Περισσότερα από τέσσερα χρόνια μετά την έναρξη του πολέμου στην Ουκρανία, που ξεκίνησε στις 24 Φεβρουαρίου 2022, η εικόνα της ρωσικής οικονομίας διαψεύδει σε μεγάλο βαθμό τις αρχικές εκτιμήσεις της Δύσης, που προέβλεπαν μια ταχεία και βαθιά κατάρρευσή της, υπό το βάρος των κυρώσεων. Αντί για αυτό, η πράξη δείχνει πως η Μόσχα συνεχίζει να κινείται σε θετικό έδαφος, παρά τις πιέσεις και τις στρεβλώσεις που προκαλεί η πολεμική της στρατηγική.
Αυτό δεν σημαίνει ότι η ρωσική οικονομία βρίσκεται σε υγιή τροχιά ανάπτυξης. Το μοντέλο που ακολουθεί, με έντονα στοιχεία στρατιωτικοποίησης και κρατικών παρεμβάσεων, δημιουργεί σοβαρές ανισορροπίες. Ωστόσο, όσοι εκτιμούσαν ότι η οικονομική πίεση θα ανάγκαζε το Κρεμλίνο να αλλάξει στάση στο μέτωπο της Ουκρανίας, προς το παρόν δεν δικαιώνονται. Ειδικοί αναλυτές περιγράφουν πως πρόκειται για μια οικονομία που ισορροπεί μεταξύ στασιμότητας και υπερθέρμανσης. Το 2024 η ανάπτυξη ξεπέρασε οριακά το 4%, όμως η δυναμική αυτή δεν είχε συνέχεια. Το 2025 καταγράφηκε σαφής επιβράδυνση, με την αύξηση του ΑΕΠ να κινείται σε χαμηλότερα επίπεδα, ενώ για το τρέχον έτος 2026, οι προβλέψεις παραμένουν υποτονικές, κοντά στο 1%. Παρά τη μείωση της δυναμικής, ωστόσο, η οικονομία δεν έχει περάσει σε ύφεση.

Η βασική αιτία αυτής της «αντοχής» συνδέεται με τη στροφή σε μια οικονομία που δίνει προτεραιότητα στον πόλεμο. Οι δημόσιες δαπάνες κατευθύνονται κατά προτεραιότητα στην άμυνα, περιορίζοντας τα περιθώρια για κοινωνικές πολιτικές. Πρόκειται για ένα μοντέλο που συχνά περιγράφεται ως στρατιωτικός κεϋνσιανισμός, όπου η κρατική δαπάνη διατηρεί την οικονομική δραστηριότητα, αλλά ταυτόχρονα ενισχύει τις πληθωριστικές πιέσεις. Ο πληθωρισμός παραμένει επίμονα υψηλός, αναγκάζοντας την κεντρική τράπεζα να διατηρεί τα επιτόκια σε ιδιαίτερα αυξημένα επίπεδα, που φτάνουν ακόμη και το 21%. Παράλληλα, η αγορά εργασίας εμφανίζει εξαιρετικά χαμηλή ανεργία, λίγο πάνω από το 2%, κάτι που υποδηλώνει έλλειψη διαθέσιμου εργατικού δυναμικού και περιορισμένες δυνατότητες περαιτέρω επέκτασης της παραγωγής. Παρά τις δυσκολίες, ωστόσο, τρεις βασικοί παράγοντες συνεχίζουν να λειτουργούν ως «μαξιλάρι» για τη ρωσική οικονομία.
Ο πρώτος αφορά τις διεθνείς τιμές ενέργειας. Στα αρχικά στάδια του πολέμου, η αναταραχή στις αγορές οδήγησε σε εκτόξευση των τιμών, ενισχύοντας σημαντικά τα έσοδα της Ρωσίας από εξαγωγές φυσικού αερίου και πετρελαίου. Τα έσοδα από το φυσικό αέριο, για παράδειγμα, σημείωσαν θεαματική αύξηση το 2022, πριν επιστρέψουν αργότερα σε πιο φυσιολογικά επίπεδα. Παρ’ όλα αυτά, το διάστημα αυτό έδωσε κρίσιμη οικονομική «ανάσα» στο Κρεμλίνο.
Ο δεύτερος παράγοντας σχετίζεται με τον τρόπο εφαρμογής των δυτικών κυρώσεων. Αν και τα μέτρα είναι εκτεταμένα, η εφαρμογή τους δεν υπήρξε πάντοτε πλήρως αποτελεσματική. Το πλαφόν στις τιμές του ρωσικού πετρελαίου, για παράδειγμα, προσαρμόζεται σταδιακά, ενώ παράλληλα μηχανισμοί όπως ο λεγόμενος «σκιώδης στόλος» δεξαμενόπλοιων επιτρέπουν στη Ρωσία να συνεχίζει τις εξαγωγές της, παρακάμπτοντας εν μέρει τους περιορισμούς.
Ο τρίτος και ίσως πιο καθοριστικός παράγοντας είναι η ενίσχυση των οικονομικών δεσμών με την Κίνα. Η συνεργασία των δύο χωρών έχει αποκτήσει στρατηγικό χαρακτήρα τα τελευταία χρόνια, με τη Μόσχα να προμηθεύει το Πεκίνο με φθηνή ενέργεια και πρώτες ύλες, εξασφαλίζοντας σταθερά έσοδα. Την ίδια στιγμή, η Κίνα καλύπτει κρίσιμες ανάγκες της ρωσικής οικονομίας, παρέχοντας εξοπλισμό, τεχνολογία και βιομηχανικά προϊόντα που στηρίζουν τη λειτουργία της πολεμικής μηχανής. Ωστόσο, οι προκλήσεις δεν λείπουν. Η διεθνής αγορά ενέργειας παρουσιάζει σημάδια υπερπροσφοράς, πιέζοντας τις τιμές προς τα κάτω. Παράλληλα, η κινεζική ζήτηση δεν αυξάνεται απεριόριστα, ενώ νέες κυρώσεις από Ηνωμένες Πολιτείες και Ευρωπαϊκή Ένωση στοχεύουν πιο στοχευμένα τον ρωσικό ενεργειακό τομέα. Σε αυτό προστίθενται και οι κατά καιρούς επιθέσεις σε ενεργειακές υποδομές, που δημιουργούν πρόσθετες πιέσεις. Παρά το συσσωρευμένο λοιπόν βάρος αυτών των εξελίξεων, η ρωσική οικονομία δεν φαίνεται να βρίσκεται μπροστά σε άμεσο αδιέξοδο. Οι αντοχές της, έστω και με κόστος για τη μακροπρόθεσμη προοπτική, εξακολουθούν να υφίστανται.
