Η απάντηση του Μαρκ Ρούτε για το τουρκικό casus belli απέναντι στην Ελλάδα άφησε πίσω της περισσότερα ερωτήματα από όσα επιχείρησε να κλείσει. Ο γενικός γραμματέας του ΝΑΤΟ απέφυγε να τοποθετηθεί επί της ουσίας, δηλώνοντας ότι δεν βρίσκεται στη θέση του για να σχολιάζει, αλλά για να διατηρεί την ενότητα της Συμμαχίας.
Μόνο που λίγη ώρα αργότερα, όταν κλήθηκε να σχολιάσει τις δημόσιες συγκρούσεις του Ντόναλντ Τραμπ με άλλους συμμάχους, δεν εμφανίστηκε το ίδιο επιφυλακτικός. Αντιθέτως, χαρακτήρισε τις ανοιχτές διαφωνίες ανάμεσα σε φίλους περίπου ως ένδειξη υγείας και δύναμης.
Από τη μία πλευρά, λοιπόν, η ενότητα πάνω από όλα όταν η Ελλάδα θέτει το ζήτημα μιας επίσημης απειλής πολέμου. Από την άλλη, η διαφωνία, η σύγκρουση και ο δημόσιος καβγάς παρουσιάζονται ως δημιουργικά στοιχεία όταν στο επίκεντρο βρίσκεται ο Αμερικανός πρόεδρος.
Η αντίφαση είναι δύσκολο να αγνοηθεί.
Η απάντηση που απέφυγε την ουσία
Ο Μαρκ Ρούτε ρωτήθηκε από Τουρκάλα δημοσιογράφο για τις δηλώσεις του Κυριάκου Μητσοτάκη σχετικά με το casus belli που διατηρεί η Τουρκία απέναντι στην Ελλάδα.
Ο Έλληνας πρωθυπουργός είχε δηλώσει κατά την άφιξή του στη Σύνοδο της Άγκυρας ότι μια αμυντική Συμμαχία πρέπει να στηρίζεται στις αρχές της καλής γειτονίας. Υπενθύμισε, παράλληλα, ότι η Ελλάδα αντιμετωπίζει απειλή πολέμου στην περίπτωση που ασκήσει το δικαίωμα επέκτασης των χωρικών της υδάτων.
Ο Ρούτε απάντησε ότι μεταξύ 32 συμμάχων είναι φυσικό να υπάρχουν διμερείς διαφορές, συζητήσεις και ενοχλήσεις. Πρόσθεσε, όμως, ότι δεν είναι «σχολιαστής» και ότι αποφεύγει τις δημόσιες τοποθετήσεις, ώστε να μπορεί να προσφέρει βοήθεια παρασκηνιακά.
Η προσέγγιση αυτή μπορεί να εμφανίζεται ως διπλωματική αυτοσυγκράτηση. Στην πράξη, ωστόσο, δημιουργεί την εντύπωση μιας θεσμικής ουδετερότητας με κόστος, επειδή βάζει στην ίδια κατηγορία μια συνηθισμένη διμερή διαφωνία και μια επίσημη απειλή χρήσης στρατιωτικής βίας.
Το casus belli δεν είναι «ενόχληση»
Το τουρκικό casus belli δεν αποτελεί απλώς μια ρητορική ένταση ανάμεσα στην Αθήνα και την Άγκυρα. Πρόκειται για απόφαση της τουρκικής Εθνοσυνέλευσης από το 1995, σύμφωνα με την οποία η επέκταση των ελληνικών χωρικών υδάτων πέραν των έξι ναυτικών μιλίων στο Αιγαίο θα θεωρηθεί αιτία πολέμου.
Ακριβώς γι’ αυτό η ελληνική πλευρά δεν ζητά από τον γενικό γραμματέα του ΝΑΤΟ να πάρει θέση υπέρ της Αθήνας σε μια διαπραγμάτευση για τις θαλάσσιες ζώνες. Ζητά να αναγνωριστεί ότι η διαρκής απειλή πολέμου ανάμεσα σε δύο συμμάχους δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ως μία ακόμη πολιτική διαφορά.
Το ίδιο το Άρθρο 1 της Συνθήκης του Βορείου Ατλαντικού προβλέπει ότι τα μέλη οφείλουν να επιλύουν ειρηνικά τις διεθνείς διαφορές τους και να απέχουν από την απειλή ή τη χρήση βίας κατά τρόπο ασύμβατο με τους σκοπούς του ΟΗΕ.
Ο Ρούτε θα μπορούσε, επομένως, να αποφύγει την εμπλοκή του στην ουσία των ελληνοτουρκικών διαφορών και ταυτόχρονα να επαναλάβει μια αυτονόητη θεσμική αρχή: ότι δεν νοείται απειλή πολέμου ανάμεσα σε μέλη της Συμμαχίας.
Δεν το έκανε.
Διαφορετικό μέτρο για τον Τραμπ
Η αντίθεση έγινε ακόμη πιο έντονη όταν ο γενικός γραμματέας του ΝΑΤΟ ρωτήθηκε για τις συγκρούσεις του Ντόναλντ Τραμπ με τους συμμάχους.
Ο Ρούτε δήλωσε ότι οι οικογένειες στις οποίες οι άνθρωποι μιλούν ανοιχτά και «τσακώνονται λίγο» είναι πιο ισχυρές από εκείνες που αποφεύγουν κάθε διαφωνία για να διατηρήσουν μια ψεύτικη εικόνα ομοφωνίας. Πρόσθεσε ότι του αρέσει όταν οι φίλοι μπορούν να συγκρουστούν, επειδή αυτό τους κάνει ισχυρότερους.
Εδώ, ο Ρούτε δεν εμφανίστηκε ως ένας τεχνοκράτης που αποφεύγει τα δημόσια σχόλια. Ερμήνευσε πολιτικά τις διαφωνίες, τις αξιολόγησε θετικά και επιχείρησε να τις εντάξει σε ένα αφήγημα περί ισχυρής Συμμαχίας.
Όταν, όμως, το θέμα ήταν η Ελλάδα και η επίσημη τουρκική απειλή, η πολιτική ερμηνεία εξαφανίστηκε. Τη θέση της πήρε η επίκληση της διαμεσολάβησης και της σιωπής.
Πρόκειται για δύο διαφορετικά μέτρα κρίσης. Η σκληρή ρητορική του ισχυρότερου μέλους παρουσιάζεται ως ειλικρινής οικογενειακός καβγάς. Η ανησυχία ενός άλλου μέλους για την ασφάλειά του υποβαθμίζεται σε διμερές ζήτημα που πρέπει να συζητηθεί μακριά από τις κάμερες.
Η ισχύς καθορίζει τον τόνο
Η διαφορετική συμπεριφορά του Ρούτε δεν είναι δύσκολο να ερμηνευτεί πολιτικά.
Οι Ηνωμένες Πολιτείες αποτελούν τον ισχυρότερο στρατιωτικό και πολιτικό πυλώνα του ΝΑΤΟ. Ο Ντόναλντ Τραμπ έχει επανειλημμένα ασκήσει πίεση στους Ευρωπαίους συμμάχους για τις αμυντικές δαπάνες, ενώ ο Ρούτε έχει επενδύσει σημαντικό πολιτικό κεφάλαιο στη διατήρηση της αμερικανικής δέσμευσης στη Συμμαχία.
Στην Άγκυρα, ο γενικός γραμματέας απέδωσε στον Τραμπ κεντρικό ρόλο στην αύξηση των ευρωπαϊκών αμυντικών δαπανών και τον παρουσίασε ως ηγέτη που συνέβαλε στην αναμόρφωση του ΝΑΤΟ.
Απέναντι στον Αμερικανό πρόεδρο, επομένως, η ισχύς καθορίζει τον τόνο. Οι επιθέσεις, οι απαιτήσεις και οι δημόσιες αντιπαραθέσεις ερμηνεύονται με τρόπο που δεν θα θέσει σε κίνδυνο τη σχέση του ΝΑΤΟ με την Ουάσιγκτον.
Στην περίπτωση της Ελλάδας και της Τουρκίας, ο Ρούτε επιλέγει την ισορροπία ίσων αποστάσεων, καθώς η Άγκυρα θεωρείται στρατηγικά κρίσιμος σύμμαχος, διαθέτει σημαντικές στρατιωτικές δυνατότητες και φιλοξενούσε τη συγκεκριμένη Σύνοδο.
Αυτό δεν αποδεικνύει φιλοτουρκική στάση. Αναδεικνύει, όμως, μια επιλεκτική θεσμική ευαισθησία, η οποία αλλάζει ανάλογα με το πολιτικό βάρος του συμμάχου που βρίσκεται απέναντί του.