Ο πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών, Ντόναλντ Τραμπ, εμφανίζεται πρόθυμος να διαπραγματευτεί τον τερματισμό της σύγκρουσης με το Ιράν, όπως αποτυπώνεται και στην ανακοίνωσή του την Πέμπτη για προσωρινή κατάπαυση του πυρός μεταξύ Ισραήλ και Λιβάνου. Την ίδια ώρα, παρά το γεγονός ότι Ουάσιγκτον και Τεχεράνη παραμένουν σε μεγάλη απόσταση, η πρόταση του Τραμπ να φιλοξενήσει στον Λευκό Οίκο τον Ισραηλινό πρωθυπουργό, Μπενιαμίν Νετανιάχου, και τον πρόεδρο του Λιβάνου, Ζοζέφ Αούν, αποτελεί ακόμα μία ένδειξη της μετατόπισης των αμερικανικών θέσεων μέσα σε λίγες ημέρες.
Την περασμένη εβδομάδα, ο πρόεδρος χαρακτήριζε τις επιθέσεις του Ισραήλ κατά της Χεζμπολάχ στον Λίβανο ως «ξεχωριστή αψιμαχία», επιμένοντας ότι δεν αποτελούσαν μέρος της συμφωνίας κατάπαυσης του πυρός με την Τεχεράνη. Ωστόσο, ασκώντας πίεση στον Νετανιάχου να σταματήσει μια σφοδρή εκστρατεία βομβαρδισμών, ο Τραμπ φαίνεται να απομακρύνει έναν πιθανό παράγοντα αποτυχίας των συνομιλιών με το Ιράν.
Μετά την αποτυχία των διαπραγματεύσεων το περασμένο Σαββατοκύριακο στο Πακιστάν να οδηγήσουν σε πρόοδο, ο Τραμπ αντιμέτωπος με αυξανόμενο κόστος ζωής και πτώση στα ποσοστά δημοτικότητάς του, εμφανίζεται πιο διατεθειμένος να εξετάσει ορισμένες από τις απαιτήσεις της Τεχεράνης, παρά τη δημόσια στάση του, όπως αναφέρει σε ανάλυσή του το Politico. «Νομίζω ότι θα δεχόταν περισσότερους συμβιβασμούς, γιατί θέλει απεγνωσμένα να τελειώσει αυτό», δήλωσε ανώτερος αξιωματούχος του Κόλπου με γνώση των συνομιλιών, υπό καθεστώς ανωνυμίας. «Δείχνει να είναι σοβαρός με τις διαπραγματεύσεις και θέλει να τελειώσει, αλλά οι Ιρανοί μέχρι στιγμής αρνούνται να του δώσουν αυτό που χρειάζεται για να διασώσει το κύρος του και να αποχωρήσει», ανέφερε.

Παρά τη δήλωση του αντιπροέδρου, Τζέι Ντι Βανς, ότι έχει ήδη κατατεθεί η «τελική πρόταση» των ΗΠΑ στο Ισλαμαμπάντ, οι παρασκηνιακές επαφές συνεχίζονται. Δύο ημέρες μετά την εκτίμησή του ότι οι συνομιλίες υψηλού επιπέδου θα επαναληφθούν εντός ημερών, ο Τραμπ δήλωσε την Πέμπτη πριν αναχωρήσει για το Λας Βέγκας ότι ένας νέος γύρος διά ζώσης διαπραγματεύσεων θα μπορούσε να πραγματοποιηθεί ακόμα και μέσα στο Σαββατοκύριακο.
«Το Ιράν θέλει να κάνει συμφωνία και εμείς διαπραγματευόμαστε πολύ ευγενικά μαζί τους», ανέφερε, επαναλαμβάνοντας την «κόκκινη γραμμή» ότι το Ιράν δεν πρέπει να αποκτήσει πυρηνικά όπλα και σημειώνοντας ότι «είναι διατεθειμένοι να κάνουν πράγματα σήμερα που δεν ήταν πριν από δύο μήνες». Παράλληλα, φάνηκε να απορρίπτει την ιδέα συμφωνίας που θα περιλάμβανε 20ετές μορατόριουμ στον εμπλουτισμό ουρανίου, χωρίς όμως να αποκλείει ρητά τη δυνατότητα εμπλουτισμού στο μέλλον. «Έχουμε μια πολύ ισχυρή δήλωση ότι δεν θα έχουν για πάνω από 20 χρόνια πυρηνικά όπλα», είπε χαρακτηριστικά.
Ο Λευκός Οίκος δεν απάντησε σαφώς αν ο πρόεδρος θα αποδεχόταν συμφωνία που θα επέτρεπε στο Ιράν εμπλουτισμό ουρανίου για ειρηνικούς σκοπούς στο μέλλον. Η εκπρόσωπος Τύπου, Καρολάιν Λέβιτ, τόνισε ότι «ο πρόεδρος Τραμπ, ο αντιπρόεδρος Βανς και η διαπραγματευτική ομάδα έχουν καταστήσει σαφείς τις κόκκινες γραμμές των ΗΠΑ», προσθέτοντας ότι «η απελπισία του Ιράν για συμφωνία θα αυξηθεί μόνο με τον εξαιρετικά αποτελεσματικό ναυτικό αποκλεισμό που βρίσκεται ήδη σε ισχύ».
Σύμφωνα, ωστόσο, με δύο πηγές με γνώση των συνομιλιών, το 20ετές μορατόριουμ αποτελεί πρόταση της αμερικανικής πλευράς στο πλαίσιο σχεδίου 14 σημείων, ενώ το Ιράν έχει προτείνει μόνο πενταετή διακοπή. Παράλληλα, ο Τραμπ απαιτεί από την Τεχεράνη να παραδώσει τα αποθέματα μερικώς εμπλουτισμένου ουρανίου, τα οποία θα μπορούσαν να μεταφερθούν σε τρίτη χώρα, κάτι που το Ιράν αρνείται μέχρι στιγμής. Ο ίδιος δήλωσε ότι το Ιράν έχει «συμφωνήσει να μας επιστρέψει την πυρηνική σκόνη που βρίσκεται βαθιά υπόγεια», ισχυρισμός που δεν έχει επιβεβαιωθεί από την Τεχεράνη.

Τα αγκάθια αυτά καταδεικνύουν ότι, παρά τους ισχυρισμούς Τραμπ και Βανς ότι «κρατούν τα χαρτιά», το Ιράν έχει δείξει ικανότητα να αντέχει αποκλεισμούς και βομβαρδισμούς, ενώ συνεχίζει να επηρεάζει τις παγκόσμιες αγορές περιορίζοντας τη ναυσιπλοΐα στα Στενά του Ορμούζ. Το αδιέξοδο αυτό ενισχύει τον σκεπτικισμό ηγετών και αναλυτών για το κατά πόσο μπορεί να επιτευχθεί σύντομα συμφωνία, δεδομένου ότι η συμφωνία του 2015 (JCPOA) χρειάστηκε δύο χρόνια διαπραγματεύσεων μετά από πολυετείς συνομιλίες και κυρώσεις.
«Το Ιράν κρατά πολλά από τα χαρτιά αυτή τη στιγμή», δήλωσε ο πρόεδρος της Φινλανδίας, Άλεξ Στουμπ, κατά την επίσκεψή του στην Ουάσιγκτον, προσθέτοντας: «Φοβάμαι ότι αυτή είναι η πραγματικότητα». Η επιβολή ναυτικού αποκλεισμού στα Στενά του Ορμούζ αποτελεί προσπάθεια των ΗΠΑ να περιορίσουν το βασικό διαπραγματευτικό πλεονέκτημα της Τεχεράνης, πλήττοντας τις εξαγωγές πετρελαίου, αλλά ταυτόχρονα επιδεινώνει την παγκόσμια ενεργειακή κρίση.
Αναλυτές επισημαίνουν ότι η παρατεταμένη εφαρμογή του αποκλεισμού θα μπορούσε να έχει σημαντικό κόστος, τόσο λόγω του κινδύνου παγκόσμιας ύφεσης εξαιτίας της έλλειψης πετρελαίου όσο και λόγω της επιβάρυνσης των αμερικανικών ενόπλων δυνάμεων, με περίπου 10.000 στρατιωτικούς να συμμετέχουν στην επιχείρηση. Ο διευθυντής προϋπολογισμού του Λευκού Οίκου, Ρας Βόουτ, δήλωσε ότι δεν έχει ακόμη καθοριστεί το ύψος της χρηματοδότησης που θα ζητηθεί από το Κογκρέσο για τη σύγκρουση με το Ιράν.
Ο Έικ Φράιμαν από το Πανεπιστήμιο Στάνφορντ ανέφερε ότι η εντατικοποίηση της πίεσης μπορεί να οδηγήσει σε καλύτερη συμφωνία μακροπρόθεσμα, αλλά σημείωσε ότι «κάθε πύραυλος μεγάλης εμβέλειας που εκτοξεύεται τώρα αποδυναμώνει την αποτρεπτική ισχύ έναντι της Κίνας». Παράλληλα, η Ουάσιγκτον φαίνεται να αποφεύγει κλιμάκωση με το Πεκίνο, καθώς σύμφωνα με δεδομένα ναυσιπλοΐας, τουλάχιστον ένα κινεζικό δεξαμενόπλοιο διέσχισε τον αποκλεισμό.

Ο Τζαμίλ Ν. Τζάφερ, πρώην σύμβουλος της Επιτροπής Εξωτερικών Σχέσεων της Γερουσίας, τόνισε ότι «αν οι ΗΠΑ δεν εμποδίσουν τις εξαγωγές πετρελαίου προς την Κίνα, δεν υπάρχει σημαντική επιπλέον πίεση προς το Ιράν χωρίς επανέναρξη βομβαρδισμών ή συνοδεία πλοίων».
Την ίδια στιγμή, διεθνώς αυξάνεται η ανησυχία για τις επιπτώσεις του αποκλεισμού, με τον επικεφαλής του Διεθνούς Οργανισμού Ενέργειας να δηλώνει ότι η Ευρώπη διαθέτει αποθέματα καυσίμων αεροσκαφών για περίπου έξι εβδομάδες. Ευρωπαίος διπλωμάτης χαρακτήρισε την κατάσταση «οικονομικό παιχνίδι νεύρων», σημειώνοντας ότι Ευρώπη και Ασία βρίσκονται στη μέση, ενώ Ασιάτης διπλωμάτης προειδοποίησε για «παρατεταμένο σοκ» στην παγκόσμια οικονομία σε περίπτωση συνέχισης του αποκλεισμού.
Τέλος, ο πρώην πρέσβης των ΗΠΑ, Κρίστοφερ Χιλ, επεσήμανε ότι «ο πόλεμος αυτός έχει προκαλέσει σημαντικές υλικές ζημιές και απώλειες ζωών, καθώς και απομόνωση των Ηνωμένων Πολιτειών», προσθέτοντας ότι, δεδομένου πως βασικά ζητήματα των διαπραγματεύσεων είχαν ήδη συζητηθεί εκτενώς στο πλαίσιο της συμφωνίας JCPOA, «είναι δύσκολο να δικαιολογηθεί ή ακόμη και να εξηγηθεί τι έχει συμβεί τον τελευταίο μήνα».