Η Χεζμπολάχ δεν είχε «καμία άμεση επαφή» με τον Ντόναλντ Τραμπ, αντικρούοντας τον ισχυρισμό του Αμερικανού προέδρου, ο οποίος ισχυρίστηκε ότι είχε «μια συζήτηση με εκπροσώπους της ηγεσίας της Χεζμπολάχ», οι οποίοι «συμφώνησαν να σταματήσουν να πυροβολούν το Ισραήλ και τους στρατιώτες του».
Αλήθεια ή ψέματα, τι σημασία μπορεί να έχει αφού οι εξελίξεις των τελευταίων ωρών δείχνουν ότι οι Ένοπλες Δυνάμεις του Λιβάνου έχουν μετατραπεί στο επίκεντρο μιας ολοένα και πιο έντονης διαμάχης για το πολιτικό μέλλον της χώρας και επί της ουσίας εγγυητής της όποιας σταθερότητας μπορεί να έχει πλέον αυτό το σημείο του πλανήτη. Σε συνέντευξή του σε αμερικανικό δίκτυο, ο πρόεδρος του Λιβάνου κατηγόρησε το Ιράν ότι χρησιμοποιεί τον Λίβανο ως «διαπραγματευτικό χαρτί» στις συνομιλίες του με τις ΗΠΑ και υποστήριξε ότι τα συμφέροντα του Λιβάνου δεν ταυτίζονται κατ’ ανάγκη με εκείνα της Τεχεράνης. Οι δηλώσεις αυτές συνέπεσαν με την εμφάνιση της λεγόμενης «Διακήρυξης της Ουάσιγκτον», η οποία περιλαμβάνει συμφωνία κατάπαυσης του πυρός, ευρύτερη ανάπτυξη του στρατού του Λιβάνου στον νότο, περιορισμούς στις στρατιωτικές δραστηριότητες εκτός των κρατικών θεσμών και συνέχιση των πολιτικών και διαπραγματεύσεων ασφαλείας. Οι τελευταίες επιθέσεις όμως έδειξαν ότι και αυτή η διακήρυξη είχε διάρκεια λίγες ώρες.
Ποιος ακριβώς μπορεί να είναι ο ρόλος που αναμένεται να αναλάβει ο λιβανικός στρατός το επόμενο διάστημα; Σε όλο το πολιτικό φάσμα του Λιβάνου υπάρχει ευρεία συμφωνία ότι ο λιβανικός στρατός αποτελεί τον ακρογωνιαίο λίθο οποιουδήποτε σχεδίου για τον νότο της χώρας. Οι υπό συζήτηση ρυθμίσεις δεν βασίζονται σε νέες διεθνείς δυνάμεις ή μηχανισμούς επιτήρησης. Αντίθετα, στηρίζονται στην ενίσχυση της παρουσίας του στρατού και στην ανάδειξή του ως της κύριας αρχής επί του εδάφους.
Ποιος είναι ο μεγαλύτερος κίνδυνος για τον λιβανικό στρατό στην επόμενη φάση; Να εμπλακεί σε σύγκρουση με τη Χεζμπολάχ, οι πολιτικές διαιρέσεις να υπονομεύσουν τον εθνικό του ρόλο.
Η Χεζμπολάχ έχει άλλη γνώμη. Το πρόβλημα δεν είναι ο στρατός, αλλά η προσπάθεια να εφαρμοστούν μέτρα ασφαλείας πριν επιλυθούν βασικά πολιτικά ζητήματα που αφορούν τις εγγυήσεις, την εφαρμογή των συμφωνιών και τη συμμόρφωση του Ισραήλ.
Η οργάνωση απορρίπτει κατηγορηματικά την ιδέα των «πιλοτικών ζωνών» που περιλαμβάνονται στη Διακήρυξη της Ουάσιγκτον, υποστηρίζοντας ότι παρόμοια σταδιακά πειράματα έχουν αποτύχει σε άλλες περιοχές της Μέσης Ανατολής.

Ως παραδείγματα αναφέρονται οι Συμφωνίες του Όσλο.
Στον πυρήνα της επιχειρηματολογίας τους βρίσκεται ένα απλό ερώτημα: Θα πρέπει οι δυνάμεις του λιβανικού στρατού να κληθούν να επιτύχουν αυτό που το Ισραήλ δεν κατάφερε να επιβάλει έπειτα από χρόνια στρατιωτικών πιέσεων;
Υποστηρίζουν ότι μια τέτοια αποστολή εγκυμονεί σοβαρούς κινδύνους, όχι μόνο λόγω των συνθηκών στο πεδίο αλλά και εξαιτίας της εύθραυστης πολιτικής και θρησκευτικής ισορροπίας του Λιβάνου. Παρά την έντονη αντιπαράθεση, υπάρχουν λίγες ενδείξεις ότι είτε οι λιβανικές αρχές είτε οι ξένοι παράγοντες επιδιώκουν να ωθήσουν τον στρατό σε άμεση σύγκρουση με κάποια λιβανική παράταξη. Όμως, οι κυριότερες πολιτικές δυνάμεις του Λιβάνου, παρά τις διαφορές τους, αναγνωρίζουν ότι ο στρατός αποτελεί έναν από τους τελευταίους πυλώνες της εθνικής σταθερότητας. Το όραμα της Βηρυτού για την επόμενη φάση διαμορφώνεται σταδιακά. Οι υποστηρικτές του μιλούν για αποκατάσταση της κρατικής εξουσίας, ενίσχυση της εθνικής κυριαρχίας, περιορισμό των όπλων στους επίσημους κρατικούς θεσμούς και απομάκρυνση του Λιβάνου από τις περιφερειακές συγκρούσεις που έχουν εξαντλήσει τη χώρα επί δεκαετίες.
Ωστόσο, η μετατροπή αυτών των στόχων σε πραγματικότητα αποτελεί διαφορετική πρόκληση. Το βασικό ζήτημα δεν είναι η ανάπτυξη του στρατού αυτή καθαυτή, αλλά το κατά πόσο οι πολιτικές δυνάμεις του Λιβάνου είναι διατεθειμένες να του προσφέρουν την απαραίτητη πολιτική κάλυψη, ώστε να εκτελέσει την αποστολή του χωρίς να παρασυρθεί στις εσωτερικές αντιπαραθέσεις της χώρας.
Η επιτυχία της επόμενης φάσης εξαρτάται λιγότερο από τις στρατιωτικές αναπτύξεις και περισσότερο από την ικανότητα των πολιτικών δυνάμεων να καταλήξουν σε μια συνεννόηση που θα προστατεύσει τον στρατό από την πολιτική πόλωση και θα του επιτρέψει να επιτελέσει τον ρόλο του. Ο στρατός μπορεί να βρίσκεται στο επίκεντρο οποιασδήποτε μελλοντικής διευθέτησης. Όμως δεν μπορεί μόνος του να επιλύσει τις πολιτικές διαιρέσεις του Λιβάνου ούτε να επωμιστεί το βάρος των περιφερειακών συγκρούσεων που συνεχίζουν να επηρεάζουν τη χώρα.
Σε έναν Λίβανο εξαντλημένο από τον πόλεμο, την οικονομική κρίση και τον πολιτικό κατακερματισμό, ο στρατός παραμένει ένας από τους ελάχιστους θεσμούς που εξακολουθούν να θεωρούνται κοινός εθνικός χώρος – και, για πολλούς, η τελευταία γραμμή άμυνας απέναντι σε μια νέα εσωτερική διάρρηξη.