Η επίσκεψη της ύπατης εκπροσώπου της Ευρωπαϊκής Ένωσης για Θέματα Εξωτερικής Πολιτικής και Πολιτικής Ασφάλειας, Κάγια Κάλας, στην Άγκυρα αιφνιδίασε για τη χρονική συγκυρία, παραμονές της Συνόδου Κορυφής του ΝΑΤΟ. Πολύ περισσότερο που συνοδευόταν από τον αρμόδιο Ευρωπαίο επίτροπο Μετανάστευσης.
Άλλωστε, η μεταναστευτική κρίση του 2015 δημιούργησε σημαντικές πολιτικές πιέσεις στο εσωτερικό της Ευρωπαϊκής Ένωσης και λειτούργησε ως αφύπνιση ότι, ανεξαρτήτως της ενταξιακής διαδικασίας, η Τουρκία παραμένει αναντικατάστατος παράγοντας. Η Τουρκία είναι υπερβολικά σημαντική για την περιφερειακή ασφάλεια, τη διαχείριση της μετανάστευσης και τους ενεργειακούς διαδρόμους, ώστε η ΕΕ να μπορεί να την αγνοήσει. Και ο Ταγίπ Ερντογάν το γνωρίζει και το εκμεταλλεύεται.
Η αλήθεια είναι ότι οι σχέσεις Τουρκίας–Ευρωπαϊκής Ένωσης είναι σύνθετες. Οι ενταξιακές διαπραγματεύσεις παραμένουν παγωμένες λόγω της δημοκρατικής οπισθοδρόμησης στη χώρα και των ανησυχιών σχετικά με το κράτος δικαίου και τις θεμελιώδεις ελευθερίες, όπως έχουν αποτυπωθεί σε σχετικές εκθέσεις. Όμως, το πλαίσιο που διέπει τη συνεργασία Τουρκίας–Ευρωπαϊκής Ένωσης εξακολουθεί να βασίζεται στη βραχυπρόθεσμη διαχείριση κρίσεων και όχι στον μακροπρόθεσμο στρατηγικό σχεδιασμό.

«Η Τουρκία είναι βασικός εταίρος σε θέματα ασφάλειας, μετανάστευσης και ενέργειας, καθώς και υποψήφια προς ένταξη χώρα στην ΕΕ. Ήταν καλό που συζήτησα σήμερα με τον πρόεδρο Ταγίπ Ερντογάν για την περαιτέρω ενίσχυση των σχέσεων ΕΕ-Τουρκίας και τη σημασία των σχέσεων καλής γειτονίας», έγραψε χτες σε ανάρτησή της η Κάγια Κάλας.
Από την πλευρά του, ο επίτροπος Μετανάστευσης, Μάγκνους Μπρούνερ, με δική του ανάρτηση, στάθηκε κυρίως στη μεταναστευτική διάσταση της συνάντησης στην Άγκυρα. «Η συνεργασία σε θέματα ασφάλειας και μετανάστευσης αποτελεί κορυφαία προτεραιότητα τόσο για την Ευρωπαϊκή Ένωση όσο και για την Τουρκία και είναι βασικό στοιχείο της κοινής μας ατζέντας. Η τρέχουσα γεωπολιτική κατάσταση υπογραμμίζει ότι αντιμετωπίζουμε κοινές προκλήσεις και πρέπει να συνεργαστούμε».
Τέλος, η επίτροπος Διεύρυνσης, Μάρτα Κος, που επίσης ήταν παρούσα στην Άγκυρα, δήλωσε πως «Έχουμε πολλά να κερδίσουμε από μια στενότερη συνεργασία με την Τουρκία. Χαίρομαι που συνάντησα σήμερα τον πρόεδρο στην Άγκυρα. Θέλουμε να αυξήσουμε το εμπόριο και τις επενδύσεις και να ενισχύσουμε τους δεσμούς στους τομείς των μεταφορών, της ενέργειας και της ψηφιακής συνδεσιμότητας που ενώνουν την Ευρώπη με την Ασία. Σε μια εποχή αυξανόμενης γεωπολιτικής αστάθειας, η στενή συνεργασία μεταξύ της ΕΕ και της Τουρκίας μπορεί να προσφέρει μεγαλύτερη προβλεψιμότητα και να συμβάλει στην περιφερειακή σταθερότητα».
Βέβαια, υπάρχουν αποκλίνουσες προσεγγίσεις μεταξύ των Ευρωπαίων ηγετών, καθώς η στάση της προέδρου της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν, διαφοροποιείται εμφανώς από εκείνη του Γερμανού Καγκελάριου, Φρίντριχ Μερτς. Δύο παράγοντες εξηγούν σε μεγάλο βαθμό τις διαφορετικές απόψεις: η έλλειψη σαφήνειας της Ευρωπαϊκής Ένωσης ως προς τον ρόλο της Τουρκίας στο μέλλον της Ευρώπης και η συνεχιζόμενη διφορούμενη στάση της Τουρκίας.
Ωστόσο, οι Βρυξέλλες δεν μπορούν να διατηρούν μια τέτοια ασάφεια απέναντι σε μια χώρα τόσο μεγάλης στρατηγικής σημασίας. Όπως επισημαίνει πρόσφατη έκθεση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, η Ένωση μπορεί να εκφράζει ξεκάθαρα τις ανησυχίες της για τη δημοκρατία και το κράτος δικαίου στην Τουρκία, ενώ ταυτόχρονα να προωθεί τις σχέσεις της με μια στρατηγική προοπτική. Μια τέτοια προσέγγιση θα συνέβαλλε και στην αποκατάσταση της επιρροής της ΕΕ στη χώρα.
Παρότι η ενταξιακή προοπτική θα πρέπει να διατηρηθεί και να επιβεβαιωθεί εκ νέου, η σχέση οφείλει να εξελιχθεί σε ένα διαφανές πλαίσιο που θα περιγράφει τις πιθανές διαδρομές εξέλιξης, στηριζόμενο σε σαφή κριτήρια αξιολόγησης και σε μια ρεαλιστική αποτίμηση των μελλοντικών δυνατοτήτων.
Οι προτεραιότητες σήμερα δεν αφορούν τόσο την επανεξέταση των τεχνικών λεπτομερειών της ενταξιακής διαδικασίας όσο τον επαναπροσδιορισμό της στρατηγικής κατεύθυνσης. Αυτό σημαίνει επαναβεβαίωση του καθεστώτος της Τουρκίας ως υποψήφιας χώρας, ακόμη και αν οι διαπραγματεύσεις παραμένουν παγωμένες, έμφαση στη μακροπρόθεσμη προοπτική και αναζωογόνηση του πολιτικού διαλόγου υψηλού επιπέδου στη βάση αμοιβαίων συμφερόντων και κοινών αξιών και όχι στενά συναλλακτικών ανταλλαγών.
Σε κάθε περίπτωση, ο Ερντογάν αξιοποιεί το momentum και κάνει ανοίγματα και προς την Ευρωπαϊκή Ένωση και προς το ΝΑΤΟ, περιμένοντας ασφαλώς ανταλλάγματα.