Η ελληνική αγορά λιανικού εμπορίου συνεχίζει να προσελκύει το ενδιαφέρον μεγάλων εγχώριων και διεθνών αλυσίδων, οι οποίες αναζητούν διαρκώς παρουσία στα πιο προβεβλημένα εμπορικά σημεία της χώρας. Παρά τις προκλήσεις που αντιμετωπίζει η κατανάλωση και το αυξημένο λειτουργικό κόστος που καλούνται να διαχειριστούν οι επιχειρήσεις, οι βασικοί εμπορικοί δρόμοι της Αθήνας παραμένουν περιζήτητοι, διατηρώντας σε υψηλά επίπεδα τόσο τη ζήτηση όσο και τα μισθώματα.
Στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος εξακολουθεί να βρίσκεται η οδός Ερμού, η οποία διατηρεί σταθερά τη θέση της ως ο σημαντικότερος εμπορικός δρόμος της χώρας και ένας από τους ακριβότερους σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Η παρουσία χιλιάδων καταναλωτών και επισκεπτών σε καθημερινή βάση, σε συνδυασμό με τη διαρκώς αυξανόμενη τουριστική κίνηση στο ιστορικό κέντρο της Αθήνας, καθιστούν τα διαθέσιμα καταστήματα ιδιαίτερα δυσεύρετα.
Η εικόνα αυτή αποτυπώνεται και στη νέα ανάλυση της Cushman & Wakefield, σύμφωνα με την οποία η αγορά των εμπορικών ακινήτων εξακολουθεί να εμφανίζει αξιοσημείωτη ανθεκτικότητα. Οι επιχειρήσεις που επιδιώκουν να ενισχύσουν την αναγνωρισιμότητα των σημάτων τους ή να διευρύνουν το δίκτυό τους, συνεχίζουν να αναζητούν χώρους σε σημεία με υψηλή επισκεψιμότητα, έντονη εμπορική δραστηριότητα και ισχυρή προβολή.
Τα τελευταία χρόνια αρκετά διεθνή brands επέλεξαν να επεκτείνουν την παρουσία τους στην ελληνική αγορά, γεγονός που ενίσχυσε περαιτέρω τον ανταγωνισμό για τα διαθέσιμα καταστήματα. Οι αναζητήσεις επικεντρώνονται κυρίως στην Αθήνα και ειδικότερα σε περιοχές όπως η Ερμού, το Κολωνάκι, η Γλυφάδα, η Κηφισιά και ο Πειραιάς, όπου καταγράφεται σταθερά αυξημένο ενδιαφέρον.

Σύμφωνα με τους αναλυτές της αγοράς, το περιορισμένο απόθεμα ποιοτικών εμπορικών ακινήτων αποτελεί έναν από τους βασικούς λόγους που οι τιμές των μισθωμάτων παραμένουν σε υψηλά επίπεδα. Η ανάπτυξη νέων εμπορικών χώρων δεν ακολουθεί τον ίδιο ρυθμό με τη ζήτηση, με αποτέλεσμα τα ποσοστά διαθεσιμότητας να παραμένουν χαμηλά τόσο στους παραδοσιακούς εμπορικούς δρόμους όσο και στα οργανωμένα εμπορικά κέντρα.
Η κατάσταση αυτή δημιουργεί ένα ιδιαίτερα ανταγωνιστικό περιβάλλον για τις επιχειρήσεις που επιδιώκουν να αποκτήσουν παρουσία σε κεντρικά σημεία. Σε αρκετές περιπτώσεις, η εύρεση κατάλληλου ακινήτου εξελίσσεται σε μακρά διαδικασία, καθώς τα διαθέσιμα καταστήματα είναι περιορισμένα και συχνά δεσμεύονται άμεσα μόλις βγουν στην αγορά.
Πρωταγωνίστρια παραμένει η Ερμού, όπου τα μισθώματα για καταστήματα πρώτης προβολής φτάνουν ακόμη και τα 315 ευρώ ανά τετραγωνικό μέτρο τον μήνα. Τα επίπεδα αυτά διατηρούν τον δρόμο ανάμεσα στους ακριβότερους εμπορικούς προορισμούς της Ευρώπης και επιβεβαιώνουν τη διαχρονική του δυναμική.

Πολύ κοντά βρίσκεται και η οδός Βουκουρεστίου, όπου οι τιμές αγγίζουν τα 310 ευρώ ανά τετραγωνικό μέτρο. Η περιοχή συνεχίζει να προσελκύει κυρίως επιχειρήσεις του χώρου της πολυτελούς μόδας, των κοσμημάτων και των premium προϊόντων, αποτελώντας σημείο αναφοράς για την αγορά υψηλών εισοδημάτων.
Στο Κολωνάκι, μία από τις πιο αναγνωρίσιμες εμπορικές γειτονιές της πρωτεύουσας, τα μισθώματα διαμορφώνονται περίπου στα 120 ευρώ ανά τετραγωνικό μέτρο. Παρά τις διαφοροποιήσεις που έχουν καταγραφεί τα τελευταία χρόνια στις εμπορικές συνήθειες των καταναλωτών, η περιοχή εξακολουθεί να συγκεντρώνει σημαντικό ενδιαφέρον από επιχειρήσεις που αναζητούν ένα πιο ποιοτικό και εξειδικευμένο κοινό.
Ιδιαίτερα ισχυρή παραμένει και η θέση της Γλυφάδας. Το εμπορικό κέντρο των νοτίων προαστίων εξακολουθεί να αποτελεί σημείο αναφοράς για το λιανεμπόριο, με τα μισθώματα να κινούνται στα 165 ευρώ ανά τετραγωνικό μέτρο. Η περιοχή ωφελείται τόσο από τη μεγάλη οικιστική ανάπτυξη όσο και από την αυξημένη επισκεψιμότητα που καταγράφεται καθ’ όλη τη διάρκεια του έτους.
Στα ίδια επίπεδα κινείται και η οδός Τσιμισκή στη Θεσσαλονίκη, η οποία παραμένει ο κορυφαίος εμπορικός προορισμός της συμπρωτεύουσας, διατηρώντας σταθερά υψηλή ζήτηση από αλυσίδες λιανικής και επενδυτές.
Στην Κηφισιά, τα ενοίκια φτάνουν περίπου τα 120 ευρώ ανά τετραγωνικό μέτρο, ενώ στον Πειραιά τα μισθώματα αγγίζουν έως και τα 105 ευρώ. Η ενίσχυση της εμπορικής δραστηριότητας στις δύο αυτές αγορές συνδέεται τόσο με τις τοπικές καταναλωτικές δυνάμεις όσο και με τις επενδύσεις που πραγματοποιούνται ευρύτερα στις συγκεκριμένες περιοχές.
Το συμπέρασμα που προκύπτει είναι ότι, παρά τις προκλήσεις που αντιμετωπίζει το λιανεμπόριο, τα εμπορικά ακίνητα υψηλής προβολής εξακολουθούν να αποτελούν ένα από τα πιο περιζήτητα «προϊόντα» της αγοράς, με τη ζήτηση να παραμένει ισχυρή και τις τιμές να διατηρούνται κοντά στα ιστορικά υψηλά τους.