Οι ΗΠΑ εξετάζουν μια θεαματική στροφή πολιτικής, καθώς ο Λευκός Οίκος του Ντόναλντ Τραμπ σκέφτεται να χαλαρώσει τις κυρώσεις στο πετρέλαιο του Ιράν, την ίδια ώρα που η Τεχεράνη χτυπά ζωτικές ενεργειακές υποδομές στον Περσικό Κόλπο και οι τιμές πετρελαίου και φυσικού αερίου εκτοξεύονται. Το διακύβευμα είναι διπλό: αφενός η εκτόνωση της ενεργειακής κρίσης και της ακρίβειας στα καύσιμα, αφετέρου ο κίνδυνος να γεμίσουν τα ταμεία ενός καθεστώτος που βρίσκεται σε ανοιχτό πόλεμο με τις ΗΠΑ και τους συμμάχους τους.
Οι τελευταίες επιθέσεις του Ιράν σε εγκαταστάσεις υγροποιημένου φυσικού αερίου στο Ρας Λαφάν του Κατάρ και σε διυλιστήρια σε Κουβέιτ και Σαουδική Αραβία έχουν εκτινάξει το Brent πάνω από τα 110 δολάρια το βαρέλι, με αναλυτές να προειδοποιούν ακόμη και για 150 δολάρια αν η κλιμάκωση συνεχιστεί. Μέσα σε αυτό το σκηνικό, ο υπουργός Οικονομικών των ΗΠΑ Σκοτ Μπέσεντ άφησε ανοιχτό το ενδεχόμενο να «απο-κυρώσει» περίπου 140 εκατ. βαρέλια ιρανικού πετρελαίου που βρίσκονται ήδη φορτωμένα σε τάνκερ, ώστε να ρίξει περισσότερο αργό στην αγορά και να συγκρατήσει τις τιμές.
Η κίνηση αυτή έρχεται μόλις μία εβδομάδα μετά τη χαλάρωση αντίστοιχων περιορισμών σε ρωσικό πετρέλαιο εν πλω, που επέτρεψαν την είσοδο στην αγορά έως και 130 εκατ. βαρελιών, προκαλώντας έντονη κριτική ότι η Ουάσιγκτον «γκρεμίζει» σε τρεις εβδομάδες ένα καθεστώς κυρώσεων που έχτιζε χρόνια. Ειδικοί σε θέματα χρηματοοικονομικού εγκλήματος μιλούν για «στρατηγική κατάρρευση» της δυτικής αρχιτεκτονικής κυρώσεων, την ώρα που τόσο η Μόσχα όσο και η Τεχεράνη μετατρέπονται σε απρόσμενους ωφελημένους του ίδιου πολέμου που ξεκίνησε η Ουάσιγκτον.
Κυρώσεις, πόλεμος και ενεργειακό σοκ
Το γεωπολιτικό παράδοξο είναι ωμό: η πιθανή άρση μέρους των κυρώσεων στο ιρανικό πετρέλαιο μπορεί να προσφέρει στην Τεχεράνη κρίσιμη ρευστότητα για τη συνέχιση του πολέμου, την ώρα που οι ΗΠΑ δηλώνουν ότι θέλουν να περιορίσουν τις δυνατότητές της και να προστατεύσουν τους συμμάχους τους στον Κόλπο. Παράλληλα, ο ίδιος ο αμερικανικός στρατός παραδέχεται ότι, παρά τους πάνω από 15.000 βομβαρδισμούς σε ιρανικούς στόχους από ΗΠΑ και Ισραήλ, η Ισλαμική Δημοκρατία διατηρεί «σημαντική» δυνατότητα να πλήξει ξανά κρίσιμες υποδομές πετρελαίου και φυσικού αερίου στην περιοχή.
Την ίδια στιγμή, το κλείσιμο, de facto, των Στενών του Ορμούζ λόγω ιρανικών επιθέσεων σε τάνκερ, σε συνδυασμό με τα χτυπήματα σε κομβικές εγκαταστάσεις LNG στο Κατάρ και σε διυλιστήρια Σαουδικής Αραβίας και Κουβέιτ, δημιουργεί έναν εκρηκτικό συνδυασμό ενεργειακού ελλείμματος. Ενεργειακές εταιρείες και οίκοι ανάλυσης προειδοποιούν ότι αν συνεχιστούν οι επιθέσεις σε πέντε συγκεκριμένες εγκαταστάσεις που στοχοποιεί το Ιράν, οι οποίες αντιστοιχούν περίπου στο 20% της παγκόσμιας αγοράς LNG, οι τιμές θα εκτιναχθούν σε επίπεδα χειρότερα από την κρίση του 2022, με την Ευρώπη να διαθέτει πλέον πολύ μικρότερα περιθώρια αποθήκευσης.
Κυρώσεις υπό πίεση από αγορές και συμμάχους
Η άνοδος της βενζίνης στις ΗΠΑ κοντά στα 3,9 δολάρια το γαλόνι κατά μέσο όρο, σχεδόν ένα δολάριο πάνω από πριν έναν μήνα, ασκεί τεράστια πολιτική πίεση στον Τραμπ, ο οποίος γνωρίζει ότι η εκλογική του εικόνα είναι άμεσα δεμένη με την τιμή της αντλίας. Σε αυτό το πλαίσιο, η μερική χαλάρωση των κυρώσεων στο ιρανικό πετρέλαιο εμφανίζεται ως «βαλβίδα ασφαλείας» για τον Λευκό Οίκο, ακόμη κι αν σημαίνει ότι ρίχνει σωσίβιο σε ένα καθεστώς που οι ίδιες οι ΗΠΑ κατηγορούν ότι «προσπαθεί να σκοτώσει Αμερικανούς στο πεδίο της μάχης».
Ταυτόχρονα, ευρωπαϊκές δυνάμεις, από τη Γαλλία και τη Γερμανία μέχρι την Ιταλία, την Ολλανδία και την Ιαπωνία, καλούν με κοινές ανακοινώσεις σε άμεση παύση των επιθέσεων σε ενεργειακές και άλλες πολιτικές υποδομές και καταδικάζουν την ουσιαστική διακοπή της ναυσιπλοΐας στα Στενά του Ορμούζ. Ωστόσο, αρνούνται προς το παρόν να στείλουν πολεμικά πλοία για την αποκατάσταση της ασφάλειας, περιοριζόμενες σε διπλωματικές πρωτοβουλίες και διαβεβαιώσεις μελλοντικής συνδρομής, κίνηση που αφήνει κενό ισχύος το οποίο σπεύδει να καλύψει μονομερώς η Ουάσιγκτον.
Κυρώσεις, Ιράν και ρήγμα με το Ισραήλ
Το σκηνικό περιπλέκεται ακόμη περισσότερο από την ισραηλινή στρατηγική, καθώς τα πλήγματα του Ισραήλ σε ιρανικές πετρελαϊκές εγκαταστάσεις συγκρούονται με την επιθυμία της Ουάσιγκτον να ρίξει τις τιμές, αναδεικνύοντας ένα υπόγειο ρήγμα στόχων μεταξύ συμμάχων. Ο Αμερικανός υπουργός Άμυνας δηλώνει δημοσίως ότι «οι ΗΠΑ κρατούν τα χαρτιά» και ότι ο πόλεμος θα τελειώσει όταν το αποφασίσει η Ουάσιγκτον, την ίδια στιγμή που ο Τραμπ μέσω Truth Social επιχειρεί να αποστασιοποιηθεί από ισραηλινά χτυπήματα στο γιγαντιαίο κοίτασμα South Pars, διαβεβαιώνοντας Κατάρ και αγορές ότι οι ΗΠΑ δεν είχαν εμπλοκή.
Ο Αμερικανός πρόεδρος στέλνει και σαφές μήνυμα αποτροπής προς την Τεχεράνη, προειδοποιώντας ότι αν το Ιράν ξαναστοχεύσει τις καταριανές υποδομές LNG, οι ΗΠΑ είναι έτοιμες να «εξαϋλώσουν» ολόκληρο το κοίτασμα με ισχύ που η Ισλαμική Δημοκρατία «δεν έχει ξαναδεί». Την ίδια στιγμή, ο Ιρανός ΥΠΕΞ Άμπας Αρακτσί διακηρύσσει ότι η απάντηση στη μέχρι τώρα ισραηλινή επίθεση χρησιμοποίησε μόνο «κλάσμα» της διαθέσιμης ισχύος, προειδοποιώντας ότι δεν θα υπάρξει «καμία αυτοσυγκράτηση» αν οι ιρανικές υποδομές ξαναχτυπηθούν.
Οι κυρώσεις ως όπλο που γυρίζει μπούμερανγκ
Στο παρασκήνιο όλων αυτών, η μεγάλη συζήτηση στη Δύση αφορά το κατά πόσο οι κυρώσεις εξακολουθούν να λειτουργούν ως εργαλείο στρατηγικής πίεσης ή έχουν μετατραπεί σε μηχανισμό αυτο-υπονόμευσης, ιδίως όταν αίρονται αποσπασματικά κάτω από την πίεση των αγορών. Η χαλάρωση περιορισμών σε ρωσικό και ιρανικό πετρέλαιο την ώρα του πολέμου αποκαλύπτει ότι η οικονομική ασφυξία που ήθελε να επιβάλει η Ουάσιγκτον σε Μόσχα και Τεχεράνη είναι τελικά δυσκολότερο να διατηρηθεί όταν ο λογαριασμός της βενζίνης φτάνει στο αμερικανικό νοικοκυριό.
Καθώς το Πεντάγωνο ζητά πάνω από 200 δισ. δολάρια επιπλέον χρηματοδότηση για να αναπληρώσει κρίσιμα αποθέματα αντιαεροπορικών πυραύλων Patriot, THAAD και ναυτικών αναχαιτιστών, η συζήτηση στις ΗΠΑ μπαίνει σε μια νέα, εκρηκτική φάση: πόσο ακόμη μπορεί η Ουάσιγκτον να χρηματοδοτεί έναν πόλεμο που ωφελεί οικονομικά τα δύο κράτη που επί χρόνια στοχοποιεί με κυρώσεις; Για την Τεχεράνη, κάθε ρήγμα στην αρχιτεκτονική κυρώσεων είναι μια ευκαιρία να μετατρέψει τον έλεγχο επί της ενέργειας σε γεωπολιτικό μοχλό, με όπλο τα τάνκερ, τις ρουκέτες και την αντοχή της παγκόσμιας οικονομίας σε νέο σοκ.