάστηκε στο υπουργείο Οικονομικών και στη συνέχεια ανέβηκε στη δημόσια διοίκηση, φτάνοντας στη διοίκηση του SSK, του τουρκικού οργανισμού κοινωνικής ασφάλισης. Η εικόνα του ήταν αυτή του έντιμου, αυστηρού, οικονομικού επιθεωρητή που διαβάζει αριθμούς και ψάχνει ατασθαλίες.
Αυτό το προφίλ τον ακολούθησε και στην πολιτική. Δεν εμφανίστηκε ως ο άνθρωπος της μεγάλης εξέδρας, αλλά ως ο άνθρωπος που καταγγέλλει φακέλους διαφθοράς. Η δημόσια ταυτότητά του χτίστηκε πάνω στην εικόνα του «καθαρού χεριού» απέναντι στο πελατειακό σύστημα του AKP. Γι’ αυτό και οι Τούρκοι δημοσιογράφοι τον βάφτισαν «Γκάντι Κεμάλ»: λόγω της ήρεμης φυσιογνωμίας, της χαμηλής έντασης, της λιτής εικόνας και της εμμονής στη θεσμική αντιπαράθεση.
Η άνοδος στο CHP μετά την πτώση Μπαϊκάλ
Ο Κιλιτσντάρογλου μπήκε στο κοινοβούλιο με το CHP το 2002, την ίδια χρονιά που το AKP του Ερντογάν σάρωνε το παλιό πολιτικό σύστημα. Η πραγματική του εκτόξευση ήρθε το 2010, μετά την παραίτηση του Ντενίζ Μπαϊκάλ από την ηγεσία του CHP, έπειτα από το σκάνδαλο με βίντεο προσωπικού περιεχομένου, για το οποίο οι φήμες λένε ότι το διέρρευσε ο ίδιος ο Κιλιτσντάρογλου. Το κόμμα χρειαζόταν καθαρή εικόνα, ήρεμο πρόσωπο και κάποιον που δεν θα κουβαλούσε το βάρος της παλιάς φρουράς. Ο Κιλιτσντάρογλου ταίριαζε ιδανικά.

Η εκλογή του δημιούργησε αρχικά προσδοκία. Το CHP ήταν το κόμμα του κράτους, του Ατατούρκ, της κοσμικότητας και της παλιάς κεμαλικής ελίτ, αλλά είχε μετατραπεί σε κόμμα περιορισμένης απήχησης: δυνατό στα δυτικά παράλια, στις μεγάλες πόλεις, στους κοσμικούς, στους δημόσιους υπαλλήλους, στους Αλεβίτες και σε τμήματα της μορφωμένης μεσαίας τάξης, αλλά αδύναμο στην Ανατολία, στους συντηρητικούς, στους θρησκευόμενους, στους Κούρδους και στην περιφέρεια.

Ο Κιλιτσντάρογλου επιχείρησε να κάνει το CHP κάτι πιο ευρύ: όχι απλώς κεμαλικό κόμμα διαμαρτυρίας, αλλά κόμμα εξουσίας. Η στρατηγική του ήταν να ανοίξει πόρτες προς κοινωνίες που ιστορικά φοβούνταν ή απέρριπταν το CHP: Κούρδους, συντηρητικούς, φτωχά στρώματα, θρησκευόμενους, πρώην ψηφοφόρους της Δεξιάς.
Το «helalleşme» και η απόπειρα συμφιλίωσης
Η πιο χαρακτηριστική ιδέα του ήταν το «helalleşme», δηλαδή η πολιτική συγγνώμη, συμφιλίωση και αναγνώριση παλιών πληγών. Με αυτή τη γραμμή προσπάθησε να πει ότι το CHP δεν μπορεί να ζητά εξουσία από τους πολίτες αν δεν αναγνωρίσει ότι το ίδιο, ως ιστορικός φορέας του κράτους, πλήγωσε θρησκευόμενους, Κούρδους, Αλεβίτες, συντηρητικούς και μειονότητες.
Αυτό ήταν τολμηρό, αλλά και επικίνδυνο. Για τους φιλελεύθερους και τους δημοκρατικούς κύκλους, ήταν επιτέλους μια απόπειρα να αποκοπεί το CHP από τον αυταρχικό κεμαλισμό. Για τους σκληρούς κεμαλιστές, ήταν σχεδόν προδοσία. Στο εσωτερικό του κόμματος πολλοί έβλεπαν με δυσφορία ότι ο πρόεδρός τους μιλούσε για λάθη του CHP, έκανε ανοίγματα σε ισλαμικής καταγωγής κόμματα και προσπαθούσε να οικοδομήσει γέφυρες με τον κουρδικό χώρο.
Εδώ βρίσκεται και το πρώτο μεγάλο παράδοξο του Κιλιτσντάρογλου: ήταν αρκετά τολμηρός για να σπάσει τα ταμπού του CHP, αλλά όχι αρκετά χαρισματικός για να κάνει τις νέες κοινωνικές ομάδες να πιστέψουν ότι το κόμμα άλλαξε οριστικά.

Οι ήττες από τον Ερντογάν
Η ηγεσία Κιλιτσντάρογλου ήταν γεμάτη ήττες. Το 2011 το CHP ανέβηκε, αλλά δεν απείλησε το AKP. Το 2014 ο κοινός υποψήφιος της αντιπολίτευσης, Εκμελεντίν Ιχσάνογλου, αποδείχθηκε άχρωμη επιλογή: αρκετά συντηρητικός για να ξενίσει τους κεμαλικούς, όχι αρκετά δυναμικός για να συγκινήσει τους δεξιούς. Το 2015 το CHP δεν κατάφερε να μετατρέψει την απώλεια αυτοδυναμίας του AKP σε πολιτική ανατροπή. Το 2018 ο Μουχαρέμ Ιντζέ έφερε ενθουσιασμό, αλλά όχι νίκη. Το 2023, όταν όλα έμοιαζαν ευνοϊκά, έχασε ξανά.
Η πολιτική του μοίρα ήταν να βρίσκεται πάντα απέναντι σε έναν Ερντογάν που ήξερε να μετατρέπει κάθε αναμέτρηση σε υπαρξιακό δημοψήφισμα: πατρίδα ή προδοσία, θρησκεία ή ελίτ, λαός ή γραφειοκρατία, σταθερότητα ή χάος. Ο Κιλιτσντάρογλου απαντούσε με θεσμούς, δικαιοσύνη, διαφάνεια και οικονομικά επιχειρήματα. Σε μια κανονική ευρωπαϊκή δημοκρατία, αυτά θα μπορούσαν να είναι αρκετά. Στην Τουρκία του Ερντογάν, δεν ήταν.
Το πραξικόπημα και η αλλαγή πολιτεύματος
Η απόπειρα πραξικοπήματος της 15ης Ιουλίου 2016 άλλαξε το έδαφος κάτω από τα πόδια όλων. Ο Κιλιτσντάρογλου καταδίκασε την απόπειρα, συμμετείχε αρχικά στο κλίμα εθνικής ενότητας, αλλά στη συνέχεια κατήγγειλε ότι ο Ερντογάν αξιοποίησε το σοκ για να χτίσει ένα νέο υπερπροεδρικό καθεστώς.
Το δημοψήφισμα του 2017 ήταν κομβικό. Η Τουρκία πέρασε από κοινοβουλευτικό σε προεδρικό σύστημα με οριακό αποτέλεσμα. Η αντιπολίτευση μίλησε για σοβαρές παρατυπίες, κυρίως μετά την αποδοχή μη σφραγισμένων ψηφοδελτίων από την Ανώτατη Εκλογική Επιτροπή. Η αλλαγή πολιτεύματος δεν ήταν απλώς θεσμική μεταβολή· ήταν η στιγμή που ο Ερντογάν μετέτρεψε την Τουρκία σε σύστημα ενός ανδρός, με τον πρόεδρο να ελέγχει κυβέρνηση, κράτος, διοίκηση και μεγάλο μέρος της δημόσιας ατζέντας.
Ο Κιλιτσντάρογλου απάντησε με την Πορεία Δικαιοσύνης το 2017, από την Άγκυρα στην Κωνσταντινούπολη. Ήταν η πιο επιτυχημένη συμβολική στιγμή του. Για πρώτη φορά έδειξε ότι μπορούσε να βγάλει κόσμο στον δρόμο όχι με οργή, αλλά με μια ήρεμη, πεισματική, θεσμική αντίσταση.

Ο Μουχαρέμ Ιντζέ και η χαμένη νύχτα του 2018
Το 2018 το CHP επέλεξε τον Μουχαρέμ Ιντζέ ως προεδρικό υποψήφιο. Ο Ιντζέ ήταν το αντίθετο του Κιλιτσντάρογλου: λαϊκός, επιθετικός, ρητορικός, ικανός να γεμίζει πλατείες και να μιλά στη γλώσσα του θυμού. Για λίγο, η αντιπολίτευση πίστεψε ότι βρήκε τον δικό της Ερντογάν. Δεν τον βρήκε.
Το βράδυ των εκλογών, ο Ιντζέ χάθηκε από το προσκήνιο την ώρα που οι ψηφοφόροι του περίμεναν να αμφισβητήσει το αποτέλεσμα ή έστω να εμφανιστεί μπροστά τους. Η φράση «adam kazandı», δηλαδή «ο άνθρωπος κέρδισε», έγινε τραύμα για την αντιπολίτευση. Για πολλούς CHPικούς, εκείνη η βραδιά ήταν η απόδειξη ότι ο Ιντζέ δεν είχε την αντοχή της τελικής σύγκρουσης. Για τους υποστηρικτές του Ιντζέ, ήταν η απόδειξη ότι το κομματικό κέντρο του Κιλιτσντάρογλου δεν τον στήριξε πραγματικά.
Η σχέση τους δεν επουλώθηκε ποτέ. Ο Ιντζέ έφυγε, ίδρυσε το Memleket Partisi και το 2023 επιχείρησε να επιστρέψει ως τρίτος πόλος. Η υποψηφιότητά του απειλούσε να κόψει κρίσιμες ψήφους από τον Κιλιτσντάρογλου στον πρώτο γύρο. Αποσύρθηκε λίγο πριν τις εκλογές, καταγγέλλοντας βρώμικη εκστρατεία και πλαστό υλικό σε βάρος του, όμως δεν έδωσε καθαρή στήριξη στον παλιό του αντίπαλο.

Το ερώτημα Ιμάμογλου
Το μεγάλο λάθος του Κιλιτσντάρογλου, κατά τους επικριτές του, ήταν ότι το 2023 δεν έδωσε το χρίσμα στον Εκρέμ Ιμάμογλου ή στον Μανσούρ Γιαβάς. Ο Ιμάμογλου είχε κερδίσει την Κωνσταντινούπολη το 2019, είχε αντέξει την ακύρωση της πρώτης εκλογής, είχε ξανακερδίσει με μεγαλύτερη διαφορά και είχε χτίσει εικόνα νικητή. Ο Γιαβάς είχε προφίλ εθνικιστή, καθαρού διαχειριστή και δημάρχου που μπορούσε να μιλήσει σε συντηρητικούς ψηφοφόρους.
Η Μεράλ Ακσενέρ το είπε σχεδόν ωμά όταν αποχώρησε προσωρινά από το Τραπέζι των Έξι: η συμμαχία είχε μετατραπεί σε «τραπέζι συμβολαιογράφου» που επικύρωνε τον Κιλιτσντάρογλου. Ζήτησε από Ιμάμογλου και Γιαβάς να αναλάβουν την υποψηφιότητα. Η κρίση έκλεισε με συμβιβασμό: οι δύο δήμαρχοι θα ήταν αντιπρόεδροι αν κέρδιζε ο Κιλιτσντάρογλου. Όμως το μήνυμα είχε ήδη περάσει στην κοινωνία: ακόμη και μέσα στην αντιπολίτευση πολλοί πίστευαν ότι ο Κιλιτσντάρογλου δεν ήταν ο πιο εκλόγιμος.
Γιατί επέμεινε; Επειδή πίστευε ότι αυτός είχε χτίσει τη συμμαχία. Επειδή θεωρούσε ότι μόνο εκείνος μπορούσε να κρατήσει στο ίδιο τραπέζι κεμαλιστές, δεξιούς, ισλαμικής καταγωγής συντηρητικούς, Κούρδους, φιλελεύθερους και εθνικιστές. Επειδή φοβόταν ότι ο Ιμάμογλου ήταν υπερβολικά αυτόνομος και ότι, αν κέρδιζε, θα γινόταν ο πραγματικός αρχηγός του CHP και της αντιπολίτευσης. Και επειδή στο CHP υπάρχει πάντα το ένστικτο του κομματικού μηχανισμού: ο δήμαρχος που γίνεται πολύ δημοφιλής θεωρείται ευλογία μέχρι να αρχίσει να απειλεί το κέντρο.
Η αλεβιτική ταυτότητα ως αόρατο ταβάνι
Το 2023 ο Κιλιτσντάρογλου έκανε κάτι πρωτοφανές: βγήκε ανοιχτά και είπε «είμαι Αλεβίτης». Το βίντεο έγινε τεράστιο πολιτικό γεγονός. Δεν απευθυνόταν μόνο στους Αλεβίτες. Απευθυνόταν κυρίως στη σουνιτική πλειοψηφία και στους νέους: αν η Τουρκία θέλει να είναι δημοκρατία, πρέπει να αποδεχθεί ότι ένας Αλεβίτης μπορεί να γίνει πρόεδρος.
Το βίντεο συγκίνησε πολλούς, αλλά αποκάλυψε και το πρόβλημα. Ο Κιλιτσντάρογλου δεν είχε μόνο να νικήσει τον Ερντογάν. Έπρεπε να νικήσει ένα βαθύ κοινωνικό αντανακλαστικό: την ιδέα ότι το κράτος ανήκει τελικά στους σουνίτες Τούρκους, ενώ οι Αλεβίτες, οι Κούρδοι, οι Ζαζά, οι Ντερσιμλήδες και οι μειονότητες μπορούν να συμμετέχουν, αλλά όχι να κυβερνούν.
Στον κουρδικό χώρο η εικόνα ήταν πιο σύνθετη. Οι φιλοκουρδικοί ψηφοφόροι στήριξαν σε μεγάλο βαθμό τον Κιλιτσντάρογλου, ειδικά στον δεύτερο γύρο. Το HDP δεν κατέβασε δικό του προεδρικό υποψήφιο, ανοίγοντας τον δρόμο για την αντι-ερντογανική συσπείρωση. Δημοσκοπικά και εκλογικά στοιχεία έδειχναν υψηλή στήριξη στον Κιλιτσντάρογλου στις μεγάλες κουρδικές επαρχίες.
Η διάκριση Κούρδων, Ζαζά, Αλεβιτών και σουνιτικών κουρδικών δικτύων είναι υπαρκτή και πολιτικά ευαίσθητη. Υπάρχουν τοπικές καχυποψίες, θρησκευτικές αποστάσεις και φυλετικές ισορροπίες, ειδικά στην ανατολική και νοτιοανατολική Τουρκία. Αν και δεν τεκμηριώνεται επισήμως ότι η ήττα του οφείλεται σε οργανωμένη άρνηση των κουρδικών φυλών επειδή είναι Ζαζά, όμως η φήμη κυκλοφορεί ακόμα και πριν από τα αποτελέσματα. Το πιο ακριβές είναι ότι η αλεβιτική-ντερσιμλήδικη ταυτότητά του τον βοήθησε σε τμήματα της κουρδικής και αλεβιτικής βάσης, αλλά τον δυσκόλεψε σε σουνιτικά, εθνικιστικά και βαθιά συντηρητικά ακροατήρια.

Η κουρδική στήριξη και το εθνικιστικό κόστος
Ο Κιλιτσντάρογλου χρειαζόταν τους Κούρδους για να κερδίσει. Χρειαζόταν όμως και εθνικιστές για να περάσει το 50%. Αυτή ήταν η αδύνατη εξίσωση. Αν πλησίαζε πολύ το HDP/YSP, έχανε εθνικιστές. Αν πήγαινε πολύ δεξιά, αποξένωνε Κούρδους. Στον δεύτερο γύρο, έκανε σκληρή στροφή στο μεταναστευτικό και συμφώνησε με τον Ουμίτ Οζντάγ του ακροδεξιού Zafer Partisi, υποσχόμενος αυστηρή πολιτική επιστροφής προσφύγων.
Αυτή η κίνηση μπορεί να του έφερε ένα τμήμα εθνικιστών, αλλά δεν αρκούσε. Ταυτόχρονα, χάλασε την εικόνα της «αγάπης και συμφιλίωσης» που είχε χτίσει στον πρώτο γύρο. Η καμπάνια του πέρασε από το ήρεμο μήνυμα «θα φέρω άνοιξη» σε ένα σκληρό μήνυμα ασφάλειας, συνόρων και προσφύγων. Η αλλαγή ήταν τόσο απότομη που έμοιαζε περισσότερο με πανικό παρά με στρατηγική.
Οι υποψίες νοθείας
Οι εκλογές του 2023 δεν ήταν ισότιμη αναμέτρηση. Το κράτος, τα περισσότερα μεγάλα ΜΜΕ, η διοίκηση, οι κρατικοί πόροι και ο μηχανισμός ασφάλειας λειτουργούσαν μέσα σε ένα περιβάλλον συντριπτικής υπεροχής του Ερντογάν. Υπήρξαν καταγγελίες για λάθος καταχωρήσεις ψήφων, προσημειωμένα ψηφοδέλτια, πιέσεις και ύποπτες πρακτικές. Υπήρξαν συγκεκριμένες καταγγελίες για τμήμα στο Σουλτάνγκαζι, όπου ψήφοι του Κιλιτσντάρογλου φέρονταν να είχαν περαστεί στο σύστημα υπέρ του Ερντογάν, αλλά και αναφορές για προσημειωμένα ψηφοδέλτια στην Κερασούντα.
Όμως άλλο πράγμα η ύπαρξη παρατυπιών και άλλο η απόδειξη ότι η νοθεία άλλαξε το συνολικό αποτέλεσμα. Το πραγματικό πρόβλημα του Κιλιτσντάρογλου ήταν βαθύτερο: δεν μπόρεσε να σπάσει την πολιτισμική πίστη μεγάλου μέρους της Ανατολίας στον Ερντογάν, δεν κέρδισε αρκετούς συντηρητικούς που είχαν κουραστεί οικονομικά αλλά φοβούνταν την επιστροφή του CHP, δεν απέκτησε την εικόνα ηγέτη-νικητή και δεν επέβαλε δική του ατζέντα.

Γιατί έχασε το 2023
Η ήττα του 2023 δεν έχει μία αιτία. Είχε πολλές.
Πρώτον, ο Ερντογάν κράτησε τη συντηρητική και εθνικιστική του βάση. Παρά την οικονομική κρίση, τον πληθωρισμό και την οργή μετά τους σεισμούς, μεγάλο μέρος της κοινωνίας εξακολουθούσε να τον βλέπει ως εγγύηση ισχύος, κράτους, θρησκείας και σταθερότητας.
Δεύτερον, ο Κιλιτσντάρογλου δεν είχε το προφίλ νικητή. Η Τουρκία είναι χώρα που σέβεται τη δύναμη. Ο Ιμάμογλου είχε ήδη νικήσει τον Ερντογανισμό στην Κωνσταντινούπολη. Ο Γιαβάς είχε κύρος σε εθνικιστές. Ο Κιλιτσντάρογλου είχε την εικόνα αξιοπρεπούς ανθρώπου, όχι ανθρώπου που μπαίνει στο γήπεδο και κερδίζει.
Τρίτον, το Τραπέζι των Έξι έμοιαζε περισσότερο με μηχανισμό μοιρασιάς εξουσίας παρά με καθαρό πολιτικό σχέδιο. Η παρουσία μικρών συντηρητικών κομμάτων πρώην στελεχών του AKP δημιούργησε την εντύπωση ευρύτητας, αλλά στην κάλπη δεν έφερε το αναμενόμενο ρεύμα από τη Δεξιά. Αντίθετα, προκάλεσε γκρίνια μέσα στο CHP, επειδή τα μικρά κόμματα πήραν βουλευτικές θέσεις στις λίστες του κόμματος χωρίς να αποδείξουν αντίστοιχη εκλογική δύναμη.
Τέταρτον, η καμπάνια πέρασε από την υπερβολική αισιοδοξία στην αμυντική αμηχανία. Στον πρώτο γύρο η αντιπολίτευση περίμενε ότι θα κερδίσει. Όταν δεν κέρδισε, έχασε το ψυχολογικό πλεονέκτημα. Στον δεύτερο γύρο ο Ερντογάν μπήκε ως φαβορί, ενώ ο Κιλιτσντάρογλου ως υποψήφιος που έπρεπε να εξηγήσει γιατί δεν είχε ήδη νικήσει.
Πέμπτον, η αντιπολίτευση δεν έλυσε ποτέ το τρίγωνο Κούρδοι-εθνικιστές-συντηρητικοί. Ο Κιλιτσντάρογλου προσπάθησε να τους έχει όλους. Στο τέλος, πήρε πολύ σημαντική κουρδική στήριξη, αλλά όχι αρκετή εθνικιστική μετατόπιση. Κέρδισε τους ήδη θυμωμένους, όχι αρκετούς από τους φοβισμένους.
Η καθαίρεση από τον Οζέλ
Μετά την ήττα, ο Κιλιτσντάρογλου δεν έκανε αυτό που περίμενε μεγάλο μέρος της βάσης: να παραιτηθεί άμεσα. Έδειξε ότι ήθελε να μείνει. Αυτό εξόργισε το ρεύμα της αλλαγής. Ο Ιμάμογλου πίεσε για ανανέωση, αλλά δεν μπήκε ο ίδιος στην αρχηγία. Ο άνθρωπος που πήρε πάνω του την εσωκομματική σύγκρουση ήταν ο Οζγκιούρ Οζέλ, τότε πρόεδρος της κοινοβουλευτικής ομάδας.
Στο συνέδριο του Νοεμβρίου 2023, ο Οζέλ νίκησε τον Κιλιτσντάρογλου και έγινε ο 8ος πρόεδρος του CHP. Η νίκη δεν ήταν απλώς αλλαγή προσώπου. Ήταν εσωκομματική ψήφος μομφής στον άνθρωπο που είχε χάσει την ιστορική ευκαιρία του 2023.
Το ειρωνικό στοιχείο είναι ότι υπό τον Οζέλ, με τον Ιμάμογλου και τον Γιαβάς μπροστά, το CHP πέτυχε στις δημοτικές εκλογές του 2024 τη μεγαλύτερη επιτυχία του εδώ και δεκαετίες. Αυτό έκανε ακόμη πιο δύσκολη πολιτικά την πιθανή επιστροφή Κιλιτσντάρογλου. Δεν επιστρέφει σε ένα κόμμα κατεστραμμένο από τον διάδοχό του. Επιστρέφει, αν επιστρέψει, σε ένα κόμμα που μόλις είχε αρχίσει να νικά.
Η πιθανή επιστροφή ως πολιτικό δηλητήριο
Η δικαστική απόφαση που ανοίγει τον δρόμο για επιστροφή του Κιλιτσντάρογλου δεν είναι απλή νομική εξέλιξη. Είναι βόμβα μέσα στο CHP. Οι υποστηρικτές του Οζέλ και του Ιμάμογλου τη βλέπουν ως δικαστική παρέμβαση που ευνοεί τον Ερντογάν, γιατί ξανανοίγει την εσωτερική διαμάχη του μεγαλύτερου κόμματος της αντιπολίτευσης. Η παλιά φρουρά μπορεί να τη δει ως δικαίωση. Η κοινωνική βάση όμως που πανηγύρισε τη νίκη του 2024 μπορεί να τη δει ως επιστροφή στο παρελθόν.
Ο ίδιος ο Κιλιτσντάρογλου καλεί σε ψυχραιμία και ενότητα, αλλά το πρόβλημα είναι ότι η επιστροφή του, ακόμη κι αν ντυθεί με θεσμική γλώσσα, θα βιωθεί από πολλούς ως ανατροπή της εσωκομματικής βούλησης. Και εδώ βρίσκεται ο πραγματικός κίνδυνος: ο άνθρωπος που κάποτε ένωσε ετερόκλητα κομμάτια της αντιπολίτευσης μπορεί τώρα να γίνει η αφορμή για νέο διχασμό της.
Το τελικό πορτρέτο
Ο Κεμάλ Κιλιτσντάρογλου δεν είναι καρικατούρα ηττημένου. Είναι πιο σύνθετος. Χωρίς αυτόν, το CHP ίσως να είχε μείνει ένα στενό κεμαλικό κόμμα παραλίας και δημοσίων υπαλλήλων. Αυτός το έσπρωξε προς τους Κούρδους, τους συντηρητικούς, τους θρησκευόμενους, τους φτωχούς και τους αποκλεισμένους. Αυτός έκανε το κόμμα να μιλήσει για παλιά κρατικά τραύματα. Αυτός έβαλε την αλεβιτική ταυτότητα στο κέντρο της δημοκρατικής συζήτησης. Αυτός έφτιαξε το πλαίσιο πάνω στο οποίο ο Ιμάμογλου και ο Γιαβάς μπόρεσαν να κερδίσουν μεγάλες πόλεις.
Αλλά ο ίδιος δεν μπόρεσε να κάνει το τελευταίο βήμα. Δεν μπόρεσε να νικήσει τον Ερντογάν. Δεν μπόρεσε να πείσει ότι είναι ο φυσικός πρόεδρος μιας χώρας που ψηφίζει με ταυτότητα, φόβο, θρησκεία, κράτος και ένστικτο ισχύος. Δεν μπόρεσε να αποδεχθεί εγκαίρως ότι ο ιστορικός ρόλος του ίσως ήταν να χτίσει τη γέφυρα και να αφήσει κάποιον άλλον να την περάσει.
Αν γίνει ξανά αρχηγός του CHP, θα γυρίσει όχι ως σωτήρας, αλλά ως ανοιχτό ερώτημα. Είναι ο παλιός αρχιτέκτονας της αντι-ερντογανικής συμμαχίας ή το πρόσωπο μιας ήττας που η κοινωνία της αντιπολίτευσης θέλει να αφήσει πίσω; Είναι ο θεσμικός εγγυητής του κόμματος ή ο άνθρωπος που, άθελά του, προσφέρει στον Ερντογάν αυτό που χρειάζεται περισσότερο: μια αντιπολίτευση βυθισμένη ξανά στον εαυτό της;
Αυτό είναι το δράμα του Κιλιτσντάρογλου. Δεν απέτυχε επειδή ήταν ασήμαντος. Απέτυχε επειδή έφτασε πολύ κοντά στο να γίνει ιστορικός, αλλά δεν κατάφερε ποτέ να γίνει νικητής.