Ένα σκοτεινό μυστήριο συνεχίζει να καλύπτει την υπόθεση της εξαφάνισης του Περικλή Τσιάπανου, του 47χρονου μουσικού δρόμου από τις Συκιές της Θεσσαλονίκη, του οποίου τα ίχνη χάθηκαν τον Οκτώβριο του 2023 και δεν έχουν αποκαλυφθεί στοιχεία για την τύχη του. Παρά τις εκτεταμένες αναζητήσεις και το ενδιαφέρον της οικογένειας και φίλων, καθώς και τις εκκλήσεις για πληροφορίες από το κοινό, η υπόθεση παραμένει ανεξιχνίαστη, προκαλώντας αγωνία στους δικούς του ανθρώπους.
Μαρτυρίες στην εκπομπή Φως στο Τούνελ δίνουν νέα στοιχεία για την εξαφάνιση του ρεμπέτη της Αριστοτέλους.
Τι δήλωσε η αδερφή του
Με δάκρυα στα μάτια και φωνή που «σπάει», η αδελφή του Περικλή Τσιάπανου ξεσπά στην κάμερα του «Τούνελ».
Δυόμισι χρόνια μετά τη μυστηριώδη εξαφάνιση του «Ρεμπέτη της Αριστοτέλους», η οικογένειά του παραμένει διαλυμένη από την αγωνία και τον πόνο. Η απόφαση της Εισαγγελέως να τεθεί η υπόθεση στο αρχείο ανοίγει ακόμη περισσότερο το τραύμα και τα αναπάντητα «γιατί» καίνε.
«Εγώ έχω δύο παιδιά να μεγαλώσω, πιο πολύ σκέφτομαι την μητέρα μου που είναι ένας υπέροχος άνθρωπος. Την βλέπω που έχει χάσει το χαμόγελο της, έχει πάθει κατάθλιψη και είναι πολύ άσχημο όλο αυτό. Ό,τι κάνω είναι πρώτα για εκείνη. Νιώθω πολλές τύψεις και ενοχές που δεν μπορώ να καταφέρω κάτι για τον αδελφό μου. Με στενοχωρεί και θυμώνω που δεν μπορώ να βρω κάτι.», λέει συγκλονισμένη.
Όπως εξηγεί, ο Περικλής αντιμετώπιζε οικονομικά προβλήματα, όμως αποκλείει κατηγορηματικά το ενδεχόμενο να έφυγε οικειοθελώς..
«Ήταν ένας άνθρωπος μοναχικός γιατί έτσι επέλεξε να ζει αλλά τον βοηθούσαν οι φίλοι του και όσοι τον έβλεπαν να παίζει μουσική στον δρόμο. Σίγουρα κάτι κακό έχει συμβεί, δεν μπορεί να έχει φύγει οικειοθελώς. Μετά από δυόμιση χρόνια πιστεύω ότι κάτι έχει γίνει, ίσως βρέθηκε τη λάθος στιγμή στο λάθος σημείο. Ο Περικλής δεν θα εγκατέλειπε ποτέ τον αγαπημένο του σκύλο. Τον αγαπούσε πάρα πολύ και δεν θα τον άφηνε με τίποτα μόνο του».
Η έλλειψη κίνησης στον τραπεζικό λογαριασμό του από τον Σεπτέμβριο του 2023 που χάθηκε, ενισχύει την ανησυχία της.
«Δεν είχε πόρους. Πώς θα μπορούσε να ζει;» αναρωτιέται.
«Στο Άγιον όρος που έψαξα εγώ, σε κάποιες μονές δεν έχει βρεθεί κάτι. Βγήκαμε στους δρόμους φίλοι και συγγενείς να ψάξουμε παντού. Σε εγκαταλελειμμένα κτίρια, σε κτίρια υπό κατάληψη, δεν βρέθηκε τίποτα. Κανείς δεν είδε κάτι».
Η ίδια δηλώνει ιδιαίτερα οργισμένη με την αρχειοθέτηση της υπόθεσης.
«Νευρίασα πάρα πολύ γιατί για ακόμα μία φορά η αστυνομία δεν με ενημέρωσε. Ρώτησα για ποιο λόγο και μου είπαν ότι από τη στιγμή που δεν βρέθηκε πτώμα, η υπόθεση μπαίνει στο αρχείο και αν βρούμε εμείς κάτι και τους ενημερώσουμε να το ξαναψάξουν. Αρκέστηκαν στο να μου δώσουν ένα φύλλο χαρτί με δύο τρία πράγματα μέσα γραμμένα και με ρώτησαν για ποιον λόγο το ήθελα.. Απάντησα ότι θέλω να το δώσω σε δικηγόρο και στην κυρία Νικολούλη γιατί από την αστυνομία και τις υπηρεσίες δεν βρέθηκε τίποτα. Στα έγγραφα αποκλείουν το ενδεχόμενο εγκληματικής ενέργειας. Πιστεύουν ότι μπορεί να έφυγε μόνος του. Αν όμως έχει γίνει κάτι; Αν τον έχουν πετάξει κάπου; Είναι πολύ άδικο και κρίμα … να βρούμε τουλάχιστον το σώμα του».
«Καιρός να μιλήσουν αυτοί που ξέρουν…»
Φίλος του Περικλή Τσιάπανου που τον γνώριζε και τον αγαπούσε, μίλησε στο «Τούνελ».
Εξέφρασε την δυσαρέσκεια και τη βαθιά λύπη του, αναφορικά με την απόφαση να τεθεί η υπόθεση στο αρχείο.
«Είναι μία απογοήτευση αυτή η εξέλιξη.. Η υπόθεση του φίλου μας που αγνοείται μπήκε στο αρχείο. Περιμέναμε τουλάχιστον να βρεθεί το σώμα του ή κάποιος να δώσει μία πληροφορία ώστε να μπορέσουμε να ξετυλίξουμε αυτό το κουβάρι».
Όπως τονίζει, οι φίλοι και η οικογένεια δεν εγκατέλειψαν την προσπάθεια. Με δικές τους πρωτοβουλίες αναζήτησαν ίχνη του σε περιοχές όπου υπήρξαν πληροφορίες.
«Προσπαθήσαμε να κάνουμε ό,τι καλύτερο μπορούσαμε όσον αφορά την έρευνα και με τη βοήθεια την δικιά σας. Πήγαμε και ψάξαμε μόνοι μας στην Τούμπα, στη Χαρίλαου και σε άλλα μέρη που είχαμε ακούσει ότι μπορεί να βρίσκεται εκεί. Ελέγξαμε ακόμα και κάποιες πληροφορίες που ήρθαν σε εμάς ότι τον είχαν δει, αλλά τελικά δεν ήταν αυτός. Ήταν κάποιος που του έμοιαζε». Ξεκαθαρίζοντας ότι εξετάστηκε ακόμη και το ενδεχόμενο να είχε μεταβεί στο Άγιον Όρος, χωρίς όμως αποτέλεσμα.
«Έχουν ελεγχθεί τα διαμονητήρια. Δεν υπήρχε το όνομά του στις λίστες των επισκεπτών, οπότε είναι δύσκολο να βρίσκεται εκεί. Όλα ξεκινάνε από τα οικονομικά. Είχε ζόρι με το να καταφέρει να πληρώσει το ενοίκιο του. Αυτό το θέμα τον απασχολούσε πάντα και αναγκαζόταν να δανείζεται από φίλους. Μου ζητούσε κάποιες φορές μικροποσά τα οποία τα ήθελε για την διαβίωση του, για να καλύψει συγκεκριμένες ανάγκες που είχε. Έκανε μία λιτή ζωή ρεμπέτη, αυτός με το σκύλο του και τίποτα άλλο. Ήταν πολύ αγαπητός, καλό παιδί και γι’ αυτό και όλος ο κόσμος τον συμπαθούσε».
Ωστόσο, κάποια στοιχεία δημιουργούν εύλογα ερωτήματα.
«Τώρα που έχει περάσει ο χρόνος αυτό που μπορώ να πω είναι ότι μάλλον κάτι κακό του έχει συμβεί. Δεν μπορώ να πιστέψω ότι δεν θα έπαιρνε τηλέφωνο τουλάχιστον τη μάνα του, την οποία ήξερα ότι την αγαπούσε πολύ, να της πει ότι είναι καλά. Από τη στιγμή που βρέθηκε ο σκύλος τον οποίο δεν αποχωριζόταν ποτέ και το μπουζούκι του, το οποίο ήταν το βασικό όργανο της εργασίας του. Φαίνεται ότι κάποιοι τον εξαφάνισαν. Μπορεί να υπάρχουν κάποια άνθρωποι οι οποίοι γνωρίζουν πράγματα και καταστάσεις αλλά για κάποιο λόγο δεν μιλάνε. Να βγουν να μιλήσουν. Σε αυτό ελπίζουμε για να μπορέσουμε τουλάχιστον να βρούμε το σώμα του. Αυτό μας ενδιαφέρει.. κυρίως για τη μητέρα του».
«Εάν ήταν το παιδί κάποιου “μεγάλου” θα τον είχαν βρει…»
Το «Τούνελ» μίλησε εκ νέου με τη ρεμπέτισσα Σωτηρία Τσιμπερά, στενή φίλη και καλλιτεχνική του συνοδοιπόρο. Η ίδια, για να τον βοηθήσει στο οικονομικό του αδιέξοδο, τον είχε πλαισιώσει πολλές φορές με τη χαρακτηριστική φωνή της στο «στέκι» του, στην Αριστοτέλους και στη Βενιζέλου και μαζί διασκέδαζαν τον κόσμο του δρόμου. Δηλώνει βαθιά απογοητευμένη από το ενδεχόμενο η υπόθεση να τεθεί στο αρχείο.
«Δεν είναι δυνατόν να συμβαίνουν αυτά. Γιατί να μπει στο αρχείο; Να ερευνήσουν, να ψάξουν, από κάπου να πιαστούν», λέει με ένταση. Εκφράζει την πεποίθηση ότι «κάτι κακό έχει συμβεί» και ότι ο Περικλής δεν εξαφανίστηκε οικειοθελώς. «Δεν θα άφηνε ποτέ το σκύλο του. Υπήρχαν δυσκολίες, είχε στεναχώρια με τα ενοίκια που δεν μπορούσε να πληρώσει, υπήρχαν ζητήματα με χρήματα και με το σπίτι… Αλλά δεν ήταν άνθρωπος να τα παρατήσει έτσι.»
Θυμάται πως στην τελευταία τους συνάντηση εκείνος της ζήτησε να τραγουδήσουν κάτι λυπητερό. Εκείνη, θέλοντας να του αλλάξει τη διάθεση, πρότεινε ένα αγαπημένο του τραγούδι του Βαμβακάρη. «Το είπαμε και μετά μου εκμυστηρεύτηκε πόσο στενοχωρημένος ήταν. Θα τον έβγαζαν από το σπίτι και χρειαζόταν περίπου χίλια ευρώ για να νοικιάσει άλλο. Δεν ήξερε τι να κάνει. Έτσι θα τον θυμάμαι: λυπημένο, πιεσμένο, να παλεύει να τα βγάλει πέρα.»
Η ίδια τον προέτρεπε συχνά να αφήσει το δρόμο και να αναζητήσει ένα σταθερό μαγαζί για να τραγουδά. «Του έλεγα πως αν το έκανε, θα ήμουν δίπλα του, θα τραγουδούσαμε μαζί. Ήξερε ότι το εννοούσα. Πάντα όμως μου απαντούσε πως δεν έβρισκε ευκαιρία.»
Αποκλείει κατηγορηματικά το ενδεχόμενο να έβαλε τέλος στη ζωή του. «Από την πρώτη στιγμή που μίλησα με τη Νικολούλη, είπα πως κάτι κακό έχει συμβεί. Έχω την αίσθηση ότι κάποιος τον πήρε και τον άφησε σε μέρος όπου δεν θα μπορούσε να τον βρει κανείς.»
Μιλώντας για τη φιλία τους, συγκινείται. «Του έδινα χαρά με το τραγούδι, με απλά πράγματα, ακόμη και με αυγά από τις κοτούλες μου. Χαιρόταν σαν παιδί. Ακόμη κι όταν ήμουν κουρασμένη, σταματούσαμε και τραγουδούσαμε· κι αυτό που μοιραζόμασταν το αγκάλιασε ο κόσμος.»
Θυμάται χαρακτηριστικά μια εκδήλωση στη Βενιζέλου. «Δεν είχα διάθεση, αλλά με παρακίνησε να τραγουδήσουμε. Μαζεύτηκε κόσμος γύρω μας. Όταν πήγαν να φύγουν, τους φώναξα να αφήσουν κάτι στο παιδί, “γιατί δεν έχει να φάει”. Του άφησαν χρήματα και μετά γελάσαμε με την καρδιά μας. Ήταν μια στιγμή που δεν θα ξεχάσω ποτέ.»
Η εξαφάνισή του, όπως λέει, την πλήγωσε «σαν μάνα». «Αν ήμουν κάποια επώνυμη και ήταν το παιδί μου, θα είχαν ψάξει τα βουνά και τις θάλασσες. Θα είχε γίνει εξονυχιστική έρευνα. Αλλά αφού δεν είμαι… Δυστυχώς. Πρέπει να μπαίνουμε στη θέση του άλλου. Αν ήμουν η μητέρα του, θα ήθελα να ξέρω πού βρίσκεται, να μπορώ να τον μνημονεύσω, να κάνω μια ευχή…» καταλήγει με φωνή που σπάει.
«Με έκαναν μπαλάκι Εισαγγελία και αστυνομία…»
Η αδελφή του αγνοούμενου Περικλή Τσιάπανου, του «ρεμπέτη της Αριστοτέλους», προσπαθεί να ανασυνθέσει τα τελευταία λεπτά πριν χαθούν τα ίχνη του και να βρει την άκρη του μπερδεμένου νήματος.
Μιλώντας στην κάμερα του «Τούνελ» περιγράφει τα όσα την βασανίζουν εδώ και δυόμισι χρόνια και απορρίπτει το σενάριο της αυτοχειρίας.
«Σίγουρα κάτι έγινε μέσα σε εκείνο το μικρό διάστημα… πως λέμε “πετάγομαι μέχρι το σούπερ μάρκετ να πάρω κάτι και θα γυρίσω”. Κάπου εκεί, σε αυτή τη διαδρομή, συνέβη κάτι. Δεν υπάρχει περίπτωση να έβαλε τέλος στη ζωή του. Δεν θα εγκατέλειπε ποτέ τον σκύλο του. Στην Αριστοτέλους που κατέβαινε για να παίξει μουσική, τον είχε πάντα μαζί του».
Η ίδια εμφανίζεται εξοργισμένη και βαθιά απογοητευμένη από την πορεία των ερευνών, λέγοντας πως τελικά η οικογένεια και οι φίλοι αναγκάστηκαν να αναζητήσουν μόνοι τους απαντήσεις.
«Φτάσαμε να γίνουμε ντέντεκτιβ. Να είναι καλά ένας άνθρωπος που έμενε δίπλα στον αδερφό μου και είχε κρατήσει τα μουσικά του όργανα και μου τα έδωσε. Αυτά έχω μόνο από εκείνον… Δύο μουσικά όργανα και δύο εικόνες. Τίποτα άλλο. Ο εισαγγελέας μου είπε ότι για να βρω τη δικογραφία χρειάζεται αριθμός πρωτοκόλλου. Πήγα στο αστυνομικό τμήμα και μου είπαν ότι η υπόθεση είχε σταλεί στον εισαγγελέα εδώ και μήνες. Κανείς δεν με ενημέρωσε, παρότι τηλεφωνούσα συνεχώς».
Θυμάται μάλιστα πως ακόμη και όταν ζήτησε αστυνομικό για να μπει στο σπίτι του αδελφού της, όπου είχε βρεθεί νεκρός ο σκύλος του, δεν βρήκε ανταπόκριση.
«Πήγα μόνη μου να δω τι συμβαίνει. Έγινε απολύμανση στο σπίτι και δεν ενημερωθήκαμε ποτέ ούτε εγώ ούτε η μητέρα μου για το τι βρέθηκε μέσα. Δεν ξέρουμε αν υπήρχε πορτοφόλι, ταυτότητα, κλειδιά ή κινητό».
Κλείνοντας, η αδελφή του Περικλή απευθύνει έκκληση σε όποιον γνωρίζει κάτι να μιλήσει.
«Μετά από δυόμιση χρόνια, αν κάποιος θυμηθεί κάτι ή γνωρίζει κάτι και δεν το λέει, ας μας βοηθήσει. Να μάθουμε τι έγινε στον αδερφό μου. Είναι πολύ οδυνηρό να ξυπνάς και να κοιμάσαι κάθε μέρα με την ίδια σκέψη… πού μπορεί να είναι».
«Όλοι ρωτάνε στην Αριστοτέλους για τον Πέρη…»
Στο διαμέρισμά του βρέθηκαν τα μουσικά του όργανα —ανάμεσά τους και το μπουζούκι με το οποίο κέρδιζε το μεροκάματό του— σαν να είχε φύγει βιαστικά για να επιστρέψει. Εκείνο που προκάλεσε σοκ ήταν ο εντοπισμός του αγαπημένου του σκύλου, που βρέθηκε νεκρός μέσα στο σπίτι. Η παρουσία του αποκαλύφθηκε από την έντονη δυσοσμία. Λίγο αργότερα, τα προσωπικά αντικείμενα του Περικλή απομακρύνθηκαν και ο χώρος απολυμάνθηκε από ιδιωτικό συνεργείο, πριν —όπως καταγγέλλεται— πραγματοποιηθεί ουσιαστική έρευνα από την αστυνομία.
Οι φίλοι του δηλώνουν βαθιά ανήσυχοι, καθώς όλο αυτό το διάστημα δεν έχει υπάρξει κανένα απολύτως νέο για τη ζωή του.
Ο ζωγράφος με τον οποίο περνούσαν καθημερινά ώρες στην πλατεία Αριστοτέλους, ανέφερε πως ο κόσμος συνεχίζει να ρωτά για εκείνον, όμως απαντήσεις δεν υπάρχουν.
Μάρτυρας από το κουρείο που επισκεπτόταν συχνά δήλωσε πως και η ίδια δεν έχει ακούσει τίποτα. Όπως χαρακτηριστικά είπε, πολλοί περνούν και ρωτούν αν υπάρχει κάποια εξέλιξη. Εξέφρασε μάλιστα την εκτίμηση ότι η υπόθεση δεν διερευνήθηκε επαρκώς από την αρχή. Η απομάκρυνση των αντικειμένων του από το σπίτι ενδέχεται να οδήγησε στην απώλεια κρίσιμων στοιχείων, καθιστώντας πλέον εξαιρετικά δύσκολη την αποκάλυψη της αλήθειας.
Άλλη φίλη του, που τον βοηθούσε σε πρακτικά ζητήματα —όπως στην ανανέωση της κάρτας ανεργίας του— κάνει λόγο για σοβαρό σφάλμα με τον καθαρισμό του διαμερίσματος και την απομάκρυνση των προσωπικών του αντικειμένων χωρίς προηγούμενη ενημέρωση των συγγενών. Περιγράφει έναν άνθρωπο που, λίγο πριν χαθεί, ανησυχούσε για την κατάσταση του σπιτιού και για το πώς θα αντιδρούσε ο ιδιοκτήτης, φοβούμενος τυχόν ζημιές που θα μπορούσε να έχει προκαλέσει ο σκύλος του, ο Γκάρι. Όπως λέει, είχε προσφερθεί να τον βοηθήσει, όμως εκείνος επέμενε να τα αντιμετωπίσει μόνος του.
Τονίζει ότι ο Περικλής λάτρευε το σκυλί του και δεν υπήρχε περίπτωση να το εγκαταλείψει· συχνά, μάλιστα, στερούταν ο ίδιος για να μη λείψει τίποτα στον Γκάρι. Απορρίπτει το ενδεχόμενο να έφυγε οικειοθελώς και εκφράζει την πεποίθηση ότι «κάτι έχει συμβεί». Παραδέχεται πως γνώριζε ότι δανειζόταν χρήματα, χωρίς όμως —όπως επισημαίνει— να έχει γνώση για εμπλοκή με τοκογλυφικούς κύκλους.