Η ασφάλεια της ναυσιπλοΐας σε ένα από τα πιο κρίσιμα θαλάσσια περάσματα του πλανήτη βρίσκεται στο επίκεντρο έντονης ανησυχίας, καθώς νέα στοιχεία που βλέπουν το φως της δημοσιότητας αποκαλύπτουν τον πιθανό κίνδυνο από θαλάσσιες νάρκες στα Στενά του Ορμούζ και τις σοβαρές επιπτώσεις που μπορεί να έχει η κατάσταση αυτή στις παγκόσμιες αγορές ενέργειας.

Σύμφωνα με δημοσίευμα της The Washington Post, το οποίο επικαλείται διαβαθμισμένη ενημέρωση του Πενταγώνου προς το αμερικανικό Κογκρέσο, η διαδικασία αποναρκοθέτησης ενδέχεται να διαρκέσει έως και έξι μήνες, γεγονός που θα μπορούσε να οδηγήσει σε σημαντική άνοδο των τιμών των υδρογονανθράκων διεθνώς. Πάντως, εκπρόσωπος του αμερικανικού υπουργείου Άμυνας διέψευσε, μιλώντας στο AFP, την πληροφορία αυτή.

Η εφημερίδα, βασιζόμενη σε τρεις ανώνυμους αξιωματούχους, αναφέρει ότι «οι κοινοβουλευτικοί ενημερώθηκαν ότι το Ιράν μπορεί να έχει βάλει 20 νάρκες ή περισσότερες στα Στενά του Ορμούζ και στη γύρω περιοχή».

Όπως προκύπτει από παρουσίαση στελέχους του αμερικανικού υπουργείου Άμυνας, «ορισμένες τις έβαλαν στο νερό εξ αποστάσεως χάρη στην τεχνολογία GPS», γεγονός που δυσχεραίνει σημαντικά τον εντοπισμό τους. Παράλληλα, άλλες «ποντίστηκαν από τις ιρανικές δυνάμεις με τη βοήθεια μικρών σκαφών».

Από την πλευρά του, εκπρόσωπος του Πενταγώνου χαρακτήρισε «ανακριβείς» τις πληροφορίες της Washington Post, όπως σημειώνει το ίδιο δημοσίευμα.

Παρά τις αντικρουόμενες εκτιμήσεις, παραμένει γεγονός ότι οι διαθέσιμες αξιόπιστες πληροφορίες για τη ναρκοθέτηση των Στενών είναι περιορισμένες. Το συγκεκριμένο πέρασμα αποτελεί κομβικό σημείο για το παγκόσμιο εμπόριο ενέργειας, καθώς υπό κανονικές συνθήκες διακινείται μέσω αυτού περίπου το ένα πέμπτο των υδρογονανθράκων που κατευθύνονται στις διεθνείς αγορές.

Ιδιαίτερη ανησυχία προκάλεσαν και οι δηλώσεις των Islamic Revolutionary Guard Corps, οι οποίοι στα μέσα Απριλίου έκαναν λόγο για μια «επικίνδυνη ζώνη» έκτασης 1.400 τετραγωνικών χιλιομέτρων, όπου ενδέχεται να υπάρχουν νάρκες.

Την ίδια στιγμή, ο πρόεδρος των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ, ανέφερε την περασμένη εβδομάδα ότι η Τεχεράνη «με τη βοήθεια των ΗΠΑ, έχει ήδη απομακρύνει ή απομακρύνει όλες τις νάρκες θαλάσσης», χωρίς ωστόσο ο ισχυρισμός αυτός να επιβεβαιώνεται από την πλευρά της Ισλαμικής Δημοκρατίας.

Οι πλοιοκτήτες εξακολουθούν να αντιμετωπίζουν με επιφυλακτικότητα την κατάσταση. Ακόμη και σε ενδεχόμενο επίσημου ανοίγματος των Στενών από Ούάσινγκτον και Τεχεράνη, ζητούν σαφείς οδηγίες για ασφαλείς διαδρομές, εκφράζοντας φόβους για την ύπαρξη ναρκών. Όπως επισήμανε την προηγούμενη Παρασκευή ο Νιλς Χάουπτ, εκπρόσωπος της Hapag-Lloyd, η αβεβαιότητα παραμένει υψηλή.

Παράλληλα, χώρες που δεν συμμετέχουν στη σύγκρουση εμφανίζονται πρόθυμες να συμβάλουν μέσω «μιας ουδέτερης αποστολής» με στόχο τη διασφάλιση της ασφάλειας στη θαλάσσια περιοχή.

Τα Στενά του Ορμούζ έχουν μετατραπεί σε κομβικό σημείο έντασης μετά την έναρξη της σύγκρουσης στις 28 Φεβρουαρίου, όταν σημειώθηκαν ισραηλινοαμερικανικά πλήγματα κατά του Ιράν. Η κατάσταση αποκλιμακώθηκε προσωρινά με την κατάπαυση του πυρός που τέθηκε σε ισχύ στις 8 Απριλίου μεταξύ ΗΠΑ και Ιράν.

Σύμφωνα με τις ιρανικές αρχές, τα πλοία που επιθυμούν να εισέλθουν ή να εξέλθουν από τον Κόλπο μέσω των Στενών του Ορμούζ οφείλουν να λάβουν σχετική άδεια. Την ίδια ώρα, οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν προχωρήσει από τις 13 Απριλίου σε αποκλεισμό της πρόσβασης προς τα ιρανικά λιμάνια.