Μήνυμα για την Ουκρανία απέστειλε ο Οικουμενικός Πατριάρχης Βαρθολομαίος, με αφορμή τη συμπλήρωση τεσσάρων ετών από την έναρξη της ρωσικής εισβολής. Κατά τη διάρκεια της ομιλίας του, ο Παναγιώτατος υπογράμμισε πως οποιαδήποτε απόφαση για την ειρήνη οφείλει να συμπεριλαμβάνει τη βούληση του λαού, προειδοποιώντας ότι σε αντίθετη περίπτωση θα πρόκειται για «αδικία με διπλωματικό μανδύα». Η τοποθέτηση έγινε στις 24 Φεβρουαρίου 2026, μετά τη Θεία Λειτουργία των Προηγιασμένων Δώρων και το Τρισάγιο που τελέστηκε στη μνήμη των θυμάτων του πολέμου.
Στην ακολουθία παρέστησαν διπλωματικοί εκπρόσωποι, μεταξύ των οποίων ο Γενικός Πρόξενος της Ελλάδος στην Πόλη, ο Γενικός Πρόξενος της Ουκρανίας και άλλοι ξένοι διπλωμάτες, ενώ εκκλησιάστηκαν περισσότερες από 200 γυναίκες συγγενείς θυμάτων, αιχμαλώτων και αγνοουμένων Ουκρανών στρατιωτών.
Ο Παναγιώτατος αναφέρθηκε στην ανθρώπινη διάσταση της τετραετούς σύρραξης και στις ζωές που έχουν διαλυθεί.
«Κάθε θύμα δεν είναι στατιστικό στοιχείο. Είναι μια ιερή ζωή, που φέρει το μοναδικό αποτύπωμα του Θεού», επεσήμανε, καλώντας να μην επιτραπεί στην αδιαφορία να κυριαρχήσει.
Τόνισε επίσης την ανθεκτικότητα του ουκρανικού λαού: «Οι προσπάθειες καταστολής του πνεύματος ενός λαού μπορεί να προκαλέσουν βαθιές πληγές, αλλά δεν μπορούν να εξαλείψουν τη ζωή μέσα του. Η λαχτάρα για ελευθερία και η ικανότητα να ζει κανείς σύμφωνα με τη συνείδησή του είναι θεόσδοτες πραγματικότητες που δεν μπορούν να σβηστούν με τη βία».
Ο Οικουμενικός Πατριάρχης υπογράμμισε, σύμφωνα με το ΑΠΕ – ΜΠΕ, ότι η προσευχή αφορά όχι μόνο τους νεκρούς αλλά και όσους συνεχίζουν να υποφέρουν.
«Αναπέμπουμε τις προσευχές μας σήμερα υπέρ εκείνων των οποίων οι ζωές έχουν χαθεί – όχι ως παράπλευρες απώλειες σε μια στρατηγική εξουσίας, αλλά ως αγαπημένα πρόσωπα των οποίων η απουσία αφήνει ένα κενό που καμία γεωπολιτική διευθέτηση δεν μπορεί να γεμίσει», τόνισε.
Αναφέρθηκε ακόμη σε όσους υπερασπίζονται την πατρίδα τους, «όχι από επιθυμία για σύγκρουση, αλλά από βαθιά αγάπη για τους συγγενείς τους και για ένα μέλλον που δεν έχει ακόμη γραφτεί».
Ο Οικουμενικός Πατριάρχης έθεσε ως προϋπόθεση για τον τερματισμό του πολέμου μια δίκαιη και διαρκή ειρήνη, με πλήρη συμμετοχή της Ουκρανίας.
«Ένα πεδίο μάχης χωρίς πυροβολισμούς δεν είναι πάντα ειρήνη. Μπορεί να είναι μια ανήσυχη σιωπή, μια κόπωση που μπερδεύεται με γαλήνη ή μια υποταγή που μεταμφιέζεται σε ηρεμία. Μια αληθινή ομόνοια απαιτεί την αποκατάσταση αυτού που παραβιάστηκε και την αναγνώριση του δικαιώματος ενός έθνους να καθορίζει το δικό του πεπρωμένο. Είναι ηθική επιταγή ότι το μέλλον ενός λαού δεν μπορεί να είναι αντικείμενο μυστικής διαπραγμάτευσης ή να αποφασιστεί χωρίς την πλήρη και ισότιμη συμμετοχή του. Οτιδήποτε λιγότερο δεν είναι ειρήνη, είναι απλώς αδικία που της δίνεται διπλωματικό όνομα» ανέφερε.
Παράλληλα διαβεβαίωσε ότι «Η Εκκλησία δεν θα σας εγκαταλείψει».
