Πρόσθεσε το Newsbeast στις προτεινόμενες πηγές σου στη Google

Πέθανε σε ηλικία 77 ετών ο Καντίρ Ινανίρ, ένας από τους τελευταίους μεγάλους θρύλους της χρυσής εποχής του τουρκικού κινηματογράφου, του περίφημου Yeşilçam.

Ο σπουδαίος ηθοποιός άφησε την τελευταία του πνοή στην Κωνσταντινούπολη, στο νοσοκομείο όπου νοσηλευόταν το τελευταίο διάστημα. Σύμφωνα με τουρκικά μέσα, είχε εισαχθεί στο νοσοκομείο με πνευμονία και αναπνευστικές επιπλοκές, ενώ η κατάσταση της υγείας του είχε επιδεινωθεί, οδηγώντας τον σε μακρά νοσηλεία και εντατική θεραπεία.

Η είδηση του θανάτου του προκάλεσε συγκίνηση σε ολόκληρη την Τουρκία. Για τους Τούρκους, ο Ινανίρ δεν ήταν απλώς ένας δημοφιλής ηθοποιός. Ήταν ένα πρόσωπο που σφράγισε τη λαϊκή μνήμη. Ένας άνδρας της οθόνης που πέρασε από τον έρωτα στο δράμα, από το μελό στο κοινωνικό σινεμά, από τον μύθο του σκληρού άνδρα στην εικόνα του ανθρώπου που παλεύει για δικαιοσύνη.

Για το ελληνικό κοινό, μπορεί να περιγραφεί με έναν παραλληλισμό που λέει πολλά: ήταν ο «Παπαμιχαήλ» της Τουρκίας. Όχι επειδή οι δύο ηθοποιοί είχαν την ίδια καλλιτεχνική διαδρομή, αλλά επειδή κατείχαν παρόμοια θέση στη λαϊκή φαντασία των δύο χωρών. Ο Δημήτρης Παπαμιχαήλ υπήρξε το ανδρικό πρόσωπο του ελληνικού εμπορικού κινηματογράφου δίπλα στην Αλίκη Βουγιουκλάκη. Ο Καντίρ Ινανίρ υπήρξε το μεγάλο ανδρικό ίνδαλμα του Yeşilçam, συχνά δίπλα στην Τουρκάν Σοράι, τη «Σουλτάνα» του τουρκικού σινεμά.

Η αναλογία, βέβαια, αφορά αποκλειστικά τη λαϊκή και κινηματογραφική τους λειτουργία. Ο Ινανίρ και η Σοράι υπήρξαν ένα από τα πιο θρυλικά κινηματογραφικά ζευγάρια της Τουρκίας, όχι ζευγάρι στην πραγματική ζωή. Η δύναμή τους βρισκόταν στην οθόνη, στη χημεία, στις ιστορίες, στους χωρισμούς, στις σιωπές και στα βλέμματα που έγιναν μέρος της συλλογικής μνήμης του τουρκικού κοινού.

Όπως στην Ελλάδα η Αλίκη και ο Παπαμιχαήλ έγιναν το απόλυτο ζευγάρι του παλιού ελληνικού κινηματογράφου, έτσι και στην Τουρκία η Τουρκάν Σοράι και ο Καντίρ Ινανίρ έγιναν σύμβολο μιας ολόκληρης εποχής του Yeşilçam.

Από τη Φάτσα της Μαύρης Θάλασσας στη μυθολογία του Yeşilçam

Ο Καντίρ Ινανίρ γεννήθηκε στις 15 Απριλίου 1949 στη Φάτσα, στην επαρχία των Κοτυώρων, στον Εύξεινο Πόντο. Μεγάλωσε σε πολυμελή οικογένεια και κουβάλησε στη δημόσια εικόνα του κάτι από τη σκληρότητα, την ευθύτητα και τη λαϊκή αξιοπρέπεια της επαρχιακής Τουρκίας.

Σπούδασε στην Κωνσταντινούπολη και πέρασε από τον χώρο της επικοινωνίας και του κινηματογράφου, πριν τον κερδίσει οριστικά η μεγάλη οθόνη.

Η εμφάνισή του δεν θύμιζε τον ελαφρύ, κοσμοπολίτικο σταρ. Είχε βλέμμα βαρύ, πρόσωπο αυστηρό. Ήταν αρρενωπός με τρόπο λαϊκό, σκοτεινό, εσωτερικό. Έδειχνε σαν άνθρωπος που κουβαλούσε ήδη μια ιστορία πριν καν μιλήσει.

Αυτό ακριβώς τον έκανε ιδανικό για το Yeşilçam, τη βιομηχανία που από τη δεκαετία του 1950 έως και τα τέλη του 1970 έδωσε στην Τουρκία τις δικές της λαϊκές μυθολογίες: φτωχά κορίτσια και πλούσιους άνδρες, έρωτες που νικούν την ταξική απόσταση, μάνες που θυσιάζονται, άνδρες που επιστρέφουν από την αδικία, γυναίκες που δοκιμάζονται από την κοινωνία, οικογένειες που διαλύονται και ξαναχτίζονται πάνω στο δάκρυ.

Ο Ινανίρ δεν μπήκε απλώς σε αυτόν τον κόσμο. Τον σημάδεψε.

Ο άνδρας του λαϊκού μελοδράματος

Ο Καντίρ Ινανίρ έγινε το πρόσωπο ενός συγκεκριμένου τύπου ήρωα: του άνδρα που φαίνεται σκληρός, αλλά έχει πληγωμένη καρδιά. Του άνδρα που μπορεί να σωπάσει για ώρα, να κοιτάξει χαμηλά, να υπομείνει την αδικία, και ύστερα να εκραγεί.

Στις ταινίες του υπήρχε συχνά μια ένταση ανάμεσα στη δύναμη και την ευαισθησία. Ο Ινανίρ μπορούσε να παίξει τον εργάτη, τον οδηγό, τον άνδρα της επαρχίας, τον αδικημένο, τον ερωτευμένο, τον άνθρωπο που βάζει πάνω από τον εαυτό του την τιμή, την οικογένεια, την υπόσχεση. Δεν ήταν απλώς «ωραίος». Ήταν πειστικός. Και αυτό εξηγεί γιατί αγαπήθηκε τόσο πολύ. Ο θεατής δεν έβλεπε μόνο έναν σταρ. Έβλεπε έναν άνθρωπο που θα μπορούσε να υπάρχει στη γειτονιά, στο χωριό, στο εργοστάσιο, στο λεωφορείο, στο χωράφι, στο λιμάνι. Έναν άνδρα που μπορεί να μην ήξερε να εκφράσει τον πόνο του, αλλά τον κουβαλούσε στο βλέμμα.

Αυτός ο συνδυασμός έκανε τον Ινανίρ τεράστιο.

Ο Καντίρ και η Τουρκάν: Το ζευγάρι που έγινε μύθος

Καμία αναφορά στον Καντίρ Ινανίρ δεν μπορεί να είναι πλήρης χωρίς την Τουρκάν Σοράι. Η Σοράι ήταν η απόλυτη σταρ του τουρκικού κινηματογράφου. Η «Σουλτάνα» του Yeşilçam. Μια ηθοποιός με τεράστια λαϊκή απήχηση, με πρόσωπο που συνδύαζε αθωότητα, μελαγχολία, θηλυκότητα και αξιοπρέπεια.

Όταν η Τουρκάν Σοράι βρέθηκε δίπλα στον Καντίρ Ινανίρ, η τουρκική οθόνη απέκτησε ένα από τα πιο εμβληματικά της ζευγάρια.

Η σχέση τους ήταν κινηματογραφική. Δεν υπήρξαν ζευγάρι στην πραγματική ζωή. Η ταύτισή τους στη λαϊκή μνήμη προήλθε από τη δύναμη των ταινιών τους, από τη χημεία τους στην οθόνη και από τον τρόπο με τον οποίο οι ρόλοι τους συμπύκνωσαν μια ολόκληρη εποχή του τουρκικού μελοδράματος.

Μαζί πρωταγωνίστησαν σε ταινίες που έμειναν στην ιστορία του τουρκικού σινεμά: Kara Gözlüm, Dönüş, Bodrum Hakimi, Devlerin Aşkı, Deprem, Dila Hanım, Cevriyem, Selvi Boylum Al Yazmalım, αλλά και άλλες παραγωγές που οικοδόμησαν τον μύθο τους ως ζευγάρι της οθόνης.

Η δυναμική τους δεν στηριζόταν μόνο στη χημεία. Στηριζόταν στη δραματική αντίθεση.

Εκείνη έφερνε το βλέμμα της γυναίκας που αγαπά, περιμένει, υπομένει, αλλά δεν χάνει την αξιοπρέπειά της. Εκείνος έφερνε το βάρος του άνδρα που πληγώνει και πληγώνεται, που θέλει αλλά δεν ξέρει πάντα πώς να αγαπήσει, που κουβαλά την περηφάνια και την ενοχή μαζί.

Η Σοράι και ο Ινανίρ δεν ήταν απλώς πρωταγωνιστές. Ήταν δύο αρχέτυπα. Η γυναίκα και ο άνδρας του λαϊκού μελοδράματος. Ο έρωτας και η πληγή. Η υπόσχεση και η απώλεια.

«Βουγιουκλάκη και Παπαμιχαήλ»

Για έναν Έλληνα θεατή, ο πιο άμεσος τρόπος να κατανοήσει το φαινόμενο είναι η σύγκριση με την Αλίκη Βουγιουκλάκη και τον Δημήτρη Παπαμιχαήλ.

Η Αλίκη και ο Παπαμιχαήλ υπήρξαν το πιο αναγνωρίσιμο ζευγάρι του ελληνικού εμπορικού κινηματογράφου. Δεν ήταν μόνο οι ταινίες. Ήταν η δημόσια εικόνα, η χημεία, το ειδύλλιο, η αίσθηση ότι ένα ολόκληρο κοινό έβλεπε στον έρωτά τους κάτι από τον δικό του μύθο.

Στην Τουρκία, η αντίστοιχη κινηματογραφική λειτουργία πέρασε σε μεγάλο βαθμό μέσα από την Τουρκάν Σοράι και τον Καντίρ Ινανίρ. Η ουσιαστική διαφορά είναι ότι, στην περίπτωση της Σοράι και του Ινανίρ, μιλάμε για ζευγάρι της μεγάλης οθόνης, όχι για ζευγάρι της πραγματικής ζωής.

Όπως ο Παπαμιχαήλ στάθηκε για χρόνια δίπλα στην Αλίκη ως το μεγάλο ανδρικό αντίβαρο της λάμψης της, έτσι και ο Ινανίρ στάθηκε δίπλα στη Σοράι ως ο άνδρας που μπορούσε να σταθεί ισότιμα απέναντι στη μεγαλύτερη γυναικεία μορφή του τουρκικού σινεμά.

Η Σοράι είχε την αύρα. Ο Ινανίρ είχε το βάρος. Η Σοράι είχε το βλέμμα που λύγιζε τον θεατή. Ο Ινανίρ είχε τη σιωπή που τον ανάγκαζε να μείνει. Αυτός ο συνδυασμός δημιούργησε μια σχέση οικεία και για το ελληνικό κοινό. Διότι οι δύο κινηματογραφίες, η ελληνική και η τουρκική, μιλούσαν συχνά την ίδια λαϊκή γλώσσα: οικογένεια, έρωτας, φτώχεια, τιμή, κοινωνική άνοδος, παρεξηγήσεις, ταξικές διαφορές, μουσική, δάκρυ, συμφιλίωση.

Οι ελληνικές σκιές μέσα στο Yeşilçam

Η σύγκριση δεν είναι μόνο συναισθηματική. Είναι και κινηματογραφική.

Την εποχή της μεγάλης άνθησης του Yeşilçam, ο τουρκικός εμπορικός κινηματογράφος λειτουργούσε με ταχύτητα, ένταση και τεράστια παραγωγή. Οι εταιρείες γύριζαν δεκάδες ταινίες τον χρόνο και συχνά δανείζονταν ιστορίες, φόρμες και μοτίβα από ξένες επιτυχίες: αμερικανικές, ιταλικές, ινδικές, αραβικές, αλλά και ελληνικές.

Σε αυτό το περιβάλλον, αρκετές τουρκικές παραγωγές αντέγραψαν, διασκεύασαν ή ξαναδούλεψαν ελληνικά σενάρια και ελληνικά κινηματογραφικά μοτίβα. Δεν ήταν πάντα επίσημα remakes με τον τρόπο που το αντιλαμβανόμαστε σήμερα. Συχνά ήταν ελεύθερες μεταγραφές, σχεδόν αυτούσιες αναπαραγωγές ιδεών ή προσαρμογές μιας επιτυχημένης συνταγής στο τουρκικό κοινό.

Το πιο χαρακτηριστικό ελληνοτουρκικό κινηματογραφικό παράδειγμα της εποχής είναι τα «Χτυποκάρδια στο θρανίο» του Αλέκου Σακελλάριου, με την Αλίκη Βουγιουκλάκη, που γυρίστηκαν και σε τουρκική εκδοχή με τίτλο Sıralardaki Heyecanlar. Η ίδια η Αλίκη συμμετείχε στην τουρκική βερσιόν, τραγουδώντας και στα τουρκικά, γεγονός που δείχνει πόσο άμεση ήταν τότε η ανταλλαγή ανάμεσα στις δύο βιομηχανίες λαϊκού κινηματογράφου.

Αυτό το κλίμα εξηγεί γιατί ο Έλληνας θεατής μπορεί να αναγνωρίσει στην Τουρκάν Σοράι και στον Καντίρ Ινανίρ κάτι από την Αλίκη Βουγιουκλάκη και τον Δημήτρη Παπαμιχαήλ.

Δεν πρόκειται για απλή μίμηση προσώπων. Πρόκειται για κοινή κινηματογραφική παράδοση. Για έναν κόσμο όπου οι ίδιες ιστορίες ξαναλέγονταν με άλλα ονόματα, άλλες γλώσσες, άλλα τραγούδια, αλλά με την ίδια ανάγκη: να συγκινήσουν το κοινό.

την Ελλάδα, η Αλίκη και ο Παπαμιχαήλ έδωσαν μορφή στο όνειρο της μεταπολεμικής κοινωνικής ανόδου, του έρωτα, της νεότητας, της μουσικής κωμωδίας και του λαϊκού μελοδράματος.

Στην Τουρκία, η Σοράι και ο Ινανίρ έδωσαν μορφή σε έναν πιο σκοτεινό, πιο βαρύ, συχνά πιο τραγικό κόσμο: έρωτας, μοίρα, φτώχεια, τιμή, εγκατάλειψη, θυσία.

Αλλά η λειτουργία ήταν ίδια. Ήταν το ζευγάρι της οθόνης στο οποίο ένα ολόκληρο κοινό αναγνώριζε τον εαυτό του.

«Selvi Boylum Al Yazmalım»: Η ταινία που έγινε μνήμη

Αν υπάρχει μία ταινία που σφράγισε τον μύθο του Καντίρ Ινανίρ και της Τουρκάν Σοράι, αυτή είναι το Selvi Boylum Al Yazmalım, γνωστό διεθνώς ως The Girl with the Red Scarf.

Η ταινία, σε σκηνοθεσία Ατίφ Γιλμάζ, βασίστηκε σε έργο του Κιργίζιου συγγραφέα Τσίνγκιζ Αϊτμάτοφ και κυκλοφόρησε το 1977.

Ο Ινανίρ υποδύθηκε τον Ιλιάς, έναν οδηγό φορτηγού, έναν άνδρα γοητευτικό, ανήσυχο, παρορμητικό, αλλά και ανίκανο να σηκώσει το βάρος της αγάπης που του δίνεται. Η Σοράι υποδύθηκε την Άσια, τη γυναίκα που τον αγαπά, τον περιμένει, πληγώνεται και τελικά καλείται να αποφασίσει τι σημαίνει πραγματικά αγάπη.

Η ταινία έγινε μια από τις πιο αγαπημένες στην ιστορία του τουρκικού σινεμά. Όχι μόνο για την ιστορία της, αλλά για το ηθικό ερώτημα που έθεσε: είναι αγάπη το πάθος ή η φροντίδα; Είναι έρωτας εκείνος που σε καίει ή εκείνος που μένει δίπλα σου;

Η φράση «Sevgi emektir», δηλαδή «η αγάπη είναι κόπος, είναι έργο, είναι φροντίδα», έγινε σχεδόν παροιμιώδης στην Τουρκία.

Και ο Ινανίρ, ως Ιλιάς, έμεινε στη μνήμη όχι ως άψογος ήρωας, αλλά ως ο άνδρας που χάνει επειδή δεν ξέρει να αγαπήσει σωστά. Αυτή ήταν η δύναμή του: μπορούσε να παίξει όχι μόνο τον δυνατό, αλλά και τον αδύναμο. Όχι μόνο τον εραστή, αλλά και τον άνθρωπο που συντρίβεται από τα λάθη του.

Από το μελό στο κοινωνικό σινεμά

Ο Καντίρ Ινανίρ δεν έμεινε μόνο στο λαϊκό ρομάντζο.

Στη διάρκεια μιας καριέρας που απλώθηκε σε σχεδόν έξι δεκαετίες, συμμετείχε σε περίπου 180 κινηματογραφικές ταινίες και τηλεοπτικές παραγωγές. Πέρασε από το μελόδραμα στο κοινωνικό δράμα, από τους ρόλους του ερωτευμένου άνδρα στους ρόλους του ανθρώπου που συγκρούεται με την αδικία.

Ταινίες όπως Utanç, Ah Güzel İstanbul, Kırık Bir Aşk Hikâyesi, Yılanların Öcü, 72. Koğuş, Tatar Ramazan και Tatar Ramazan Sürgünde τον έκαναν κάτι πολύ περισσότερο από σταρ.

Τον έκαναν σύμβολο μιας λαϊκής δικαιοσύνης.

Στο Tatar Ramazan, ειδικά, η εικόνα του άνδρα που αντιστέκεται, που δεν σκύβει το κεφάλι, που κουβαλά μια σχεδόν πρωτόγονη αίσθηση τιμής, ταίριαξε απόλυτα με το δημόσιο πρόσωπό του.

Ο Ινανίρ δεν έδειχνε να παίζει απλώς ρόλους. Έδειχνε λες και οι ρόλοι ήταν αυτός.

Ο πολιτικός και κοινωνικός Καντίρ

Υπήρχε, όμως, και ένας άλλος Καντίρ Ινανίρ: ο δημόσιος άνθρωπος.

Σε αντίθεση με πολλούς σταρ που απέφευγαν τις πολιτικές τοποθετήσεις, ο Ινανίρ διατήρησε δημόσιο λόγο. Συνδέθηκε με θέσεις υπέρ της ειρήνης, της κοινωνικής συμφιλίωσης και του διαλόγου στην Τουρκία, ακόμη και σε δύσκολα και πολωμένα θέματα.

Συμμετείχε το 2013 στην επιτροπή των λεγόμενων «σοφών ανθρώπων» κατά την περίοδο της ειρηνευτικής διαδικασίας για το Κουρδικό, ενώ αργότερα επέμεινε να μιλά για την ανάγκη ειρήνης και συμβίωσης.

Αυτή η πλευρά του δεν ήταν άσχετη με την κινηματογραφική του διαδρομή. Οι ήρωες που υποδύθηκε συχνά ήταν άνθρωποι λαϊκοί, σκληροί, αδικημένοι, παγιδευμένοι σε κοινωνικές συγκρούσεις. Ο Ινανίρ κουβαλούσε κάτι από αυτούς και εκτός οθόνης.

Μπορεί κανείς να διαφωνεί με τις πολιτικές του επιλογές ή τοποθετήσεις. Δεν μπορεί όμως να αγνοήσει ότι υπήρξε καλλιτέχνης με δημόσια συνείδηση. Δεν ήταν μόνο πρόσωπο αφίσας. Ήταν άνθρωπος που ήθελε να μιλά για τη χώρα του.

Ο τελευταίος μεγάλος άνδρας μιας χαμένης εποχής

Ο θάνατος του Καντίρ Ινανίρ δεν είναι απλώς η απώλεια ενός ηθοποιού. Είναι το κλείσιμο ενός ακόμη κεφαλαίου του Yeşilçam. Εκείνης της εποχής όπου οι ταινίες γυρίζονταν γρήγορα, οι ιστορίες ήταν μεγάλες, τα συναισθήματα ακόμη μεγαλύτερα και οι σταρ δεν ήταν απλώς επαγγελματίες της εικόνας, αλλά άνθρωποι που έμπαιναν στα σπίτια των θεατών σαν συγγενείς.

Ο Ινανίρ ανήκε σε μια γενιά που δεν φοβόταν το μελόδραμα. Δεν φοβόταν το δάκρυ. Δεν φοβόταν τις μεγάλες χειρονομίες. Σήμερα, σε μια εποχή ειρωνείας, αποστασιοποίησης και ψυχρής εικόνας, αυτό μπορεί να μοιάζει παλιό. Αλλά ήταν ακριβώς εκείνη η αμεσότητα που έκανε το κοινό να τον αγαπήσει.

Ο Καντίρ Ινανίρ ήταν άνδρας της μεγάλης οθόνης με την παλιά σημασία της λέξης. Δεν χρειαζόταν πολλά. Ένα βλέμμα, μια παύση, ένα τσιγάρο, μια σιωπή, ένα απότομο γύρισμα του κεφαλιού. Και η σκηνή γέμιζε.

Ο «Παπαμιχαήλ» της Τουρκίας

Ο τίτλος δεν είναι τυχαίος. Ο Δημήτρης Παπαμιχαήλ για την Ελλάδα υπήρξε κάτι περισσότερο από μεγάλος ηθοποιός. Ήταν το ανδρικό πρόσωπο μιας εποχής που έφτιαξε μύθους μέσα από το σινεμά. Ήταν ο συμπρωταγωνιστής της Αλίκης Βουγιουκλάκη, ο άνδρας που στάθηκε δίπλα στην εθνική σταρ χωρίς να μικρύνει.

Αυτό ακριβώς υπήρξε ο Καντίρ Ινανίρ για την Τουρκία.

Δίπλα στην Τουρκάν Σοράι, δεν έμοιαζε δεύτερος. Δεν ήταν διακοσμητικός ζεν πρεμιέ. Ήταν το αντίβαρό της. Το σκοτεινό βάρος απέναντι στη λάμψη της. Ο άνδρας που μπορούσε να κάνει τη σκηνή να γίνει πιο βαριά, πιο πραγματική, πιο τραγική. Όπως το ελληνικό κοινό δεν μπορεί να σκεφτεί την Αλίκη χωρίς να θυμηθεί τον Παπαμιχαήλ, έτσι και το τουρκικό κοινό δεν μπορεί να σκεφτεί τη μεγάλη εποχή της Σοράι χωρίς τον Ινανίρ.