Το Κρεμλίνο προχώρησε σε δραματική αύξηση των μέτρων προσωπικής ασφάλειας γύρω από τον πρόεδρο Βλαντίμιρ Πούτιν, εγκαθιστώντας ακόμα και συστήματα παρακολούθησης στα σπίτια στενών συνεργατών του, σύμφωνα με δημοσιεύματα αμερικανικών ΜΜΕ. Τα νέα μέτρα αποδίδονται σε ένα κύμα δολοφονιών υψηλόβαθμων Ρώσων στρατιωτικών αξιωματούχων, αλλά και σε φόβους για πιθανή απόπειρα πραξικοπήματος.
Σύμφωνα με το σχετικό dossier, μάγειρες, σωματοφύλακες και φωτογράφοι που εργάζονται δίπλα στον Ρώσο πρόεδρο απαγορεύεται να χρησιμοποιούν μέσα μαζικής μεταφοράς, ενώ όσοι τον επισκέπτονται υποβάλλονται σε διπλό έλεγχο ασφαλείας. Παράλληλα, οι συνεργάτες που βρίσκονται κοντά του μπορούν να χρησιμοποιούν μόνο κινητά τηλέφωνα χωρίς πρόσβαση στο διαδίκτυο.
Ορισμένα από τα μέτρα τέθηκαν σε εφαρμογή τους τελευταίους μήνες, μετά τη δολοφονία ανώτατου στρατηγού τον Δεκέμβριο, γεγονός που προκάλεσε έντονη αντιπαράθεση στους κόλπους των ρωσικών υπηρεσιών ασφαλείας. Η έκθεση αποτυπώνει αυξανόμενη ανησυχία στο Κρεμλίνο, καθώς η Ρωσία αντιμετωπίζει πολλαπλές προκλήσεις τόσο στο εσωτερικό όσο και στο εξωτερικό, μεταξύ των οποίων οικονομικά προβλήματα, ενδείξεις εσωτερικής δυσαρέσκειας και στρατιωτικές αποτυχίες στο μέτωπο της Ουκρανίας.
Οι ρωσικές υπηρεσίες ασφαλείας έχουν περιορίσει δραστικά τα μέρη που επισκέπτεται τακτικά ο Βλαντίμιρ Πούτιν, ενώ ο ίδιος και η οικογένειά του έχουν σταματήσει να μεταβαίνουν στις συνήθεις κατοικίες τους στην περιοχή της Μόσχας και στο Βαλντάι, την απομονωμένη θερινή του κατοικία μεταξύ Αγίας Πετρούπολης και πρωτεύουσας. Σύμφωνα με τα δημοσιεύματα, ο Πούτιν δεν έχει επισκεφθεί φέτος καμία στρατιωτική εγκατάσταση, σε αντίθεση με τις συχνές επισκέψεις που πραγματοποιούσε το 2025. Για να καλυφθούν οι περιορισμοί αυτοί, το Κρεμλίνο δημοσιοποιεί προηχογραφημένες εικόνες του προέδρου.
Μετά την εισβολή στην Ουκρανία το 2022, ο Ρώσος πρόεδρος φέρεται να περνά εβδομάδες σε αναβαθμισμένα καταφύγια, συχνά στην περιοχή του Κρασνοντάρ, κοντά στη Μαύρη Θάλασσα και σε απόσταση αρκετών ωρών από τη Μόσχα.

Η έκθεση, που διανεμήθηκε σε αμερικανικά ΜΜΕ από πηγή κοντά σε ευρωπαϊκή υπηρεσία πληροφοριών, έρχεται σε μια περίοδο που καταγράφεται αυξανόμενη αίσθηση κρίσης γύρω από το Κρεμλίνο, τέσσερα χρόνια μετά την έναρξη του πολέμου. Οι απώλειες της Ρωσίας, που σύμφωνα με δυτικές εκτιμήσεις ανέρχονται σε περίπου 30.000 νεκρούς και τραυματίες κάθε μήνα, σε συνδυασμό με περιορισμένα εδαφικά κέρδη και επαναλαμβανόμενες επιθέσεις drones βαθιά στο ρωσικό έδαφος, έχουν ανεβάσει το κόστος της σύγκρουσης σε επίπεδα που πολλοί θεωρούν μη βιώσιμα.
Το οικονομικό κόστος του πολέμου γίνεται πλέον αισθητό, με διακοπές στη λειτουργία δικτύων κινητής τηλεφωνίας σε μεγάλες πόλεις να προκαλούν δυσαρέσκεια ακόμα και σε φιλοκυβερνητικά στρώματα, εντείνοντας την αίσθηση ότι η σύγκρουση αρχίζει να επηρεάζει και την αστική ελίτ, η οποία έως τώρα ήταν σε μεγάλο βαθμό απομονωμένη από τις συνέπειες της εισβολής.
Η έκθεση παρέχει σπάνιες λεπτομέρειες για τις ανησυχίες της Μόσχας σχετικά με την επιδείνωση της εσωτερικής ασφάλειας, ενώ περιγράφει και έντονες συγκρούσεις στο εσωτερικό της στρατιωτικής και πολιτικής ηγεσίας για το ποιος φέρει την ευθύνη προστασίας των ανώτερων αξιωματούχων. Αυτό οδήγησε σε αναθεώρηση των πρωτοκόλλων ασφαλείας του Βλαντίμιρ Πούτιν και στην επέκταση αυξημένων μέτρων προστασίας σε ακόμα δέκα ανώτερους διοικητές.
Φόβοι για πραξικόπημα και ο ρόλος του Σεργκέι Σοϊγκού
Σύμφωνα με την έκθεση, από τις αρχές Μαρτίου 2026, το Κρεμλίνο και ο ίδιος ο Βλαντίμιρ Πούτιν ανησυχούν για διαρροές ευαίσθητων πληροφοριών και για τον κίνδυνο συνωμοσίας ή απόπειρας πραξικοπήματος. Ιδιαίτερη ανησυχία προκαλεί η πιθανή χρήση drones για απόπειρα δολοφονίας από μέλη της ρωσικής πολιτικής ελίτ.
Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται στον πρώην υπουργό Άμυνας, Σεργκέι Σοϊγκού, ο οποίος σήμερα είναι γραμματέας του Συμβουλίου Ασφαλείας. Η έκθεση τον συνδέει με τον κίνδυνο πραξικοπήματος, καθώς εξακολουθεί να διατηρεί σημαντική επιρροή στην ανώτατη στρατιωτική ηγεσία. Επιπλέον, η σύλληψη του πρώην αναπληρωτή του και στενού συνεργάτη του, Ρουσλάν Τσαλίκοφ, στις 5 Μαρτίου, θεωρείται παραβίαση άτυπων συμφωνιών προστασίας μεταξύ των ελίτ, γεγονός που αποδυναμώνει τον Σοϊγκού και αυξάνει την πιθανότητα να αποτελέσει ο ίδιος στόχο δικαστικής έρευνας.
Η ρωσική ανακριτική επιτροπή ανέφερε ότι ο Τσαλίκοφ συνελήφθη με κατηγορίες για υπεξαίρεση, ξέπλυμα χρήματος και δωροδοκία, ενώ αναφορές για διαφθορά στη στρατιωτική ελίτ έχουν πολλαπλασιαστεί μετά την έναρξη της εισβολής στην Ουκρανία. Ωστόσο, η έκθεση δεν προσκομίζει αποδείξεις για τους ισχυρισμούς σε βάρος του Σοϊγκού, ο οποίος θεωρούνταν μέχρι πρότινος ιδιαίτερα κοντά στον Πούτιν.
Υπενθυμίζεται ότι ο Βλαντίμιρ Πούτιν είχε επιβιώσει από προηγούμενη απόπειρα πραξικοπήματος τον Ιούνιο του 2023, όταν ο επικεφαλής μισθοφορικής οργάνωσης, Γεβγκένι Πριγκόζιν, ηγήθηκε αποτυχημένης πορείας προς τη Μόσχα.
Οι εσωτερικές διαμάχες στη ρωσική ελίτ συχνά αποτελούν αντικείμενο έντονης φημολογίας, ωστόσο σπάνια αποκαλύπτονται. Την ίδια στιγμή, καθώς η υποστήριξη των ΗΠΑ προς το Κίεβο μειώνεται, οι ευρωπαϊκές υπηρεσίες πληροφοριών έχουν ισχυρό κίνητρο να αναδεικνύουν ενδείξεις εσωτερικής αστάθειας στο Κρεμλίνο.
Η απομόνωση του Πούτιν ξεκίνησε ήδη από την περίοδο της πανδημίας Covid-19, όταν εμφανιζόταν να κάθεται σε μεγάλη απόσταση από συνομιλητές του, ενώ υπάρχουν αναφορές ότι χρησιμοποιεί παρόμοια διαμόρφωση γραφείου σε διαφορετικές τοποθεσίες για τηλεδιασκέψεις με την κυβέρνηση.
Ένταση στο Κρεμλίνο ύστερα από δολοφονία στρατηγού

Η έκθεση αναφέρεται και σε έντονη αντιπαράθεση μεταξύ κορυφαίων αξιωματούχων κατά τη διάρκεια συνάντησης στο Κρεμλίνο στα τέλη του περασμένου έτους. Μετά τη δολοφονία του αντιστράτηγου, Φανίλ Σαρβάροφ, στη Μόσχα στις 22 Δεκεμβρίου 2025, ο Βλαντίμιρ Πούτιν συγκάλεσε σύσκεψη τρεις ημέρες αργότερα.
Κατά τη διάρκεια της συνάντησης, ο αρχηγός του Γενικού Επιτελείου, Βαλέρι Γκερασίμοφ, επέκρινε τον επικεφαλής της Ομοσπονδιακής Υπηρεσίας Ασφαλείας (FSB), Αλεξάντερ Μπορτνίκοφ, για αποτυχία προστασίας των αξιωματικών, με τον δεύτερο να επικαλείται έλλειψη πόρων και προσωπικού. Η έκθεση σημειώνει ότι ο Γκερασίμοφ υπογράμμισε τον φόβο και την απογοήτευση που προκάλεσε το περιστατικό στο στρατιωτικό προσωπικό.
Στο τέλος της έντονης αυτής σύσκεψης, ο Βλαντίμιρ Πούτιν ζήτησε ηρεμία, προτείνοντας νέο τρόπο συνεργασίας και δίνοντας εντολή να παρουσιαστούν συγκεκριμένες λύσεις εντός μίας εβδομάδας. Η λύση αυτή περιλάμβανε την επέκταση των αρμοδιοτήτων της Ομοσπονδιακής Υπηρεσίας Προστασίας (FSO), ώστε να παρέχει ασφάλεια σε ακόμα δέκα ανώτερους διοικητές, πέραν του Γκερασίμοφ που ήδη προστατευόταν.
Η ενίσχυση των μέτρων ασφαλείας γύρω από τον ίδιο τον Πούτιν φέρεται να ακολούθησε αυτή την επέκταση. Παρά το γεγονός ότι είναι σπάνιο δυτικές υπηρεσίες πληροφοριών να δημοσιοποιούν λεπτομέρειες από εμπιστευτικές διεργασίες, η συγκεκριμένη διαρροή ενδέχεται να αντανακλά προσπάθεια ευρωπαϊκών κύκλων να ενισχύσουν την εικόνα εσωτερικής αποσταθεροποίησης στη Ρωσία, ως μέρος μιας ευρύτερης στρατηγικής πίεσης.