Η Σύνοδος Κορυφής του ΝΑΤΟ στην Άγκυρα δεν είναι μια απλή συμμαχική συνάντηση. Ούτε είναι απλώς μια ευκαιρία της Τουρκίας να προβάλει τον ρόλο της. Είναι μια σύνοδος στην οποία θα φανεί αν η Συμμαχία μπορεί να διαχειριστεί ταυτόχρονα τέσσερα μεγάλα μέτωπα: την Ουκρανία, την πίεση των ΗΠΑ επί Trump, τη νέα αστάθεια που προκαλεί το Ιράν και τη δύσκολη μετάβαση της Ευρώπης από τη ρητορική της άμυνας στην πραγματική παραγωγή ισχύος.
Το γεγονός ότι η σύνοδος πραγματοποιείται στην Άγκυρα έχει αναμφισβήτητο συμβολισμό. Η Τουρκία θα επιχειρήσει να παρουσιάσει τον εαυτό της ως αναντικατάστατο σύμμαχο: μεγάλη στρατιωτική δύναμη, χώρα-κόμβο ανάμεσα στη Μαύρη Θάλασσα, τη Μέση Ανατολή, τον Καύκασο και την Ανατολική Μεσόγειο, με αναπτυσσόμενη αμυντική βιομηχανία και δυνατότητα να συνομιλεί με αντιμαχόμενα στρατόπεδα.
Όμως η σύνοδος δεν θα είναι «τουρκική» επειδή γίνεται στην Τουρκία. Το ουσιαστικό ερώτημα δεν είναι αν η Άγκυρα θα έχει προβολή. Θα έχει. Το ερώτημα είναι αν το ΝΑΤΟ μπορεί να μετατρέψει τη συμμαχική ρητορική σε πραγματική στρατιωτική, βιομηχανική και πολιτική αντοχή.
Και εκεί η ατζέντα γίνεται πολύ μεγαλύτερη από την Τουρκία.
Η Ουκρανία θα ζητήσει προβλέψιμη στήριξη. Οι ΗΠΑ θα ζητήσουν από τους Ευρωπαίους να πληρώσουν περισσότερο και να σταματήσουν να συμπεριφέρονται σαν η αμερικανική προστασία να είναι δεδομένη. Η κρίση με το Ιράν και τα Στενά του Ορμούζ θα αναγκάσει τη Συμμαχία να συζητήσει ξανά αν η ασφάλεια της Μέσης Ανατολής είναι ή δεν είναι νατοϊκό πρόβλημα. Και η Ευρώπη θα πρέπει να αποδείξει ότι η «στρατηγική αυτονομία» δεν είναι απλώς ωραία φράση για συνόδους κορυφής.
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η Τουρκία θα επιδιώξει αναβάθμιση. Η Ελλάδα θα θέσει όρους εμπιστοσύνης. Και η Σύνοδος της Άγκυρας θα γίνει ένα από τα πιο χαρακτηριστικά τεστ για το πώς θα λειτουργεί το ΝΑΤΟ σε μια εποχή λιγότερο άνετη, λιγότερο αμερικανοκεντρική και πολύ πιο απαιτητική.
Ουκρανία: Το πρώτο πραγματικό τεστ αξιοπιστίας
Αν υπάρχει ένα θέμα που δεν μπορεί να μείνει στο περιθώριο, αυτό είναι η Ουκρανία.
Το Κίεβο δεν χρειάζεται απλώς ακόμη ένα πολιτικό μήνυμα υποστήριξης. Αυτά έχουν ήδη δοθεί πολλές φορές. Χρειάζεται κάτι πιο δύσκολο: χρήματα, όπλα, πυρομαχικά, αεράμυνα και κυρίως προβλεψιμότητα. Η Ουκρανία δεν μπορεί να σχεδιάζει έναν μακρύ πόλεμο με βάση αποσπασματικά πακέτα, καθυστερημένες εγκρίσεις, εσωτερικές εκλογικές πιέσεις στις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες και διαρκή αβεβαιότητα για το τι θα κάνει κάθε φορά η Ουάσιγκτον.
Η ουκρανική πλευρά αναμένει ότι στη Σύνοδο της Άγκυρας θα τεθεί εκ νέου το ζήτημα της χρηματοδότησης. Υπάρχει η ιδέα οι σύμμαχοι να συνεισφέρουν σταθερά ένα μικρό ποσοστό του ΑΕΠ τους για την ουκρανική άμυνα. Υπάρχουν όμως αντιστάσεις. Δεν είναι όλοι έτοιμοι να δεσμευτούν σε έναν μόνιμο μηχανισμό. Γι’ αυτό συζητούνται εναλλακτικές, όπως ετήσια ευρωπαϊκά πακέτα διμερούς βοήθειας πολλών δεκάδων δισεκατομμυρίων ευρώ.
Εδώ βρίσκεται το κρίσιμο σημείο: η Ουκρανία ζητά θεσμική σταθερότητα, ενώ το ΝΑΤΟ συχνά παράγει πολιτική αβεβαιότητα.
Η Γερμανία, για παράδειγμα, συζητεί σημαντική ετήσια βοήθεια προς την Ουκρανία. Η Πολωνία παραμένει από τους πιο αποφασιστικούς υποστηρικτές του Κιέβου. Η Βρετανία προσπαθεί να συνδέσει τη στήριξη προς την Ουκρανία με τη δική της μετα-Brexit ευρωπαϊκή ασφάλεια. Οι Βαλτικές χώρες βλέπουν τον πόλεμο όχι ως μακρινό μέτωπο, αλλά ως προειδοποίηση για το δικό τους μέλλον. Την ίδια ώρα, άλλες χώρες δυσκολεύονται δημοσιονομικά ή πολιτικά να δεσμευτούν σε τόσο υψηλά επίπεδα δαπανών.
Η Τουρκία έχει ειδικό ρόλο στο ουκρανικό, αλλά όχι ρόλο κυρίαρχου παίκτη. Μπορεί να προσφέρει διαμεσολάβηση, χώρο συνομιλιών, εμπειρία στη Μαύρη Θάλασσα και αμυντική συνεργασία. Η συζήτηση για drones, joint production και μεταφορά τεχνολογίας ενδιαφέρει ιδιαίτερα το Κίεβο, γιατί η Ουκρανία χρειάζεται παραγωγικό βάθος και όχι μόνο παραδόσεις έτοιμου υλικού.
Όμως το πρόβλημα της Ουκρανίας δεν λύνεται από την Τουρκία. Λύνεται από το αν η Συμμαχία μπορεί να δημιουργήσει μηχανισμό που να επιβιώνει από εκλογές, κυβερνητικές αλλαγές, κόπωση κοινής γνώμης και αμερικανικές διακυμάνσεις.
Αν η Σύνοδος της Άγκυρας δεν δώσει καθαρό μήνυμα συνέχειας, η Μόσχα θα το διαβάσει ως ακόμη μία ένδειξη ότι ο χρόνος λειτουργεί υπέρ της.
ΗΠΑ και Τράμπ: η αμερικανική εγγύηση δεν είναι πια άνευ όρων
Το δεύτερο μεγάλο θέμα είναι οι Ηνωμένες Πολιτείες.
Με τον Ντόναλντ Τραμπ, το ΝΑΤΟ κινείται σε πιο δύσκολο περιβάλλον. Η αμερικανική πίεση για αμυντικές δαπάνες δεν είναι καινούργια, αλλά πλέον συνοδεύεται από πολύ πιο σκληρή γλώσσα και από την αίσθηση ότι η Ουάσιγκτον δεν θέλει να συνεχίσει να χρηματοδοτεί την ευρωπαϊκή ασφάλεια χωρίς αυξημένο αντάλλαγμα.
Ο Αμερικανός υπουργός Άμυνας Πιτ Χέγκσεθ έχει ήδη επικρίνει τους Ευρωπαίους συμμάχους, ειδικά στη δυτική Ευρώπη, για ανεπαρκείς αμυντικές δαπάνες και υπερβολική εξάρτηση από τις ΗΠΑ. Παράλληλα, η σχεδιαζόμενη απόσυρση 5.000 Αμερικανών στρατιωτών από τη Γερμανία έχει ενισχύσει την αίσθηση ότι η Ευρώπη πρέπει να προετοιμαστεί για λιγότερο αυτόματη αμερικανική παρουσία.
Αυτό αλλάζει τον τρόπο με τον οποίο πρέπει να διαβάσουμε τη Σύνοδο της Άγκυρας. Δεν είναι απλώς σύνοδος για την ενότητα της Συμμαχίας. Είναι σύνοδος για το αν η Συμμαχία μπορεί να λειτουργήσει όταν η Ουάσιγκτον ζητά περισσότερα, δίνει λιγότερη βεβαιότητα και συνδέει την αμερικανική προστασία με πολύ πιο ορατούς όρους ανταπόδοσης.
Η Ευρώπη δεν μπορεί πλέον να απαντά μόνο με πολιτικές δηλώσεις. Πρέπει να δείξει παραγωγή: πυρομαχικά, αντιαεροπορικά συστήματα, αμυντική βιομηχανία, δυνατότητα ταχείας ανάπτυξης δυνάμεων, αντοχή σε κυβερνοεπιθέσεις, προστασία υποδομών, αποθέματα καυσίμων, logistics.
Το παλιό ερώτημα ήταν αν οι Ευρωπαίοι ξοδεύουν αρκετά. Το νέο ερώτημα είναι αν μπορούν να μετατρέψουν τις δαπάνες σε πραγματική ισχύ.
Και η απάντηση δεν είναι ακόμη δεδομένη.
Από το 5% στην πραγματική άμυνα
Η συζήτηση για το 5% του ΑΕΠ έχει αλλάξει το πλαίσιο. Η νέα λογική προβλέπει υψηλότερη συνολική αμυντική και ασφαλείας δαπάνη, με διάκριση ανάμεσα στις καθαρές στρατιωτικές δαπάνες και στις ευρύτερες δαπάνες ασφάλειας, όπως cyber, υποδομές, ανθεκτικότητα και εφοδιαστικές αλυσίδες.
Αυτό ακούγεται εντυπωσιακό. Όμως κρύβει πολλές παγίδες.
Η Ισπανία έχει ήδη επιδιώξει ειδική μεταχείριση, υποστηρίζοντας ότι μπορεί να καλύψει τις συμμαχικές της υποχρεώσεις με πολύ χαμηλότερο ποσοστό από το 5%. Η Τσεχία δυσκολεύεται ακόμη και με τον στόχο του 2% για το 2026, παρότι δηλώνει μακροπρόθεσμη δέσμευση σε υψηλότερο επίπεδο. Η Βουλγαρία, αντίθετα, εμφανίζεται πρόθυμη να κινηθεί προς το 5%, θέλοντας να δείξει ότι ανταποκρίνεται στις νέες απαιτήσεις.
Η Πολωνία βρίσκεται σε άλλη κατηγορία. Η Βαρσοβία κινείται επιθετικά, με μεγάλες στρατιωτικές συμφωνίες και ισχυρό αίσθημα απειλής από τη Ρωσία. Δεν βλέπει τις αμυντικές δαπάνες ως λογιστικό βάρος, αλλά ως υπαρξιακή ανάγκη. Το ίδιο ισχύει, σε μικρότερη κλίμακα αλλά με ακόμη μεγαλύτερη ένταση, για τις Βαλτικές χώρες.
Το ΝΑΤΟ, λοιπόν, δεν πηγαίνει στην Άγκυρα με ενιαία ψυχολογία. Άλλοι σύμμαχοι φοβούνται τη Ρωσία ως άμεση απειλή. Άλλοι φοβούνται το δημοσιονομικό κόστος. Άλλοι θέλουν να κρατήσουν κοινωνικές δαπάνες. Άλλοι θέλουν να αγοράσουν γρήγορα αμερικανικά όπλα για να κατευνάσουν την Ουάσιγκτον. Άλλοι επιμένουν ότι χωρίς ευρωπαϊκή βιομηχανική βάση, οι δαπάνες απλώς θα μεταφέρουν χρήμα σε ξένους προμηθευτές.
Αυτό είναι το βαθύτερο πρόβλημα. Η Συμμαχία μπορεί να συμφωνεί στον αριθμό. Δεν συμφωνεί απαραίτητα στο τι σημαίνει ο αριθμός.
Βαλτική, Ρουμανία, Πολωνία: Η ανατολική πτέρυγα δεν μιλά θεωρητικά
Για την ανατολική πτέρυγα, όλα αυτά δεν είναι ασκήσεις επί χάρτου.
Στις Βαλτικές χώρες, τα πρόσφατα περιστατικά με drones έχουν δημιουργήσει αίσθηση άμεσης ευαλωτότητας. Ορισμένα drones, που συνδέονται με τον πόλεμο Ρωσίας–Ουκρανίας και πιθανώς με ρωσική ηλεκτρονική παρεμβολή, έχουν εισέλθει σε εναέριο χώρο κρατών-μελών του ΝΑΤΟ, προκαλώντας συναγερμούς, κινητοποίηση αεράμυνας και πολιτική ένταση. Σε μία περίπτωση, νατοϊκό μαχητικό φέρεται να κατέρριψε ύποπτο drone πάνω από την Εσθονία. Τέτοια περιστατικά δεν προκαλούν πάντα μεγάλες ζημιές, αλλά δείχνουν ότι ο πόλεμος μπορεί να περάσει τα σύνορα με τρόπους θολούς, δύσκολους και πολιτικά επικίνδυνους.
Η Ρουμανία αντιμετωπίζει παρόμοια πίεση. Η εγγύτητα με τη Μαύρη Θάλασσα και την Ουκρανία την καθιστά χώρα πρώτης γραμμής. Κάθε drone που περνά ή πέφτει σε ρουμανικό έδαφος δεν είναι απλώς τεχνικό περιστατικό. Είναι ερώτημα για το πόσο γρήγορα και αποφασιστικά το ΝΑΤΟ μπορεί να προστατεύσει τον εναέριο χώρο του.
Η Πολωνία, από την άλλη, κινείται πλέον σαν κράτος που προετοιμάζεται για μια μακρά εποχή στρατιωτικού ανταγωνισμού. Οι μεγάλες αμυντικές συμφωνίες, η συνεργασία με τη Βρετανία και η έμφαση στην κυβερνοασφάλεια δείχνουν ότι η Βαρσοβία θέλει να είναι όχι απλώς μέλος της ανατολικής πτέρυγας, αλλά πυλώνας της.
Αυτά τα παραδείγματα έχουν σημασία για τη Σύνοδο της Άγκυρας. Δείχνουν ότι η συμμαχική συζήτηση δεν είναι αφηρημένη. Για ορισμένες χώρες, οι δυνατότητες αεράμυνας, anti-drone προστασίας, κυβερνοάμυνας και ταχείας ενίσχυσης δεν είναι μελλοντικές επιθυμίες. Είναι καθημερινή ανησυχία.
Ιράν και Ορμούζ: το νότιο μέτωπο επιστρέφει στο ΝΑΤΟ
Η Σύνοδος της Άγκυρας δεν θα αφορά μόνο την ανατολική πτέρυγα. Το Ιράν και τα Στενά του Ορμούζ έχουν επαναφέρει τη νότια διάσταση της ασφάλειας στο κέντρο της συμμαχικής σκέψης.
Το Ορμούζ δεν είναι απλώς περιφερειακό ζήτημα του Κόλπου. Είναι παγκόσμιος διάδρομος ενέργειας, εμπορίου και ναυτιλίας. Αν διαταραχθεί σοβαρά η ναυσιπλοΐα, επηρεάζονται τιμές ενέργειας, ασφάλιστρα, μεταφορές, πληθωρισμός και ευρωπαϊκές οικονομίες. Για χώρες όπως η Ελλάδα, με τεράστιο ναυτιλιακό αποτύπωμα, το ζήτημα δεν είναι θεωρητικό.
Η Ολλανδία έχει ήδη ανακοινώσει την ανάπτυξη ναρκαλιευτικού στη Μεσόγειο, ώστε να μπορεί να κινηθεί γρήγορα προς το Ορμούζ αν συμφωνηθεί σχετική αποστολή. Γαλλία και Βρετανία έχουν κινηθεί σε λογική προετοιμασίας ευρωπαϊκών ή πολυμερών θαλάσσιων σχημάτων. Όμως μια καθαρή νατοϊκή αποστολή απαιτεί πολιτική συναίνεση. Και αυτή η συναίνεση δεν είναι εύκολη.
Ορισμένοι Ευρωπαίοι δεν θέλουν να συρθούν σε στρατιωτική κλιμάκωση με το Ιράν. Άλλοι θεωρούν ότι η ελευθερία της ναυσιπλοΐας είναι ζωτικό συμφέρον. Άλλοι θα προτιμούσαν αποστολές εκτός πλήρους νατοϊκής δομής, με ομάδες προθύμων κρατών. Αυτή η συζήτηση δείχνει κάτι ευρύτερο: η ασφάλεια της Ευρώπης μπορεί να χρειαστεί εργαλεία και έξω από το τυπικό πλαίσιο του ΝΑΤΟ, όταν η Συμμαχία δεν μπορεί να συμφωνήσει εύκολα.
Για την Άγκυρα, το Ιράν είναι επίσης κρίσιμο. Η Τουρκία βρίσκεται γεωγραφικά δίπλα στην κρίση και θέλει να εμφανιστεί ως συνομιλητής, σταθεροποιητής και κόμβος. Για την Ελλάδα, το Ιράν και το Ορμούζ είναι ευκαιρία να προβάλει τη δική της αξία σε ναυτιλία, Ανατολική Μεσόγειο, βάσεις, ενεργειακή ασφάλεια και διευκολύνσεις προς ΗΠΑ και ΝΑΤΟ.
Το νότιο μέτωπο, λοιπόν, δεν είναι δευτερεύον. Είναι το σημείο όπου η Συμμαχία θα δοκιμάσει αν μπορεί να σκέφτεται ταυτόχρονα Ρωσία και Μέση Ανατολή.
Η επιδίωξη της Τουρκίας: Να μετατρέψει τη φιλοξενία σε θεσμικό κέρδος
Η Τουρκία θα επιχειρήσει να αξιοποιήσει τη Σύνοδο της Άγκυρας στο μέγιστο.
Θα παρουσιάσει τον εαυτό της ως χώρα με τον δεύτερο μεγαλύτερο στρατό της Συμμαχίας, ισχυρή αμυντική βιομηχανία, κρίσιμη γεωγραφική θέση και ρόλο σε πολλά ανοιχτά μέτωπα: Ουκρανία, Μαύρη Θάλασσα, Συρία, Ιράκ, Ιράν, Ανατολική Μεσόγειος.
Η τουρκική επιδίωξη, όμως, δεν είναι μόνο επικοινωνιακή. Είναι θεσμική.
Η Άγκυρα θέλει να μετατρέψει την ανάγκη που έχει το ΝΑΤΟ για την Τουρκία σε βαθύτερη πρόσβαση στην ευρωπαϊκή άμυνα και ασφάλεια. Θέλει να εμφανιστεί ως απαραίτητος εταίρος της Ευρώπης στη νέα εποχή υψηλών αμυντικών δαπανών. Θέλει συμμετοχή σε προγράμματα, βιομηχανικές αλυσίδες, χρηματοδοτικά σχήματα και πιθανώς ειδικές ρυθμίσεις στο πεδίο συντονισμού ΝΑΤΟ–ΕΕ.
Ταυτόχρονα, η Άγκυρα έχει και ευρύτερες επιδιώξεις: αναβάθμιση της τελωνειακής ένωσης με την ΕΕ, βελτίωση σχέσεων με τις ΗΠΑ, άρση κυρώσεων CAATSA, επιστροφή ή αποκατάσταση πρόσβασης σε κρίσιμα εξοπλιστικά προγράμματα, F-16, F-35 και κινητήρες για το KAAN.
Αυτή είναι η πραγματική τουρκική ατζέντα πίσω από το συμμαχικό σκηνικό.
Η Τουρκία δεν θέλει απλώς να φιλοξενήσει το ΝΑΤΟ. Θέλει να εξαργυρώσει τη φιλοξενία.
Η ελληνική στάση: ναι στη συμμαχική συνοχή, όχι σε λευκή επιταγή προς την Άγκυρα
Η ελληνική στάση πρέπει να είναι ψύχραιμη, όχι αμυντική. Το ζήτημα δεν είναι να μετατραπεί η Σύνοδος του ΝΑΤΟ σε ελληνοτουρκική αντιπαράθεση. Αυτό θα ήταν λάθος και θα συρρίκνωνε το πραγματικό διακύβευμα.
Το ελληνικό επιχείρημα πρέπει να είναι θεσμικό: η Τουρκία μπορεί να είναι χρήσιμη στο ΝΑΤΟ, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι μπορεί να μπαίνει χωρίς όρους στην ευρωπαϊκή αμυντική αρχιτεκτονική.
Δεν μπορεί να υπάρχει casus belli απέναντι στην Ελλάδα και ταυτόχρονα η Τουρκία να αντιμετωπίζεται ως κανονικός εταίρος της ευρωπαϊκής άμυνας χωρίς πολιτικά φίλτρα. Δεν μπορεί να προβάλλεται η «Γαλάζια Πατρίδα», να συντηρούνται γκρίζες ζώνες και να συνεχίζεται η κατοχή εδάφους της Κυπριακής Δημοκρατίας, ενώ η Άγκυρα ζητά να συμμετάσχει σε σχήματα που έχουν ως σκοπό την ευρωπαϊκή ασφάλεια.
Η Ελλάδα δεν χρειάζεται να αρνηθεί ότι η Τουρκία είναι σημαντική. Θα ήταν λάθος και αναξιόπιστο. Πρέπει όμως να επιμείνει ότι η γεωγραφική σημασία δεν αρκεί. Η ευρωπαϊκή άμυνα δεν είναι μόνο αγορά όπλων. Είναι κοινότητα εμπιστοσύνης. Και η εμπιστοσύνη δεν μπορεί να χτίζεται με απειλές πολέμου ανάμεσα σε συμμάχους.
Η ελληνική θετική ατζέντα: αξιοπιστία, βάσεις, ενέργεια, Ανατολική Μεσόγειος
Η Ελλάδα δεν πρέπει να εμφανιστεί μόνο ως χώρα που βάζει φρένο στην Τουρκία. Πρέπει να εμφανιστεί και ως χώρα που προσφέρει λύσεις.
Η Αθήνα έχει να προβάλει συγκεκριμένα πλεονεκτήματα. Οι διευκολύνσεις προς τις ΗΠΑ και το ΝΑΤΟ, η Σούδα, η Αλεξανδρούπολη, οι υποδομές μεταφοράς προς την ανατολική Ευρώπη, η γεωγραφική θέση στην Ανατολική Μεσόγειο, ο ρόλος στην ενεργειακή ασφάλεια της Νοτιοανατολικής Ευρώπης και η συμμετοχή σε δυτικά σχήματα ασφάλειας συνθέτουν ένα καθαρό αφήγημα αξιοπιστίας.
Η Τουρκία προβάλλει την αναγκαιότητά της. Η Ελλάδα πρέπει να προβάλλει την αξιοπιστία της.
Σε μια εποχή όπου η Ευρώπη ψάχνει ασφαλείς βάσεις, αξιόπιστα λιμάνια, ενεργειακές διαδρομές, στρατηγικά περάσματα και κράτη που δεν αλλάζουν στρατόπεδο ανάλογα με το παζάρι, η αξιοπιστία δεν είναι μικρό μέγεθος. Είναι γεωπολιτικό κεφάλαιο.
Η τελική δήλωση και το παρασκήνιο των λέξεων
Σε κάθε σύνοδο του ΝΑΤΟ, οι διατυπώσεις έχουν σημασία. Μερικές φορές περισσότερο και από τις δημόσιες δηλώσεις.
Η τελική διακήρυξη της Συνόδου της Άγκυρας αναμένεται να είναι σύντομη, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι θα είναι ασήμαντη. Το σκληρό παζάρι θα γίνει στις λέξεις: πώς θα περιγραφεί η ευρωπαϊκή άμυνα, πώς θα αποτυπωθεί η σχέση ΝΑΤΟ–ΕΕ, πώς θα παρουσιαστεί η αμυντική βιομηχανία, πώς θα μπει η Ουκρανία, τι θα ειπωθεί για τις απειλές από Νότο και Ανατολή, πώς θα αποφευχθούν διατυπώσεις που δίνουν στην Τουρκία περισσότερα από όσα μπορούν να δεχθούν Ελλάδα και Κύπρος.
Η Αθήνα έχει λόγο να προσέξει ιδιαίτερα κάθε αναφορά σε αμυντική βιομηχανία και ΝΑΤΟ–ΕΕ συνεργασία. Αν η Τουρκία προσπαθήσει να περάσει από το παράθυρο σε ευρωπαϊκά αμυντικά σχήματα μέσω γενικών νατοϊκών διατυπώσεων, η Ελλάδα και η Κύπρος θα πρέπει να το μπλοκάρουν εγκαίρως.
Αυτό δεν είναι τεχνική λεπτομέρεια. Είναι στρατηγικό ζήτημα. Οι λέξεις σε μια διακήρυξη μπορούν να γίνουν προηγούμενο. Και τα προηγούμενα στην ευρωπαϊκή άμυνα έχουν μεγάλη αξία.
Το ΝΑΤΟ πολλών ταχυτήτων
Η Σύνοδος της Άγκυρας θα δείξει ότι πλέον δεν υπάρχει ένα ενιαίο ΝΑΤΟ με μία ενιαία προτεραιότητα.
Υπάρχει το ΝΑΤΟ της Πολωνίας και των Βαλτικών, που σκέφτεται με όρους ρωσικής απειλής και ταχείας ενίσχυσης. Υπάρχει το ΝΑΤΟ της νότιας πτέρυγας, που βλέπει Ιράν, Ορμούζ, Μεσόγειο, μετανάστευση, τρομοκρατία και ενεργειακή ασφάλεια. Υπάρχει το ΝΑΤΟ της δυτικής Ευρώπης, που θέλει να αυξήσει τις δαπάνες αλλά φοβάται τις δημοσιονομικές και κοινωνικές συνέπειες. Υπάρχει το ΝΑΤΟ των ΗΠΑ, που θέλει λιγότερη ευρωπαϊκή εξάρτηση και περισσότερη ευρωπαϊκή πληρωμή. Υπάρχει το ΝΑΤΟ της Τουρκίας, που βλέπει ευκαιρία θεσμικής αναβάθμισης. Και υπάρχει το ΝΑΤΟ της Ελλάδας, που θέλει συμμαχική συνοχή χωρίς να παρακαμφθούν τα ζητήματα ασφάλειας στο Αιγαίο και την Κύπρο.
Αυτό είναι το πραγματικό παζλ.
Η Σύνοδος του ΝΑΤΟ στην Άγκυρα θα έχει εικόνες ενότητας. Θα έχει δηλώσεις για συλλογική άμυνα. Θα έχει μηνύματα προς τη Ρωσία. Θα έχει αναφορές στην Ουκρανία. Θα έχει συζήτηση για αμυντικές δαπάνες. Θα έχει παρασκήνιο για το Ιράν και το Ορμούζ. Θα έχει τουρκική προσπάθεια αναβάθμισης. Θα έχει ελληνικές και κυπριακές κόκκινες γραμμές.
Το ερώτημα είναι τι θα μείνει μετά.
Αν η σύνοδος μείνει σε γενικές διατυπώσεις, θα είναι ακόμη μία προσπάθεια να καλυφθούν οι εσωτερικές αντιφάσεις της Συμμαχίας. Αν όμως δώσει πιο συγκεκριμένη κατεύθυνση σε χρηματοδότηση της Ουκρανίας, αμυντική παραγωγή, ευρωπαϊκή ανάληψη ευθύνης και θεσμικά όρια στην τουρκική πρόσβαση στην ευρωπαϊκή άμυνα, τότε θα έχει ουσιαστικό αποτέλεσμα.
Για την Τουρκία, η σύνοδος είναι ευκαιρία να παρουσιαστεί ως αναντικατάστατη. Για την Ελλάδα, είναι ευκαιρία να θυμίσει ότι η αναγκαιότητα δεν ισοδυναμεί με εμπιστοσύνη. Για την Ουκρανία, είναι ευκαιρία να πιέσει για προβλέψιμη στήριξη. Για τις ΗΠΑ, είναι ευκαιρία να δοκιμάσουν πόσο σοβαρά εννοούν οι Ευρωπαίοι την άμυνά τους. Για την Ευρώπη, είναι ευκαιρία να αποδείξει ότι η στρατηγική αυτονομία δεν είναι μόνο σύνθημα. Και για το ΝΑΤΟ συνολικά, η Άγκυρα θα είναι κάτι περισσότερο από τόπος συνάντησης.
Θα είναι καθρέφτης.
Θα δείξει ποιος πληρώνει, ποιος παράγει, ποιος αντέχει και ποιος τελικά εμπιστεύεται ποιον.