Σε δύο επισημάνσεις που προκάλεσαν αίσθηση προχώρησε ο πρόεδρος της Κύπρου, Νίκος Χριστοδουλίδης, σε ομιλία σε συνέδριο στην Αθήνα. Η πρώτη είναι ότι «η Κύπρος είναι έτοιμη να γίνει χώρα-μέλος του ΝΑΤΟ όταν οι συνθήκες το επιτρέψουν», δήλωση που την έχει ξαναπεί στο παρελθόν, αλλά η σημερινή χρονική συγκυρία έχει άλλη βαρύτητα. Η δεύτερη αφορούσε τη δημόσια διαφοροποίησή του από τον γενικό γραμματέα του ΝΑΤΟ για το ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν μπορεί να προχωρήσει στα θέματα της άμυνας και ασφάλειας χωρίς τη συνεργασία των Ηνωμένων Πολιτειών.
«Είναι μια θέση, με την οποία διαφωνώ. Η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει τις δυνατότητες, έχει αποδείξει την πολιτική βούληση και στο τέλος της ημέρας θεωρώ ότι μια ενισχυμένη, μια στρατηγικά αυτόνομη Ευρωπαϊκή Ένωση στα θέματα της ασφάλειας και της άμυνας θα είναι και ένας πιο ισχυρός εταίρος για το ΝΑΤΟ ευρύτερα στις προκλήσεις που έχουμε να αντιμετωπίσουμε. Και το αναφέρω αυτό, λέγοντας την ίδια στιγμή – εκμεταλλευόμενος την παρουσία της αναπληρώτριας του Γενικού Γραμματέα του ΝΑΤΟ» είπε.
Ο προεδρεύων αυτό το εξάμηνο πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου γνωρίζει ότι εδώ και εβδομάδες, οι Ευρωπαίοι σύμμαχοι προετοιμάζονται για τη σύνοδο κορυφής του ΝΑΤΟ στην Άγκυρα, που έχει προγραμματιστεί για τις 7 και 8 Ιουλίου και αποσκοπεί, βραχυπρόθεσμα και μεσοπρόθεσμα, στην επίσημη μεταφορά του «βάρους» των ευθυνών της συμβατικής άμυνας από τις ΗΠΑ στους Ευρωπαίους συμμάχους. Οι ευρωπαϊκές πρωτεύουσες καταγράφουν τις δυνατότητες που μπορούν να προσφέρουν στη συμμαχία, επιτρέποντας στις ΗΠΑ να ανακατευθύνουν τους πόρους τους σε άλλα θέατρα επιχειρήσεων. Διότι η αλήθεια είναι ότι ο Τραμπ έχει πυκνώσει τις επιθέσεις του προς τους Βορειοατλαντικούς Συμμάχους. Αφού εξέτασε το ενδεχόμενο εισβολής στη Γροιλανδία, έδαφος της Δανίας και συνεπώς συμμαχικής χώρας, στη συνέχεια χαρακτήρισε το ΝΑΤΟ «χάρτινη τίγρη» και απείλησε να αποχωρήσει από αυτό, ο πρόεδρος των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ, εξοργισμένος από την έλλειψη ευρωπαϊκής υποστήριξης για τον πόλεμό του στο Ιράν, αποδυνάμωσε περαιτέρω τον οργανισμό ανακοινώνοντας την απόσυρση 5.000 Αμερικανών στρατιωτών από τη Γερμανία – μια σε μεγάλο βαθμό συμβολική κίνηση – αλλά φέρεται επίσης να ανέστειλε την ανάπτυξη σε γερμανικό έδαφος συστημάτων εκτόξευσης πυραύλων μεγάλου βεληνεκούς, ικανών να πλήξουν στόχους εντός της Ρωσίας.

Στην Ευρώπη, κανείς δεν θέλει να στερηθεί την αμερικανική υποστήριξη αλλά όπως είπε και ο Εμανουέλ Μακρόν, «πληρώνουμε σήμερα την υπερβολική μας εξάρτηση από την προστασία που παρέχουν οι ΗΠΑ στον τομέα της άμυνας και της ασφάλειας». Έτσι λοιπόν οι Ευρωπαίοι ηγέτες πρέπει να εξετάσουν τις επιλογές τους σε αυτό το νέο πλαίσιο, καθώς αμφιβάλλουν όλο και περισσότερο για το ενδεχόμενο αμερικανικής παρέμβασης σε περίπτωση επίθεσης στα εδάφη τους. Το 2025, στη Χάγη, οι Ευρωπαίοι ηγέτες συμφώνησαν να αυξήσουν τις στρατιωτικές τους δαπάνες στο 3,5% του ακαθάριστου εγχώριου προϊόντος τους, προκειμένου να απαντήσουν στην επαναλαμβανόμενη κριτική του Τραμπ ότι η Ουάσινγκτον χρηματοδοτεί την άμυνα της Ευρώπης. Ορισμένες χώρες ανακοίνωσαν επίσης μεγάλα προγράμματα αγοράς όπλων από τις Ηνωμένες Πολιτείες για να παραμείνουν σε καλές σχέσεις με τον πρόεδρο, όμως πλέον βλέπουν την παράδοση αυτών των παραγγελιών να αναβάλλεται επ’ αόριστον, καθώς η αμερικανική αμυντική βιομηχανία δίνει προτεραιότητα στην αναπλήρωση των αποθεμάτων των ΗΠΑ μετά την επίθεση στο Ιράν.
Από εδώ και στο εξής, «χρειάζεται ένα ισχυρότερο ευρωπαϊκό στοιχείο στο ΝΑΤΟ, δεν έχω καμία αμφιβολία γι’ αυτό», δήλωσε ο Βρετανός πρωθυπουργός Κιρ Στάρμερ. Η ενίσχυση του ευρωπαϊκού πυλώνα της συμμαχίας, που προωθείται εδώ και καιρό από το Παρίσι, υποστηρίζεται πλέον από πολλούς συμμάχους, μεταξύ των οποίων το Βερολίνο, το Λονδίνο, η Χάγη και η Στοκχόλμη. Με αυτόν τον τρόπο, οι Ευρωπαίοι συμφώνησαν να ανταποκριθούν στην απαίτηση των ΗΠΑ να αναλάβουν την ευθύνη για τη συμβατική τους άμυνα, ενώ οι Αμερικανοί παραμένουν υπεύθυνοι για την πυρηνική ομπρέλα της συμμαχίας.
Σύμφωνα με τη Wall Street Journal, έχουν ήδη ξεκινήσει ανεπίσημες συνομιλίες μεταξύ της Γερμανίας, του Ηνωμένου Βασιλείου, της Γαλλίας, της Πολωνίας, των σκανδιναβικών χωρών και του Καναδά ως προληπτικό μέτρο έναντι ενδεχόμενης αποδέσμευσης των ΗΠΑ από το ΝΑΤΟ. Για να αποκτήσουν μεγαλύτερη αυτονομία, οι σύμμαχοι έχουν σταδιακά δημιουργήσει τα τελευταία χρόνια τις απαρχές δομών που θα μπορούσαν να ενισχύσουν εάν καταστεί απολύτως αναγκαίο. Η μελλοντική στάση του Τραμπ απέναντι στη συμμαχία θα καθορίσει εάν οι συζητήσεις για την ευρωπαϊκή αυτονομία θα συνεχιστούν ή θα επιταχυνθούν.