Τα τελευταία 24ωρα εκατοντάδες διεθνείς αναλυτές σε όλα τα μεγάλα ευρωπαϊκά μέσα ενημέρωσης προσπαθούν να ερμηνεύσουν την επίσκεψη του Αμερικανού προέδρου στην Άγκυρα. Πολύ περισσότερο που τουρκικά μέσα ενημέρωσης δημοσιοποίησαν ήδη τις πρώτες πληροφορίες για το πρόγραμμα της επίσκεψης καθώς και για την ατζέντα των συνομιλιών.
Ο πρόεδρος των ΗΠΑ αναμένεται να αφιχθεί στην τουρκική πρωτεύουσα αύριο, συνοδευόμενος από πολυμελή αμερικανική αντιπροσωπεία, η οποία έχει ήδη αναλάβει τις προετοιμασίες ασφαλείας και τον επιχειρησιακό σχεδιασμό της επίσκεψης.
Το πρόγραμμα προβλέπει ως πρώτη επίσημη στάση του Ντόναλντ Τραμπ το Ανίτκαμπιρ, το μαυσωλείο του ιδρυτή της σύγχρονης Τουρκίας, Μουσταφά Κεμάλ Ατατούρκ, όπου θα αποτίσει φόρο τιμής. Στη συνέχεια θα μεταβεί στο Προεδρικό Μέγαρο, όπου θα τον υποδεχθεί με επίσημη τελετή ο πρόεδρος Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν. Μετά την τελετή υποδοχής θα πραγματοποιηθεί κατ’ ιδίαν συνάντηση των δύο ηγετών με αντικείμενο σειρά ζητημάτων διμερούς και περιφερειακού ενδιαφέροντος. Μετά την ολοκλήρωση των συνομιλιών εξετάζεται το ενδεχόμενο οι δύο πρόεδροι να προχωρήσουν σε κοινές δηλώσεις, ενώ δεν αποκλείεται και η υπογραφή συμφωνιών συνεργασίας.
Για χρόνια, πολλοί άλλοι σύμμαχοι του ΝΑΤΟ αντιμετώπιζαν την Τουρκία με καχυποψία, εξαιτίας της αγοράς του ρωσικού συστήματος αεράμυνας, των επιθέσεών της εναντίον των υποστηριζόμενων από τη Δύση κουρδικών δυνάμεων στη Συρία και της καθυστέρησης που προκάλεσε στην ένταξη της Σουηδίας στη Συμμαχία. Είναι άραγε όλα αυτά περασμένα ξεχασμένα;
Πολλοί Ευρωπαίοι αναλυτές λένε ότι όλα δείχνουν να ευνοούν τον Τούρκο πρόεδρο. Ο Ντόναλντ Τραμπ, προβάλλοντας τη φιλική του σχέση με τον Τούρκο ομόλογό του, δήλωσε ότι παρευρίσκεται στη φετινή σύνοδο αποκλειστικά για χάρη του Ερντογάν. Πρόκειται για ακόμη μία ένδειξη των τεταμένων σχέσεων του Τραμπ με τους Ευρωπαίους εταίρους του. Την ίδια στιγμή, οι Ευρωπαίοι αξιωματούχοι, στην προσπάθειά τους να διατηρήσουν ένα ενιαίο μέτωπο, έχουν αποφύγει σε μεγάλο βαθμό να εκφράσουν δημόσια τις ανησυχίες τους για την υποχώρηση της δημοκρατίας στην Τουρκία. Αντίθετα, πολλοί εξυμνούν τη δυναμική τουρκική αμυντική βιομηχανία, καθώς η Ευρώπη επανεξοπλίζεται ενόψει της σταδιακής μείωσης της αμερικανικής στρατιωτικής παρουσίας.
«Η διεθνής προβολή της Άγκυρας θα αυξηθεί περισσότερο από ποτέ και η πρωτεύουσά μας θα καθιερωθεί ως κέντρο της παγκόσμιας διπλωματίας», δήλωσε ο Ερντογάν σε πρόσφατη συνάντηση του κόμματός του, του AKP.

Για τον Ερντογάν, αυτό σημαίνει ότι θα αξιοποιήσει τη σύνοδο κορυφής ως σκηνή για να αναβαθμίσει το διεθνές του κύρος. Σκοπεύει να παρουσιάσει τον εαυτό του ως τον «αναντικατάστατο σύμμαχο» των Ευρωπαίων και ως πολύτιμο φίλο του προέδρου των Ηνωμένων Πολιτειών. Σχεδόν από την αρχή της διακυβέρνησής του, το 2003, οραματιζόταν έναν παγκόσμιο ρόλο για τον εαυτό του και, σε μια εποχή που χαρακτηρίζεται από συγκρούσεις και αβεβαιότητα, πιστεύει ξεκάθαρα ότι η στιγμή του έχει φτάσει.
Έχει διαχειριστεί με επιδεξιότητα τη σύγκρουση μεταξύ Ρωσίας και Ουκρανίας, διατηρώντας σχέσεις και με τις δύο πλευρές με τρόπο που ικανοποιεί τους Ευρωπαίους. Η Τουρκία συνέχισε να εξοπλίζει την Ουκρανία και, στα πρώτα στάδια του πολέμου, συνέβαλε στη δημιουργία του διαδρόμου στη Μαύρη Θάλασσα που επέτρεψε στην Ουκρανία να εξάγει τα εγκλωβισμένα σιτηρά της, διατηρώντας ταυτόχρονα ανοικτό τον δρόμο για διαπραγματεύσεις. Παράλληλα, επέτρεψε στην Τουρκία να συνεχίσει τις εμπορικές συναλλαγές με τη Ρωσία.
Οι Ευρωπαίοι βρίσκονται έτσι αντιμέτωποι με ένα ιδιαίτερα δύσκολο δίλημμα. Από τη μία πλευρά, φοβούνται ότι ένας απρόβλεπτος Αμερικανός πρόεδρος μπορεί να τους εγκαταλείψει απέναντι στον αναθεωρητικό Ρώσο πρόεδρο, Βλαντίμιρ Πούτιν. Από την άλλη, απεύχονται το ενδεχόμενο να εξαρτηθούν ακόμη περισσότερο από την Τουρκία, η οποία διαθέτει, άλλωστε, τον μεγαλύτερο στρατό του ΝΑΤΟ στην Ευρώπη.
Φέτος ο Τραμπ προχώρησε ακόμη περισσότερο, παρακάμπτοντας, όπου μπορούσε, τις αντιρρήσεις του Κογκρέσου. Παραμονές της συνόδου ενημέρωσε το Κογκρέσο για την πρόθεσή του να πουλήσει στην Τουρκία περίπου ογδόντα κινητήρες αεροσκαφών F-110.
Έχει επίσης αφήσει να εννοηθεί ότι επιθυμεί την επανένταξη της Τουρκίας στο πρόγραμμα των μαχητικών F-35. Παρ’ όλα αυτά, χωρίς να έχει αλλάξει τίποτε ως προς το καθεστώς των S-400, ο αντιπρόεδρος Τζέι Ντι Βανς δήλωσε ότι η κυβέρνηση εξετάζει κατά πόσο η Τουρκία «συμμορφώνεται με την αμερικανική νομοθεσία» ώστε να μπορέσει να παραλάβει τα F-35. Έτσι, βρίσκεται σε εξέλιξη η αναζήτηση μιας νομικής οδού που θα παρακάμπτει τον νόμο, παρά τη σφοδρή αντίθεση του Κογκρέσου και την αμετάβλητη απειλή για τις ευαίσθητες τεχνολογίες, ώστε ο Τραμπ, όπως ο ίδιος δήλωσε, να μπορέσει «να κάνει κάτι που θα τους κάνει πολύ χαρούμενους».
Δεν είναι η πρώτη φορά που ο Τραμπ αγνοεί τη θέση της ίδιας του της κυβέρνησης για να στηρίξει τον Ερντογάν. Δύο φορές απέσυρε αμερικανικά στρατεύματα από τα σύνορα Συρίας–Τουρκίας, όπου επιχειρούσαν μαζί με τις κουρδικές δυνάμεις της Συρίας που συνέβαλαν καθοριστικά στην ήττα του αυτοαποκαλούμενου Ισλαμικού Κράτους, δίνοντας ουσιαστικά το πράσινο φως στις τουρκικές στρατιωτικές επεμβάσεις στη Συρία. Μετά την ανατροπή του Μπασάρ αλ Άσαντ, ο Τραμπ έσπευσε να αγκαλιάσει τον νέο ηγέτη, Άχμεντ αλ Σαράα, χαρακτηρίζοντάς τον «έναν σπουδαίο, νέο και ελκυστικό άνθρωπο», ενώ ήρε τις κυρώσεις κατά της Συρίας που υπάγονταν στην αρμοδιότητά του, χαρίζοντας έτσι ακόμη μία περιφερειακή επιτυχία στον προστάτη του Σαράα, την Άγκυρα.
Η σύνοδος κορυφής θα προσφέρει στον Ερντογάν ενδεχομένως δύο σημαντικά πολιτικά κέρδη. Το πρώτο είναι η παρουσία του Τραμπ, η οποία νομιμοποιεί τον παγκόσμιο ρόλο που επιδιώκει ο Ερντογάν στα μάτια της διεθνούς κοινότητας και, ταυτόχρονα, ενισχύει τη νομιμοποίηση της συγκεκριμένης διακυβέρνησης στο εσωτερικό της χώρας. Το αν αυτό θα έχει επιπτώσεις και στα ελληνοτουρκικά, θα το δούμε άμεσα.