Οι συζητήσεις αποτελούν τον πυρήνα των ανθρώπινων σχέσεων. Μπορούν να λειτουργήσουν ως γέφυρες σύνδεσης ή ως αθόρυβα τείχη απομάκρυνσης, ανάλογα με το πώς εξελίσσονται. Έρευνες δείχνουν ότι ακόμη και μία μόνο θετική κοινωνική αλληλεπίδραση με έναν φίλο την ημέρα μπορεί να ενισχύσει σημαντικά την ψυχική μας ευεξία. Αντίθετα, μία άβολη ή αμήχανη συζήτηση είναι αρκετή για να μας αφήσει αγχωμένους και αναστατωμένους για ημέρες.
Πώς, λοιπόν, μπορούμε να διασφαλίσουμε ότι οι συζητήσεις μας λειτουργούν υπέρ και όχι εις βάρος των σχέσεών μας; Δεν υπάρχει μαγική συνταγή. Υπάρχουν, ωστόσο, συγκεκριμένα και συχνά ασυνείδητα λάθη που μπορούμε να αποφύγουμε.
Το φαινόμενο «Boomerasking»
Έχετε ποτέ κάνει μία ερώτηση όχι για να ακούσετε την απάντηση, αλλά για να πάρετε εσείς τον λόγο; Το φαινόμενο αυτό, γνωστό ως «boomerasking», δεν είναι απλώς αγενές. Μπορεί να δώσει την εντύπωση χειριστικής συμπεριφοράς, καθώς το θέμα τίθεται μόνο και μόνο για να το μονοπωλήσει εκείνος που ρωτά.
«Το boomerasking μπορεί να αφήσει το άλλο άτομο με την αίσθηση ότι δεν το παίρνουν στα σοβαρά», επισημαίνει η Δρ. Meghan Marcum, επικεφαλής ψυχολόγος στην AMFM Healthcare.
Οι συνεχείς διακοπές
Το να περιμένει κανείς τη σειρά του δεν είναι πάντα εύκολο, ιδίως όταν έχει κάτι σημαντικό να πει. Παρότι σε ορισμένες σχέσεις οι διακοπές αποτελούν αποδεκτό κομμάτι της δυναμικής, αυτό αποτελεί την εξαίρεση και όχι τον κανόνα.
Στις περισσότερες περιπτώσεις, το να μιλά κανείς πριν ολοκληρώσει ο άλλος θεωρείται αγενές και δείγμα έλλειψης σεβασμού. «Η διακοπή συχνά συμβάλλει στο να νιώθει κάποιος υποτιμημένος», σημειώνει η Δρ. Marcum.
Όταν η συζήτηση γίνεται μονόλογος
Πολλοί έχουν βιώσει (ή θυμούνται έντονα) ραντεβού ή συναντήσεις όπου το άλλο άτομο μιλούσε ασταμάτητα για τον εαυτό του. Το αποτέλεσμα είναι συνήθως ανία και η αίσθηση ότι ο συνομιλητής δεν έχει καμία σημασία.
Η ισορροπία ανάμεσα στο μοίρασμα και την ακρόαση βρίσκεται στον πυρήνα μίας καλής συζήτησης. Οι συζητήσεις χρειάζονται ρυθμό και εναλλαγή. Διαφορετικά, μοιάζουν με κάποιον που χτυπάει μία μπάλα του τένις στον τοίχο περιμένοντας ανταπόκριση που δεν έρχεται ποτέ.
Οι ανεπιθύμητες συμβουλές
Όταν ένα αγαπημένο πρόσωπο μοιράζεται ένα πρόβλημα, το ένστικτο μάς ωθεί συχνά να προσφέρουμε λύσεις. Όμως πολλές φορές, το μόνο που χρειάζεται είναι απλώς να ακουστεί.
«Μία συνηθισμένη και επιζήμια ενέργεια σε μία συζήτηση είναι να ορμάμε με προτάσεις αντί να ακούμε και να αναγνωρίζουμε την εμπειρία του άλλου», τονίζει η Dana Caspersen, ομιλήτρια TEDx και ειδικός στις λεκτικές συγκρούσεις.
Οι ανεπιθύμητες συμβουλές μπορεί να κάνουν τον άλλον να νιώσει ανίκανος. «Ο αντίκτυπος είναι συχνά το αίσθημα ότι δεν τον ακούνε πραγματικά και ότι δεν θεωρείται ικανός να βρει λύσεις μόνος του», προσθέτει η Caspersen.
Τι να κάνετε αν συμβεί: Αντί για «Αυτό που πρέπει να κάνεις είναι…», προτείνει να πείτε: «Ακούγεται ότι αυτό είναι πολύ δύσκολο. Τι είναι το πιο απαιτητικό για εσένα αυτή τη στιγμή;».
Οι κλειστές ερωτήσεις που «μπλοκάρουν» τον διάλογο
Οι ερωτήσεις είναι θεμέλιο της επικοινωνίας, αρκεί να αφήνουν χώρο για απάντηση. Οι κλειστές ερωτήσεις, που απαντώνται με ένα «ναι» ή «όχι», συχνά λειτουργούν ως φρένο στη συζήτηση.
Η διαφορά ανάμεσα στο «Σου αρέσει το ποτό σου;» και στο «Τι σου αρέσει στο ποτό σου;» μπορεί να καθορίσει αν η συζήτηση θα τελειώσει εκεί ή θα συνεχιστεί ουσιαστικά.
Η απουσία συμπληρωματικών ερωτήσεων
Οι συμπληρωματικές ερωτήσεις δείχνουν ενδιαφέρον, ενεργή ακρόαση και σύνδεση. Όταν κάποιος απαντά και το θέμα αλλάζει απότομα, δημιουργείται η αίσθηση ότι ο χρόνος απλώς «γεμίζει».
Ακόμη και μία απλή φράση όπως «Θα ήθελα να ακούσω περισσότερα γι’ αυτό» αρκεί για να δείξει ότι πραγματικά ακούτε.
Όταν η συζήτηση μοιάζει με ανάκριση
Η ασταμάτητη υποβολή ερωτήσεων μπορεί να κάνει τον συνομιλητή να νιώσει αμήχανα ή αμυντικά, ακόμη κι αν ο τόνος είναι ήπιος. Μία συζήτηση δεν είναι συνέντευξη ούτε δικαστική διαδικασία.
Μετά από κάθε ερώτηση και απάντηση, μία μικρή παύση επιτρέπει στον άλλον να συμμετάσχει ισότιμα και να πάρει τον λόγο.
Η χρήση απορριπτικής γλώσσας
«Το μεγαλύτερο λάθος σε μία συζήτηση είναι η έλλειψη σεβασμού», υπογραμμίζει η Δρ. Marcum. Η απορριπτική γλώσσα μπορεί να διαβρώσει γρήγορα τον διάλογο και να δημιουργήσει συναισθηματικό φράγμα.
Εκφράσεις που υπονοούν υπερβολή, αδιαφορία ή απαξίωση (όπως το «Ό,τι και να ’ναι») μπορούν να ακυρώσουν πλήρως την εμπειρία του άλλου.
Γιατί οι καλές συνήθειες συζήτησης είναι κρίσιμες
Τα λάθη στην επικοινωνία δεν είναι αθώα. «Συχνά δημιουργούν αίσθηση αποσύνδεσης και οδηγούν σε προβλήματα στις σχέσεις», εξηγεί η Δρ. Marcum. Και αυτό ισχύει τόσο για προσωπικές όσο και για επαγγελματικές σχέσεις, ιδιαίτερα όταν τα λάθη επαναλαμβάνονται.
Με την πάροδο του χρόνου, οι άνθρωποι μπορεί να νιώσουν παρεξηγημένοι ή ακόμη και να αρχίσουν να αποφεύγουν εντελώς τις συζητήσεις (με ορισμένες σχέσεις να μην επιβιώνουν μακροπρόθεσμα).
Πώς να αποφύγουμε τα λάθη και να επικοινωνούμε καλύτερα
Η λύση ξεκινά από την πρόθεση: ακρόαση με σεβασμό. «Ακούστε για να καταλάβετε πραγματικά, εκφραστείτε χωρίς επίθεση ή άμυνα και μην καταφεύγετε σε στρατηγικές πριν κατανοήσετε τι έχει σημασία και για τις δύο πλευρές», συμβουλεύει η Caspersen.
Βασικές πρακτικές:
- Ενεργητική ακρόαση: Ακούστε με περιέργεια και βοηθήστε τον άλλον να ξεδιπλώσει τις σκέψεις του, χωρίς να επιβάλλετε τις δικές σας.
- Σύνοψη των λεγομένων: Μία σύντομη ανακεφαλαίωση δείχνει εμπλοκή και προλαμβάνει παρεξηγήσεις, επιτρέποντας διορθώσεις σε πραγματικό χρόνο.
- Δημιουργία ασφαλούς κλίματος: Χρησιμοποιήστε επιβεβαιωτική και ουδέτερη γλώσσα. Όπως προτείνει η Δρ. Marcum: «Δεν το αντιλαμβάνομαι ακριβώς έτσι, αλλά θα ήθελα να ακούσω περισσότερα για τη δική σου οπτική».
Οι καλές συζητήσεις δεν απαιτούν τελειότητα: απαιτούν παρουσία, σεβασμό και διάθεση για ουσιαστική σύνδεση.