Η απάντηση στο «ποιος κερδίζει» τον πόλεμο στη Μέση Ανατολή είναι ότι, προς το παρόν, κανείς δεν μπορεί να μιλήσει για καθαρή νίκη, αλλά το Ιράν αξιοποιεί καλύτερα τον χρόνο, τη γεωγραφία και την αντοχή του στον πόνο από ό,τι οι αντίπαλοί του.

Ο πρώτος γύρος του αμερικανοϊσραηλινού πολέμου εναντίον του Ιράν έκλεισε με μια εντυπωσιακή, σχεδόν τεχνοκρατική επίδειξη ισχύος. Εκατοντάδες μαχητικά, δύο αεροπλανοφόρα, πύραυλοι κρουζ και βαλλιστικοί, μια ανηλεής αεροεκστρατεία: πάνω από 13.000 πλήγματα μέσα σε δύο εβδομάδες διέλυσαν κρίσιμες ικανότητες και υποδομές του ιρανικού καθεστώτος. Στα χαρτιά, ο Λευκός Οίκος του Ντόναλντ Τραμπ και το Τελ Αβίβ μπορούν να ισχυριστούν ότι «κερδίζουν» – οι αριθμοί, οι δείκτες επιτυχημένων αναχαιτίσεων, τα στατιστικά των κατεστραμμένων εκτοξευτήρων είναι με το μέρος τους. Αλλά ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή δεν κρίνεται πια στα powerpoints, ούτε στα τηλεοπτικά στούντιο όπου οι «πολεμοχαρείς» απόστρατοι γενικοί διαβεβαιώνουν ότι όλα βαίνουν κατ’ ευχήν, την ώρα που πιο ψύχραιμοι στρατιωτικοί «κουνάνε το κεφάλι» βλέποντας τα κενά στον σχεδιασμό.

Οι επιχειρήσεις άμυνας και συνοδείας στο Στενό του Ορμούζ εξελίσσονται σε αγώνα αντοχής. Η Ουάσιγκτον μετακινεί συστήματα αντιαεράμυνας από την Κορέα, σπεύδει να φέρει μονάδες Πεζοναυτών από τον Ειρηνικό, πιέζει διστακτικούς συμμάχους να στείλουν ναυτικές δυνάμεις στον Περσικό, την ώρα που ο επικεφαλής του IMO προειδοποιεί ότι ούτε οι ναυτικές συνοδείες εγγυώνται ασφαλή διέλευση. Κάθε φρεγάτα που δεσμεύεται για την προστασία τάνκερ, κάθε αεροσκάφος και drone που μένει στον αέρα 24/7, τρώει πολύτιμους πόρους από μια Δύση που δεν είχε «παιχνιδώσει» αρκετά αυτό το σενάριο. Κι όσο ο λογαριασμός διογκώνεται – από το κόστος των αναχαιτίσεων μέχρι τη ράλι των τιμών πετρελαίου και τα πολιτικά ρίσκα στην Ευρώπη για παρεμβάσεις στην αγορά ενέργειας – τόσο το ερώτημα «για πόσο αντέχουμε;» βαραίνει όσο και το «γιατί φτάσαμε εδώ;».

Η Μέση Ανατολή ως πεδίο αντοχής και ασύμμετρης ισχύος

Αντιμέτωπο με μια στρατιωτικά υπέρτερη συμμαχία, το Ιράν έχει επιλέξει μια ψυχρά υπολογισμένη στρατηγική φθοράς. Γνωρίζοντας ότι δεν μπορεί να κερδίσει στον «καθαρό» συμβατικό πόλεμο, επικεντρώνει τα πλήγματά του όχι στο σκληρά θωρακισμένο Ισραήλ αλλά στην εύθραυστη οικονομική αρχιτεκτονική του Κόλπου: στα Εμιράτα, στο Κουβέιτ, στο Μπαχρέιν, στις υποδομές παραγωγής, διύλισης και φόρτωσης ενέργειας. Η Σαουδική Αραβία έχει χτυπηθεί λιγότερο, αλλά ακόμη και εκεί, το γεγονός ότι το ένα τρίτο των drones στοχεύει το κρίσιμο πετρελαϊκό συγκρότημα της Shaybah δείχνει πώς η Τεχεράνη ιεραρχεί τους στόχους της. Το μήνυμα είναι σαφές: ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή δεν θα μείνει «χειρουργικός» και περιορισμένος, αλλά θα πονέσει τις αγορές και την καθημερινότητα σε όλο τον κόσμο.

Το μεγάλο σοκ για την Ουάσιγκτον είναι η ικανότητα του Ιράν να παραλύει, κατά βούληση σχεδόν, τη ναυσιπλοΐα στο Στενό του Ορμούζ. Οι εντυπωσιακές καμπύλες των «υψηλών ποσοστών αναχαίτισης» δεν αποκαλύπτουν πόσοι αναχαιτιστικοί πύραυλοι έχουν ήδη χρησιμοποιηθεί, ούτε αν η ιρανική στόχευση βελτιώνεται από κύμα σε κύμα. Την ίδια στιγμή, ο διεθνής ναυτιλιακός κόσμος ακούει από τον επικεφαλής του IMO ότι οι στρατιωτικές συνοδείες δεν αποτελούν πανάκεια, την ώρα που μεγάλες εταιρείες παγώνουν δρομολόγια ή ανεβάζουν ασφαλιστικό κόστος. Σε αυτό το τοπίο, το ερώτημα «ποιος κερδίζει» μοιάζει όλο και περισσότερο με ειρωνεία: ο μόνος σταθερός «νικητής» είναι ο πληθωρισμός, όπως δηκτικά σχολιάζουν ακόμη και αναγνώστες της διεθνούς οικονομικής ελίτ.

Μέση Ανατολή, κοινωνίες και πολιτική φθορά

Ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή δεν κρίνεται πλέον στη γραμμή επαφής αλλά στα μετόπισθεν – στις κοινωνίες, στις οικονομίες, στις πολιτικές ισορροπίες. Το μάθημα από την Ουκρανία είναι ότι μια χώρα με χαμηλότερη «ισχύ στα χαρτιά» μπορεί να στερήσει τη νίκη από έναν ισχυρό αντίπαλο, εφόσον μπορεί να προσαρμόζεται, να καινοτομεί και να αντέχει κοινωνικά. Σήμερα, το Ιράν, παρά τις συντριπτικές απώλειες και τον αέρα υπό συνεχή συναγερμό στην Τεχεράνη την ώρα που η χώρα ετοιμάζεται για το Περσικό νέο έτος, δείχνει ότι η αντοχή του στον πόνο – μετά από δεκαετίες πολέμου, κυρώσεων και αυταρχισμού – είναι πολύ μεγαλύτερη από εκείνη των δυτικών κοινωνιών. Ακόμη και Ιρανοί που απεχθάνονται το καθεστώς δυσκολεύονται να πιστέψουν ότι οι μαζικοί βομβαρδισμοί σχολείων και υποδομών θα τους «απελευθερώσουν»· αντιθέτως, φοβούνται ότι οδηγούν σε ένα ακόμη αποτυχημένο κράτος.

Στο ισραηλινό στρατόπεδο, η κυβέρνηση Νετανιάχου έχει βυθιστεί στην απομόνωση και την αντιδημοτικότητα, τόσο διεθνώς όσο και στο εσωτερικό, ωστόσο ποντάρει ότι ένας «πόλεμος χωρίς τέλος» θα κλειδώσει συμμάχους και αντιπάλους σε ένα νέο status quo. Οι Συμφωνίες του Αβραάμ, που υποτίθεται ότι θα εξομάλυναν τον αραβοϊσραηλινό χάρτη, απειλούνται από ένα κύμα οργής σε κοινωνίες όπου τα «τρία Όχι» (όχι αναγνώριση, όχι διαπραγμάτευση, όχι ειρήνη) επιστρέφουν στο προσκήνιο. Η Σαουδική Αραβία του Μοχάμεντ μπιν Σαλμάν, που επένδυσε σε μια προσέγγιση με το Ιράν, κληρονομεί τώρα έναν πόλεμο που εκθέτει τις αυταπάτες της για «σταθεροποιημένο» Κόλπο και ασφαλείς επενδύσεις. Η Ευρώπη, πιεσμένη από τις τιμές ενέργειας, φτάνει στο σημείο να συζητά ακόμη και «ιερά και όσια» όπως την προσωρινή αναστολή του συστήματος εμπορίας ρύπων, την ώρα που η Ισπανία προειδοποιεί ότι τέτοιες κινήσεις θα ήταν λάθος.

Μέση Ανατολή χωρίς καθαρούς νικητές

Στο επόμενο στάδιο του πολέμου, το Ισραήλ θα επιχειρήσει να ολοκληρώσει την αποδόμηση της ιρανικής στρατιωτικής μηχανής και να χτυπήσει την κατασταλτική καρδιά του καθεστώτος – τους Φρουρούς της Επανάστασης και τη δύναμη Basij. Οι ΗΠΑ θα επιδιώξουν να αποκαταστήσουν τη ροή της ναυσιπλοΐας, να καθησυχάσουν τους αραβικούς συμμάχους τους, να προσαρμοστούν στις ίδιες τις ιρανικές προσαρμογές. Η Τεχεράνη, όμως, έχει ακόμη «άσους» στο μανίκι: η περιορισμένη χρήση των πυραύλων cruise υποδηλώνει ότι διατηρεί κρίσιμες δυνατότητες για μάχες εγγύς στο Στενό του Ορμούζ, όπου ένα στοχευμένο πλήγμα μπορεί να κλονίσει αγορές και κυβερνήσεις πολύ μακριά από το μέτωπο, σύμφωνα με τους Financial Times.

Μετά το «ξύλο» που έχει φάει, το ιρανικό καθεστώς δύσκολα θα υποχωρήσει. Διαθέτει προνομιακή γεωγραφία, μεγαλύτερο πεδίο βολής προς περισσότερες χώρες, χρονικό ορίζοντα που λειτουργεί υπέρ του, και μια κοινωνία εθισμένη στην επιβίωση σε συνθήκες πίεσης. Όσο ο πόλεμος παρατείνεται, το κόστος για όλους τους άλλους μεγαλώνει, ενώ η Τεχεράνη παίζει το δικό της μακροπρόθεσμο παιχνίδι φθοράς. Σε έναν πόλεμο όπου ο πρόεδρος Τραμπ, αντί για «γρήγορη αλλαγή καθεστώτος» στην Τεχεράνη, βρίσκεται τώρα να «ζητά» επίμονα – και συχνά επιθετικά – από συμμάχους που έχει πληγώσει με δασμούς να βάλουν πλάτη σε μια αποστολή-«αυτοκτονία» για να κρατηθεί ανοιχτό το Στενό, η εύκολη απάντηση είναι ότι «κερδίζει» το Ιράν. Στην πραγματικότητα, όμως, η Μέση Ανατολή βρίσκεται ξανά σε μια από τις στιγμές όπου το μόνο βέβαιο είναι ότι οι λογαριασμοί – οικονομικοί, πολιτικοί, ανθρώπινοι – θα πληρωθούν ακριβά και για πολύ.