Τον Ιανουάριο του 2021, εν μέσω πανδημίας, είχα την ευκαιρία να πάρω συνέντευξη από τον Αρχιεπίσκοπο Αθηνών και πάσης Ελλάδος κ.κ. Ιερώνυμο στο μοναστήρι του Οσίου Λουκά, στη Βοιωτία, για λογαριασμό της αφιερωματικής σειράς του τηλεοπτικού σταθμού Open TV για την επέτειο των 200 χρόνων από την Επανάσταση του 1821. Κάποια στιγμή η κουβέντα έρχεται και στον ρόλο του Ισλάμ, με τον Προκαθήμενο της Ελλαδικής Εκκλησίας να αναφέρει επί λέξει πως: «Το Ισλάμ, οι πολίτες του, δεν είναι θρησκεία, είναι πολιτικό κόμμα, είναι πολιτική επιδίωξη και είναι οι άνθρωποι του πολέμου, οι άνθρωποι της εξαπλώσεως. Αυτό είναι χαρακτηριστικό του Ισλάμ, το λέει και η διδασκαλία του Μωάμεθ».
Η συγκεκριμένη φράση είχε προκαλέσει έντονες αντιδράσεις στον μουσουλμανικό κόσμο, με το γραφείο Τύπου της Αρχιεπισκοπής Αθηνών να εκδίδει ακολούθως διευκρινιστική γραπτή δήλωση στην οποία τονιζόταν πως: «Με όλα όσα είπε για το Ισλάμ ο Μακαριώτατος Αρχιεπίσκοπος Αθηνών και πάσης Ελλάδος κ.κ. Ιερώνυμος, στο πλαίσιο πρόσφατης τηλεοπτικής συνέντευξής του για την προσφορά της Εκκλησίας μας στην Επανάσταση του 1821, δεν εννοούσε τίποτε περισσότερο από τη διαστροφή της ίδιας της μουσουλμανικής θρησκείας από μία δράκα ακραίων φονταμενταλιστών, που σπέρνουν τον τρόμο και τον θάνατο σε όλη την Οικουμένη». Και πρόσθετε με νόημα πως: «Σε αυτά ακριβώς τα πρόσωπα αναφερόταν ο Αρχιεπίσκοπος, πρόσωπα που εργαλειοποιούν το Ισλάμ και το μετατρέπουν σε φονικό όπλο κατά όλων όσοι έχουν διαφορετική άποψη από αυτούς, “απίστων”, αλλά ακόμη και πιστών».

Η διεθνής ισλαμική αναζωπύρωση
Μέσα στον 20ό αιώνα, ωστόσο, η αλήθεια είναι ότι παρατηρήθηκε μια ισλαμική αναζωπύρωση διεθνώς που συχνά αποδιδόταν ως αντίδραση απέναντι στην ευρωπαϊκή αποικιοκρατία και στην υποχώρηση της δυτικής κυριαρχίας σε περιοχές της Αφρικής και της Ασίας. Ωστόσο, αυτή η εξήγηση από μόνη της δεν αρκεί. Πίσω από την αναβίωση του πολιτικού Ισλάμ βρίσκονται και βαθύτερες εσωτερικές διεργασίες, όπως η αναζήτηση ταυτότητας, τα προβλήματα διακυβέρνησης, αλλά και οι ισορροπίες εξουσίας μέσα σε κοινωνίες με έντονη εθνοτική και θρησκευτική πολυμορφία. Σε αυτό το περιβάλλον, μεγάλα τμήματα των μουσουλμανικών πληθυσμών άρχισαν να επανεξετάζουν τον ρόλο του Ισλάμ όχι μόνο ως θρησκευτικής πίστης, αλλά και ως πολιτικής πρότασης. Η αίσθηση παρακμής και απώλειας επιρροής, ιδιαίτερα μετά το τέλος της αποικιοκρατικής περιόδου, ενίσχυσε την ανάγκη για μια νέα ιδεολογική κατεύθυνση που θα μπορούσε να δώσει απαντήσεις τόσο σε πολιτικό όσο και σε κοινωνικό επίπεδο.
Η επίδραση του κινήματος Τζαμάατ-ε-Ισλάμι
Χαρακτηριστική περίπτωση αυτής της τάσης αποτελεί η ίδρυση της Τζαμάατ-ε-Ισλάμι το 1941 από τον ιμάμη, Μαουλάνα Αμπούλ Αλά Μαουντούντι, στην Ινδία, όπως αναφέρεται στο βιβλίο «Η Πολιτική με απλά λόγια» που κυκλοφορεί στα ελληνικά από τις εκδόσεις Κλειδάριθμος. Το κίνημα αυτό δεν ήταν απλώς ένα ριζοσπαστικό πολιτικό κόμμα με τη συμβατική έννοια του όρου, αλλά μια οργανωμένη προσπάθεια επαναδιατύπωσης του Ισλάμ ως συνολικής ιδεολογίας που αφορά κάθε πτυχή της ζωής, από την κοινωνία μέχρι το κράτος.
Ο Μαουντούντι, που μπορεί να μην τον γνωρίζουμε οι περισσότεροι στην Ελλάδα αλλά αποτελεί μια από τις πιο επιδραστικές μορφές στον ισλαμικό κόσμο, παρατηρώντας την αβεβαιότητα και την ανασφάλεια που επικρατούσε στους μουσουλμάνους της Ινδίας μετά το τέλος της βρετανικής κυριαρχίας, υποστήριξε ότι η απάντηση δεν βρισκόταν στην υιοθέτηση δυτικών προτύπων, αλλά στην επιστροφή σε ένα «καθαρό» και πολιτικά ενεργό Ισλάμ. Μέσα από αυτή τη λογική, επιδίωξε να ανατρέψει την κάθοδο της μουσουλμανικής πολιτικής ισχύος που έβλεπε γύρω του, σφυρηλατώντας τη δημιουργία μιας νέας συνεκτικής κοινότητας με κοινή ιδεολογική βάση και ευρύτερες, οικουμενικές φιλοδοξίες. Η σημασία αυτών των ιδεών ξεπέρασε γρήγορα τα όρια της Ινδίας. Αποτέλεσαν μέρος ενός ευρύτερου ρεύματος που, σταδιακά, μετέτρεψε το Ισλάμ από θρησκευτική ταυτότητα σε πολιτικό εργαλείο. Ένα ρεύμα που τις επόμενες δεκαετίες θα αποκτήσει ακόμα πιο συγκεκριμένη μορφή και κρατική έκφραση, με πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα όπως θα δούμε παρακάτω το Ιράν, όπου μετά την Ισλαμική Επανάσταση του 1979, καθαιρέθηκε η μοναρχία και εγκαθιδρύθηκε μια «ισλαμική δημοκρατία».
Πώς θα έπρεπε να είναι το «ιδανικό» ισλαμικό κράτος
Περισσότερο διανοούμενος και μεταρρυθμιστής παρά πρακτικός πολιτικός, ο θεολόγος Μαουλάνα Αμπούλ Αλά Μαουντούντι δεν επικεντρώθηκε στην καθημερινή πολιτική αντιπαράθεση, αλλά στη διαμόρφωση ενός συνολικού οράματος: το πώς θα έπρεπε να είναι ένα «ιδανικό» ισλαμικό κράτος. Στη σκέψη του, η πολιτική δεν ήταν ανεξάρτητη από τη θρησκεία· αντίθετα, όφειλε να απορρέει πλήρως από αυτήν. Οι νόμοι και η οργάνωση του κράτους δεν θα βασίζονταν σε κοσμικές, δυτικές αντιλήψεις περί δημοκρατίας, αλλά θα καθορίζονταν «άνωθεν», από το ίδιο το din (σ.σ. τη θρησκευτική τάξη και νομοθεσία του Ισλάμ).

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, το ισλαμικό κράτος, όπως το αντιλαμβανόταν, δεν ήταν αυταρχικό αλλά, κατά τη δική του ερμηνεία, «αυθεντικά δημοκρατικό», καθώς θα εξέφραζε άμεσα τη βούληση του Θεού και όχι τις μεταβαλλόμενες επιθυμίες των κοινωνιών. Πρόκειται για μια ριζικά διαφορετική αντίληψη διακυβέρνησης, όπου η νομιμοποίηση της εξουσίας δεν προκύπτει από τον λαό, αλλά από τη θρησκευτική αλήθεια. Για να υπάρξει όμως μια τέτοια κοινωνία, δεν αρκούσε η πολιτική αλλαγή. Ο Μαουντούντι πίστευε ότι απαιτείται πρώτα μια βαθιά μεταμόρφωση των ίδιων των πιστών: μια μετάβαση από την «άγνοια» σε μια πιο καθαρή και αυστηρή κατανόηση του Ισλάμ ως ολοκληρωμένου τρόπου ζωής. Η κοινωνία που οραματιζόταν ήταν μια «ιερή κοινότητα», όπου θρησκεία, πολιτική και καθημερινότητα θα αποτελούσαν ένα ενιαίο σύνολο.
Οι επιρροές από τον σοσιαλισμό
Επηρεασμένος και από ευρωπαϊκά ιδεολογικά ρεύματα, όπως ο σοσιαλισμός, δανείστηκε την έννοια της «βάσης». Όπως οι σοσιαλιστές έβλεπαν την εργατική τάξη ως κινητήρια δύναμη της ιστορίας, έτσι και εκείνος αντιμετώπιζε το σύνολο των μουσουλμάνων παγκοσμίως ως μια ενιαία, εν δυνάμει πολιτική κοινότητα. Αν αυτή η κοινότητα αποκτούσε κοινή ιδεολογική κατεύθυνση, τότε κατά τη λογική του τα εθνικά σύνορα και τα κοσμικά κράτη θα έχαναν τη σημασία τους.
Σε αυτό το σχήμα, η έννοια της τζιχάντ (του ιερού πολέμου) «δεν ήταν μόνο ένας αγώνας για πνευματική εξέλιξη, αλλά ένας πολιτικός αγώνας για την επιβολή μιας συνολικής ισλαμικής ιδεολογίας» που θα διαμορφώνει το κράτος και την κοινωνία, όπως διαβάζουμε. Στόχος είναι ο έλεγχος της εξουσίας και των κρατικών πόρων, ώστε να οικοδομηθεί μια τάξη πραγμάτων που θα αντανακλά τις αρχές του Ισλάμ.
Οι ιδέες αυτές άρχισαν να αποκτούν πιο συγκεκριμένο πεδίο εφαρμογής μετά το 1947, όταν η διάλυση της αποικιοκρατικής κυριαρχίας οδήγησε στη δημιουργία δύο ξεχωριστών κρατών, της Ινδίας και του Πακιστάν. Παρότι η Τζαμάατ-ε-Ισλάμι δεν είχε στηρίξει τον διαχωρισμό, θεωρώντας ότι δεν εξέφραζε επαρκώς μια ισλαμική πολιτική προοπτική, ο Μαουντούντι μετακινήθηκε στο Πακιστάν με έναν σαφή στόχο: να συμβάλει στη μετατροπή του νέου κράτους σε ένα αυθεντικά ισλαμικό πολιτικό σύστημα. Ή με άλλα λόγια, να καταστεί το Πακιστάν ένα ισλαμικό κράτος που θα διέπεται από τον νόμο της Σαρίας (σ.σ. τον μουσουλμανικό θρησκευτικό κώδικα διαβίωσης). Έτσι, η θεωρία άρχισε να συναντά την πράξη, ανοίγοντας τον δρόμο για τη μετέπειτα σύνδεση της θρησκείας με την κρατική εξουσία, που θα βρει ακόμα πιο ολοκληρωμένη έκφραση σε άλλες χώρες τις επόμενες δεκαετίες.
Στο Ιράν η πρώτη ισλαμική δημοκρατία
Η μετάβαση αυτή από τη θεωρία στην πράξη θα βρει την πιο ολοκληρωμένη της έκφραση λίγες δεκαετίες αργότερα, με την Ιρανική Επανάσταση του 1979. Σε αντίθεση με άλλα κινήματα που έμειναν στο επίπεδο της ιδεολογίας, στην Τεχεράνη το πολιτικό Ισλάμ κατόρθωσε να κατακτήσει την εξουσία και να συγκροτήσει έναν νέο τύπο κράτους: μια «ισλαμική δημοκρατία», όπου η θρησκευτική νομιμοποίηση υπερισχύει της κοσμικής.
Κεντρική μορφή αυτής της μετάβασης ήταν ο αγιοτολάχ Ρουχολάχ Χομεϊνί, ο οποίος διαμόρφωσε ένα σύστημα όπου η πολιτική εξουσία συνδέεται άμεσα με τη θρησκευτική αυθεντία. Στο μοντέλο αυτό, η έννοια της διακυβέρνησης δεν περιορίζεται στη διοίκηση του κράτους, αλλά επεκτείνεται στην καθοδήγηση της κοινωνίας σύμφωνα με τις αρχές του Ισλάμ. Έτσι, η θρησκεία δεν αποτελεί απλώς στοιχείο ταυτότητας, αλλά θεμέλιο άσκησης εξουσίας.
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η έννοια της τζιχάντ αποκτά διπλή διάσταση. Παραμένει, αφενός, μια πνευματική έννοια που αφορά την προσωπική προσπάθεια του πιστού, αλλά ταυτόχρονα όμως ενσωματώνει και σε μια ευρύτερη πολιτική στρατηγική: ως μέσο υπεράσπισης, αλλά και επέκτασης, ενός συστήματος που αυτοπροσδιορίζεται ισλαμικό. Δεν πρόκειται απαραίτητα για έναν διαρκή πόλεμο με τη στενή έννοια του όρου, αλλά για μια συνολική αντίληψη σύγκρουσης ιδεολογικής, πολιτικής και σε ορισμένες περιπτώσεις, στρατιωτικής.
Ενίσχυση της επιρροής μέσω δικτύων και δρώντων
Αυτή η θεώρηση επηρέασε καθοριστικά την εξωτερική πολιτική του Ιράν και θα πρέπει να την έχουμε κατά νου για τον τρόπο που χειρίζεται και σήμερα την κατάσταση έναντι του πολέμου με τις Ηνωμένες Πολιτείες και το Ισραήλ. Από τη δεκαετία του 1980 και μετά, η Τεχεράνη επιδιώκει να ενισχύσει την επιρροή της πέρα από τα σύνορά της, στηρίζοντας δίκτυα και δρώντες στην ευρύτερη Μέση Ανατολή. Η τακτική αυτή δεν εξηγείται μόνο με όρους γεωπολιτικής ισχύος, αλλά θα πρέπει να τη βλέπουμε και ως προέκταση μιας ιδεολογίας που βλέπει τον κόσμο μέσα από το πρίσμα της αντιπαράθεσης με «μη ισλαμικά» ή ανταγωνιστικά συστήματα εξουσίας.

Με αφορμή λοιπόν τον συνεχιζόμενο πόλεμο στη Μέση Ανατολή, αυτή η διάσταση επανέρχεται στο προσκήνιο. Οι συγκρούσεις λοιπόν μπορεί τελικά να μην είναι μόνο τοπικές ή συγκυριακές, αλλά να εντάσσονται σε ένα ευρύτερο πλαίσιο ανταγωνισμών, όπου ιδέες, ταυτότητες και πολιτικά μοντέλα συγκρούονται. Το Ιράν εμφανίζεται όχι απλώς ως ένα κράτος που διαδραματίζει σημαντικό ρόλο την περιοχή, αλλά ως φορέας μιας συγκεκριμένης αντίληψης για την οργάνωση της εξουσίας και της κοινωνίας.
Την ίδια στιγμή, η επιρροή της Ιρανικής Επανάστασης εξακολουθεί να διαμορφώνει τις εξελίξεις. Το μοντέλο που εγκαθιδρύθηκε τότε εξακολουθεί να λειτουργεί ως σημείο αναφοράς -είτε ως πρότυπο είτε ως αντίπαλο δέος- για άλλους δρώντες στην περιοχή. Έτσι, η σύνδεση της πολιτικής με τη θρησκευτική ιδεολογία, και ειδικότερα η ενσωμάτωση της έννοιας της τζιχάντ σε κρατικό επίπεδο, παραμένει κρίσιμο στοιχείο για την κατανόηση των σημερινών συγκρούσεων. Με άλλα λόγια, ο πόλεμος που εξελίσσεται σήμερα δεν αφορά μόνο σύνορα και ισορροπίες ισχύος. Αντανακλά σύμφωνα με τον τρόπο που έχουν γαλουχηθεί οι ηγήτορες του Ιράν και μια βαθύτερη αντιπαράθεση για το ποιο μοντέλο οργάνωσης της κοινωνίας και της εξουσίας θα πρέπει να επικρατήσει. Μια αντιπαράθεση που έχει τις ρίζες της σε ιδέες που διαμορφώθηκαν δεκαετίες πριν, αλλά συνεχίζουν να επηρεάζουν καθοριστικά το παρόν.