Η υπόθεση θανάτου της 33χρονης μοντέλου και ηθοποιού Τουίσα Σάρμα στην πόλη Μποπάλ της κεντρικής Ινδίας έχει προκαλέσει τεράστια δημοσιότητα στη χώρα, παρά το γεγονός ότι οι λεγόμενοι «θάνατοι λόγω προίκας» καταγράφονται συχνά στην Ινδία χωρίς να λαμβάνουν ιδιαίτερη δημοσιότητα. Η Τουίσα Σάρμα βρέθηκε νεκρή στις 12 Μαΐου στο σπίτι όπου ζούσε με τον σύζυγό της, τον δικηγόρο Σαμάρθ Σινγκ, μόλις πέντε μήνες μετά τον γάμο τους.
Η οικογένεια της 33χρονης κατηγορεί τον σύζυγό της και τη μητέρα του, τη συνταξιούχο δικαστή Γκιριμπάλα Σινγκ, ότι την υπέβαλαν σε βασανιστήρια λόγω απαιτήσεων για προίκα και ότι τελικά τη δολοφόνησαν. Από την πλευρά της, η Γκιριμπάλα Σινγκ απορρίπτει τις κατηγορίες ως αβάσιμες, υποστηρίζοντας ότι η Τουίσα αντιμετώπιζε προβλήματα ψυχικής υγείας και ότι αυτοκτόνησε.
Ο αξιωματικός της αστυνομίας Ρατζνίς Κασιάπ Καούλ δήλωσε στο BBC Hindi ότι έχει καταχωρηθεί υπόθεση θανάτου λόγω προίκας εις βάρος της οικογένειας Σινγκ και ότι οι Αρχές εξετάζουν εάν ο θάνατος της Τουίσα Σάρμα ήταν αποτέλεσμα δολοφονίας ή αυτοκτονίας. Παράλληλα, η αστυνομία συνεχίζει την αναζήτηση του Σαμάρθ Σινγκ, ο οποίος παραμένει φυγόδικος. Οι Αρχές έχουν ανακοινώσει χρηματική αμοιβή για πληροφορίες σχετικά με τον εντοπισμό του και έχει εκδοθεί ειδοποίηση ώστε να μην μπορέσει να εγκαταλείψει τη χώρα.
Δικαστήριο στο Μποπάλ χορήγησε προληπτική εγγύηση στη Γκιριμπάλα Σινγκ, ωστόσο απέρριψε το αίτημα εγγύησης του Σαμάρθ Σινγκ, ο οποίος έχει λάβει εντολή να παραδοθεί έως τις 23 Μαΐου. Η μητέρα του δήλωσε ότι δεν γνωρίζει πού βρίσκεται ο γιος της, προσθέτοντας ότι θα επιδιώξει νέα αίτηση εγγύησης στο Ανώτατο Δικαστήριο και ότι θα παραδοθεί αν αυτή απορριφθεί.
Σε συνέντευξή της στην πλατφόρμα Mojo Story, η Γκιριμπάλα Σινγκ υποστήριξε ότι ο δικηγόρος του γιου της τον συμβούλεψε να παραμείνει κρυμμένος, καθώς, όπως ανέφερε, υπάρχει κλίμα οργής εις βάρος του. Όπως είπε χαρακτηριστικά, «ο κόσμος ζητά να κρεμαστεί». Παράλληλα, τόνισε ότι ο γιος της έχασε «έναν βαθιά αγαπημένο άνθρωπο» και ότι η οικογένεια δεν μπορεί ούτε να πενθήσει, καθώς «όλοι είναι εναντίον τους».
Την ίδια στιγμή, η οικογένεια της Τουίσα Σάρμα αρνήθηκε να προχωρήσει στην αποτέφρωση της σορού της και ζήτησε δεύτερη νεκροψία. Η πρώτη ιατροδικαστική έκθεση, την οποία είδε το BBC, κατέληγε στο συμπέρασμα ότι ο θάνατός της προήλθε από απαγχονισμό, ωστόσο έκανε επίσης αναφορά σε τραύματα που είχαν προκληθεί πριν από τον θάνατό της. Δικαστήριο απέρριψε το αίτημα για δεύτερη νεκροψία, αλλά διέταξε τις Αρχές να προστατεύσουν τη σορό ώστε να μην αποσυντεθεί.
Η συνεχιζόμενη εξαφάνιση του Σαμάρθ Σινγκ, οι σοβαρές καταγγελίες της οικογένειας Σάρμα και οι δημόσιες δηλώσεις της πρώην δικαστού σχετικά με την ψυχική υγεία της νεκρής έχουν προκαλέσει αδιάκοπη κάλυψη της υπόθεσης από τα ινδικά μέσα ενημέρωσης. Παράλληλα, δημιουργήθηκε στο Instagram σελίδα με τίτλο «Justice for Twisha Sharma», η οποία απέκτησε ευρεία προβολή.
Το έντονο ενδιαφέρον της κοινής γνώμης συνδέεται τόσο με το ποια ήταν η Τουίσα Σάρμα όσο και με τη φήμη της οικογένειας στην οποία παντρεύτηκε, καθώς στην Ινδία τα μέλη της ισχυρής δικαστικής κοινότητας θεωρείται ότι οφείλουν να αποτελούν πρότυπο συμπεριφοράς.
No Interim Bail For Twisha Sharma's Husband, Cops Announce Rs 10,000 Reward https://t.co/rMuWJZysPU pic.twitter.com/BBsgTFXVET
— NDTV (@ndtv) May 18, 2026
Η Τουίσα Σάρμα είχε στεφθεί Miss Pune το 2012 έπειτα από νίκη της σε διαγωνισμό ομορφιάς στην πόλη Πούνε της δυτικής Ινδίας. Είχε συμμετάσχει σε πολλές διαφημιστικές καμπάνιες και είχε παίξει σε ταινία στην τελούγκου γλώσσα. Τα τελευταία χρόνια εργαζόταν επίσης ως επαγγελματίας μάρκετινγκ σε ιδιωτικές εταιρείες. Φίλοι και συγγενείς την περιγράφουν ως χαρούμενη, γενναιόδωρη και φιλόδοξη.
Η οικογένειά της ανέφερε ότι γνώρισε τον Σαμάρθ Σινγκ μέσω εφαρμογής γνωριμιών το 2024 και ότι παντρεύτηκαν τον Δεκέμβριο του 2025. Φωτογραφίες από τον γάμο τους δείχνουν ένα χαρούμενο ζευγάρι να ποζάρει χαμογελαστό.
Ωστόσο, σύμφωνα με την οικογένεια Σάρμα, οι εντάσεις ξεκίνησαν λίγο μετά τον γάμο. Υποστηρίζουν ότι, παρότι δόθηκε προίκα κατά τη διάρκεια του γάμου, η οικογένεια Σινγκ τους προσέβαλλε διαρκώς λέγοντας ότι ο γάμος δεν ανταποκρινόταν στα «πρότυπά» τους. Η Γκιριμπάλα Σινγκ απορρίπτει τις κατηγορίες αυτές. Παρότι η καταβολή και η αποδοχή προίκας είναι παράνομες στην Ινδία, η πρακτική εξακολουθεί να είναι διαδεδομένη.
Η σχέση του ζευγαριού βρέθηκε στο επίκεντρο μετά τη δημοσιοποίηση από την οικογένεια της Τουίσα Σάρμα μηνυμάτων WhatsApp, τα οποία, όπως υποστηρίζουν, έστειλε πρόσφατα η ίδια περιγράφοντας κακοποίηση από την οικογένεια Σινγκ. Σε ένα από τα μηνύματα αναφερόταν χαρακτηριστικά ότι «η ζωή μου είναι μια ζωντανή κόλαση».
Η οικογένεια Σάρμα υποστηρίζει επίσης ότι η μεγαλύτερη σύγκρουση ανάμεσα στην Τουίσα και τα πεθερικά της σημειώθηκε τον Απρίλιο, όταν έμεινε έγκυος. Σύμφωνα με τους συγγενείς της, «ο σύζυγός της και η πεθερά της αμφισβήτησαν τον χαρακτήρα της και την κατηγόρησαν ότι κυοφορούσε παιδί άλλου άνδρα», ενώ την «ανάγκασαν να προχωρήσει σε άμβλωση την πρώτη εβδομάδα του Μαΐου».
Η Γκιριμπάλα Σινγκ αρνήθηκε τις καταγγελίες, δηλώνοντας ότι η ίδια η Τουίσα επέμενε να διακόψει την εγκυμοσύνη επειδή δεν ήθελε παιδιά.
Ο πατέρας της, Ναβνίντι Σάρμα, δήλωσε στο BBC Hindi ότι η τελευταία φορά που επικοινώνησαν με την κόρη τους ήταν το βράδυ της 12ης Μαΐου, λίγες ώρες πριν από τον θάνατό της. Όπως ανέφερε, η Τουίσα μιλούσε με τη μητέρα της μέσω WhatsApp περίπου στις 21:41 τοπική ώρα, όταν ξαφνικά διακόπηκε η σύνδεση. Ο ίδιος πρόσθεσε ότι οι επόμενες κλήσεις τους έμεναν αναπάντητες για περίπου 20 λεπτά, μέχρι που απάντησε η Γκιριμπάλα Σινγκ λέγοντας ότι «δεν είναι πια στη ζωή».
Η οικογένεια Σάρμα, η οποία ενημέρωσε πρώτη την αστυνομία για τον θάνατο της κόρης τους, αναρωτήθηκε γιατί τα πεθερικά της δεν ειδοποίησαν τις Αρχές. Ο Ναβνίντι Σάρμα σχολίασε ότι «μια συνταξιούχος δικαστής σίγουρα γνωρίζει ποιο είναι το πρωτόκολλο σε τέτοιες περιπτώσεις». Η Γκιριμπάλα Σινγκ απάντησε ότι η καθυστέρηση οφειλόταν στο γεγονός ότι προτεραιότητά τους ήταν να μεταφέρουν την Τουίσα στο νοσοκομείο.
Η πρώην δικαστής προκάλεσε επίσης αντιδράσεις επειδή παραχώρησε συνέντευξη Τύπου και πολυάριθμες συνεντεύξεις στα μέσα ενημέρωσης, στις οποίες μίλησε για την ψυχική υγεία της Τουίσα Σάρμα και τη χαρακτήρισε «φιλελεύθερη». Όταν ρωτήθηκε να εξηγήσει τον χαρακτηρισμό, αναφέρθηκε στην «ελευθεριότητα». Οι δηλώσεις της προκάλεσαν οργή στην κοινή γνώμη, με πολλούς να ζητούν την ανάκληση της εγγύησής της και τη σύλληψή της.
Ο πατέρας της Τουίσα Σάρμα δήλωσε ότι οι δηλώσεις αυτές αποτελούν προσπάθεια σπίλωσης του ονόματος της κόρης του.
Η οικογένεια έχει επίσης εκφράσει σοβαρές επιφυλάξεις για τον τρόπο διεξαγωγής της έρευνας, κάνοντας λόγο για παραλείψεις από την αστυνομία. Την Τετάρτη, ο αστυνομικός διευθυντής του Μποπάλ, Σαντζάι Κουμάρ, αναγνώρισε στο BBC ότι υπήρξαν παραλείψεις, ωστόσο απέκλεισε το ενδεχόμενο δολοφονίας και δήλωσε ότι, «με βάση την ιατροδικαστική έκθεση και την έρευνα μέχρι στιγμής, πρόκειται για υπόθεση αυτοκτονίας».
Ο Ναβνίντι Σάρμα αμφισβήτησε τόσο την ιατροδικαστική έκθεση όσο και την αστυνομική έρευνα, επιμένοντας ότι η κόρη του δολοφονήθηκε και υποστηρίζοντας ότι «ισχυρά πρόσωπα προσπαθούν να εκτροχιάσουν την έρευνα».
Ωστόσο, οι δηλώσεις του αστυνομικού διευθυντή δεν αναμένεται να αποτελέσουν την τελική εξέλιξη στην υπόθεση. Ο πρωθυπουργός της πολιτείας Μάντια Πραντές, Μόχαν Γιαντάβ, ανακοίνωσε ότι την έρευνα αναλαμβάνει πλέον η ομοσπονδιακή αστυνομία της Ινδίας, το Κεντρικό Γραφείο Ερευνών (CBI), διαβεβαιώνοντας την οικογένεια Σάρμα ότι η κυβέρνηση θα τους παρέχει «πλήρη υποστήριξη».
Ο Ναβνίντι Σάρμα δήλωσε ότι θα συνεχίσει τον αγώνα μέχρι να αποδοθεί Δικαιοσύνη για την κόρη του.
«Η κόρη μου αδικήθηκε όσο ζούσε και τώρα γίνεται κάθε προσπάθεια ώστε να μη δικαιωθεί ούτε μετά τον θάνατό της. Δεν θα σταματήσουμε μέχρι να δικαιωθεί», ανέφερε χαρακτηριστικά.