Οι Χούθι, επίσημα γνωστοί ως «Ansar Allah», αποτελούν πολιτικοθρησκευτικό σιιτικό κίνημα της ζαϊντί μειονότητας στην Υεμένη. Ιδρύθηκαν τη δεκαετία του 1990 από τον Χουσεΐν αλ‑Χούθι και σήμερα ηγούνται από τον αδελφό του, Αμπντούλ‑Μαλίκ αλ‑Χούθι.

Γράφει ο Γιώργος Γάκης

Έχοντας εξελιχθεί από θρησκευτική και κοινωνική οργάνωση σε ισχυρή στρατιωτική δύναμη, ελέγχουν το μεγαλύτερο μέρος του βορειοδυτικού τμήματος της χώρας και την πρωτεύουσα Σανάα. Η οργάνωση εντάσσει τον εαυτό της στον «άξονα αντίστασης» υπό το Ιράν, μαζί με τη Χεζμπολάχ και τη Χαμάς, προβάλλοντας ως βασικό αφήγημα την αντίδραση στη Δύση, τις ΗΠΑ και το Ισραήλ.

Η μετεξέλιξή τους από κίνημα διαμαρτυρίας σε οργανωμένο στρατιωτικό φορέα ήταν αποτέλεσμα της αυξανόμενης σαουδαραβικής επιρροής και της στενής συνεργασίας της πρώην κυβέρνησης της Υεμένης με την Ουάσιγκτον.

Ο «κρυφός άσσος» του Ιράν

Οι Χούθι θεωρούνται από αναλυτές βασικό εργαλείο της περιφερειακής στρατηγικής του Ιράν, το οποίο τους παρέχει τεχνογνωσία, όπλα και πολιτική στήριξη. Παρά ταύτα, δεν αποτελούν απόλυτα ελεγχόμενη δύναμη, αλλά έναν σύμμαχο με σχετική αυτονομία.

Το προηγμένο οπλοστάσιό τους – πυραύλους, drones και συστήματα μεγάλης εμβέλειας – έχει επιτρέψει επιθέσεις σε Σαουδική Αραβία, ΗΑΕ και, μετά το 2023, σε πλοία που διέρχονται από την Ερυθρά Θάλασσα και το στενό Μπαμπ αλ‑Μαντέμπ, μια από τις σημαντικότερες θαλάσσιες αρτηρίες του πλανήτη.

Μετά την έκρηξη του πολέμου στη Γάζα, οι επιθέσεις σε εμπορικά πλοία με το πρόσχημα της «στήριξης στους Παλαιστινίους» προκάλεσαν τεράστιες αναταράξεις στη διεθνή ναυσιπλοΐα, με αναδρομολογήσεις φορτίων γύρω από την Αφρική και άνοδο στο κόστος μεταφορών και ασφάλισης. Οι ΗΠΑ, σε συνεργασία με συμμάχους, απάντησαν με αεροπορικά πλήγματα σε στρατιωτικές εγκαταστάσεις των Χούθι στην Υεμένη.

Η γεωστρατηγική σημασία των θαλάσσιων οδών

Οι Χούθι βρίσκονται σε στρατηγικό σημείο: ελέγχουν περιοχή που «βλέπει» στο στενό Μπαμπ αλ‑Μαντέμπ, από όπου περνά μεγάλο μέρος του παγκόσμιου εμπορίου και ζωτικής σημασίας ενεργειακές ροές. Με το Ιράν να αναβαθμίζει την πίεση στα Στενά του Ορμούζ, η Ερυθρά Θάλασσα έχει αποκτήσει ακόμη μεγαλύτερη σημασία ως εναλλακτική διαδρομή. Οι επιθέσεις των Χούθι δημιουργούν ένα δεύτερο, παράλληλο σημείο ασφυξίας στην παγκόσμια τροφοδοσία ενέργειας, καθιστώντας την παρουσία τους κρίσιμη παράμετρο για τη διεθνή οικονομία.

Τα τρία επίπεδα διεύρυνσης της σύγκρουσης

Αναλυτές εκτιμούν ότι μια πλήρης εμπλοκή των Χούθι θα μπορούσε να διευρύνει δραματικά τον πόλεμο στη Μέση Ανατολή, σε τρία βασικά επίπεδα:

  1. Ενεργειακές και εμπορικές αναταράξεις: Οι επιθέσεις σε εμπορική ναυτιλία στην Ερυθρά Θάλασσα και το Μπαμπ αλ‑Μαντέμπ απειλούν να επιδεινώσουν την ήδη οξυμένη ενεργειακή κρίση. Με τα Στενά του Ορμούζ υπό διαρκή πίεση, η εναλλακτική διαδρομή προς τη Διώρυγα του Σουέζ γίνεται όλο και πιο απαραίτητη – και άρα πιο ευάλωτη.
  2. Κίνδυνος για στρατιωτικές βάσεις και υποδομές: Η ικανότητα των Χούθι να πλήξουν στρατιωτικές εγκαταστάσεις και ενεργειακές υποδομές στον Κόλπο αυξάνει τον κίνδυνο άμεσης εμπλοκής ΗΠΑ και ΝΑΤΟ στην Υεμένη, δημιουργώντας μια νέα εστία αντιπαράθεσης.
  3. Εμπόδια στη διπλωματική αποκλιμάκωση: Ένα νέο μέτωπο στις θαλάσσιες οδούς της Αραβικής Χερσονήσου περιπλέκει τις φυγόκεντρες διπλωματικές προσπάθειες. Η πίεση από μεγάλες εισαγωγικές και ναυτιλιακές δυνάμεις – ΕΕ, Κίνα, ασιατικές οικονομίες – αυξάνεται, καθώς η κρίση πλέον δεν αφορά μόνο τη Γάζα ή το Ιράν, αλλά την παγκόσμια εφοδιαστική αλυσίδα.

«Όλες οι επιλογές στο τραπέζι»

Σε πρόσφατες δηλώσεις που μετέφερε το Reuters, ανώτερο στέλεχος των Χούθι υπογράμμισε πως η οργάνωση είναι «στρατιωτικά πλήρως έτοιμη» και «με όλες τις επιλογές ανοικτές». Η απόφαση για περαιτέρω κλιμάκωση θα εξαρτηθεί από τη δυναμική στο τρίγωνο Ιράν–ΗΠΑ–Ισραήλ, με τους φόβους για έναν πολυμέτωπο πόλεμο να εντείνονται. Εάν οι Χούθι επιλέξουν ενεργό εμπλοκή, η Υεμένη και οι θαλάσσιες οδοί γύρω από την Αραβική Χερσόνησο ενδέχεται να μετατραπούν στο επόμενο κρίσιμο επίκεντρο της διεθνούς σύγκρουσης.

Το στενό Μπαμπ αλ‑Μαντέμπ και η κατακόρυφη μείωση της κίνησης λόγω επιθέσεων

Η κρίσιμη σημασία του διαδρόμου Ερυθρά Θάλασσα–Σουέζ αποτυπώνεται με σαφήνεια στα δεδομένα των τελευταίων ετών. Το στενό Μπαμπ αλ‑Μαντέμπ, το οποίο οι Χούθι μπορούν να επηρεάσουν άμεσα, αποτελεί μία από τις πλέον νευραλγικές πύλες του πλανήτη.

Οι επιθέσεις των Χούθι μετά το 2023 προκάλεσαν θεαματική πτώση στη διέλευση από το σύστημα Ερυθρά Θάλασσα–Σουέζ:

  • Η κίνηση στη Διώρυγα του Σουέζ μειώθηκε από 26.000 πλοία το 2023 σε μόλις 12.700 το 2025, δηλαδή σχεδόν στο μισό.
  • Περίπου 15% του παγκόσμιου θαλάσσιου εμπορίου διέρχεται από την Ερυθρά Θάλασσα και το Μπαμπ αλ‑Μαντέμπ.
  • Το 2025, η συνολική κίνηση στην Ερυθρά Θάλασσα παρέμεινε 35–40% χαμηλότερη από τα επίπεδα του 2023, παρά προσωρινές εκεχειρίες.

Επιπτώσεις στο παγκόσμιο εμπόριο ενέργειας

Το στενό Μπαμπ αλ‑Μαντέμπ διακίνησε 12% του παγκόσμιου πετρελαίου στο πρώτο μισό του 2023, πριν από τις επιθέσεις. Μετά την πίεση στο Στενό του Ορμούζ, τα πετρελαϊκά φορτία μέσω του λιμένα Γιανμπού στη Σαουδική Αραβία τριπλασιάστηκαν, φτάνοντας περίπου τα 4 εκατ. βαρέλια/ημέρα.

Η ευρύτερη περιοχή Σουέζ–Ερυθρά Θάλασσα διαχειριζόταν 12–15% του παγκόσμιου εμπορίου και έως 25–30% της παγκόσμιας εμπορευματοκιβωτιοφόρου κίνησης (containers), σύμφωνα με νεότερες οικονομικές εκτιμήσεις.

Οι επιθέσεις οδήγησαν σε μαζικές αλλαγές δρομολογίων:

  • Το 2024–25, έως και 75% της κυκλοφορίας στο Σουέζ και το Μπαμπ αλ‑Μαντέμπ χάθηκε, καθώς τα πλοία στράφηκαν σε διαδρομές γύρω από το Ακρωτήριο της Καλής Ελπίδας.
  • Οι παρακάμψεις αύξησαν τις διαδρομές κατά 6.000–11.000 ναυτικά μίλια και παρέτειναν τα ταξίδια κατά 10–14 ημέρες, εκτοξεύοντας το κόστος καυσίμων έως και 1 εκατ. δολάρια ανά ταξίδι.
  • Σε ορισμένα κύρια λιμάνια της Ερυθράς Θάλασσας, το φορτίο μειώθηκε έως και 83% το 2026, λόγω αποφυγής του διαδρόμου από μεγάλες ναυτιλιακές εταιρείες.

Οι αναταράξεις στις θαλάσσιες ροές επιδεινώνουν πιέσεις στην παγκόσμια εφοδιαστική αλυσίδα και ενδέχεται να συμβάλουν σε νέους πληθωριστικούς κύκλους, λόγω καθυστερήσεων, αυξημένων ασφαλίστρων και ελλείψεων.

Το 2025–26, ο όγκος πλοίων που αποφεύγουν το Σουέζ παρέμεινε υψηλός, δημιουργώντας μια «διπλή ισορροπία δρομολογίων»: μια νέα πραγματικότητα όπου εταιρείες επιλέγουν ασφάλεια αντί ταχύτητας.