Η κατάθλιψη μπορεί να γίνει μια σιωπηλή, επίμονη φυλακή. Για πολλούς ανθρώπους, η κατάσταση βελτιώνεται με τις διαθέσιμες θεραπείες. Για άλλους όμως, περίπου το 30%, τα συμπτώματα επιμένουν για χρόνια, παρά τις επανειλημμένες προσπάθειες με αντικαταθλιπτικά φάρμακα, ψυχοθεραπεία, ακόμη και πιο επεμβατικές παρεμβάσεις.

Σε αυτές τις περιπτώσεις, στην αποκαλούμενη και «ανθεκτική κατάθλιψη», η καθημερινή λειτουργία, η εργασία και οι σχέσεις συχνά καταρρέουν. Νέα επιστημονικά δεδομένα φέρνουν τώρα στο προσκήνιο μια ριζικά διαφορετική προσέγγιση: ένα εμφύτευμα που στοχεύει απευθείας στη νευρική επικοινωνία του εγκεφάλου και φαίνεται να προσφέρει ουσιαστική και διαρκή βελτίωση ακόμη και στις πιο βαριές μορφές κατάθλιψης.

Τη μεγάλη, πολυκεντρική κλινική δοκιμή επέβλεψαν ερευνητές της Washington University School of Medicine in St. Louis. Οι επιστήμονες διαπίστωσαν ότι η συσκευή, η οποία διεγείρει το πνευμονογαστρικό νεύρο, οδήγησε σε βελτίωση των καταθλιπτικών συμπτωμάτων, της ποιότητας ζωής και άλλων δεικτών, όπως η καθημερινή λειτουργικότητα. Τα οφέλη αυτά διατηρήθηκαν για τουλάχιστον δύο χρόνια στη μεγάλη πλειονότητα των ασθενών που είχαν δείξει βελτίωση μετά τον πρώτο χρόνο.

Κατά μέσο όρο, κάθε ασθενής είχε ήδη δοκιμάσει 13 θεραπείες χωρίς αποτέλεσμα, συμπεριλαμβανομένων παρεμβάσεων όπως η ηλεκτροσπασμοθεραπεία και η διακρανιακή μαγνητική διέγερση. Πολλοί ζούσαν με κατάθλιψη για περίπου 29 χρόνια.

Τα νέα ευρήματα προέρχονται από τη συνεχιζόμενη μελέτη RECOVER trial και δημοσιεύθηκαν στο International Journal of Neuropsychopharmacology.

«Υπάρχει επιτακτική ανάγκη να βρεθούν αποτελεσματικές θεραπείες για αυτούς τους ασθενείς, οι οποίοι συχνά δεν έχουν άλλες επιλογές. Με μια τόσο χρόνια και αναπηρική νόσο, ακόμη και μια μερική ανταπόκριση μπορεί να αλλάξει τη ζωή. Και με τη διέγερση του πνευμονογαστρικού νεύρου βλέπουμε ότι το όφελος διαρκεί», δήλωσε ο επικεφαλής συγγραφέας Charles Conway, καθηγητής ψυχιατρικής και διευθυντής του Κέντρου Ανθεκτικών Διαταραχών Διάθεσης του WashU Medicine

Πως έγινε η έρευνα

Η μελέτη RECOVER σχεδιάστηκε για να αξιολογήσει αν η προσθήκη της διέγερσης του πνευμονογαστρικού νεύρου (VNS) στις υπάρχουσες θεραπείες βελτιώνει τα αποτελέσματα σε ασθενείς με ανθεκτική κατάθλιψη.

Η θεραπεία περιλαμβάνει την εμφύτευση μιας συσκευής κάτω από το δέρμα στο στήθος, η οποία εκπέμπει προσεκτικά ρυθμισμένους ηλεκτρικούς παλμούς προς το αριστερό πνευμονογαστρικό νεύρο, έναν βασικό δίαυλο επικοινωνίας μεταξύ εγκεφάλου και εσωτερικών οργάνων.

Στη μελέτη συμμετείχαν σχεδόν 500 ασθενείς σε 84 κέντρα σε όλη την επικράτεια των ΗΠΑ. Τα τρία τέταρτα ήταν τόσο βαριά ασθενείς ώστε δεν μπορούσαν να εργαστούν. Όλοι έλαβαν εμφύτευμα VNS, αλλά για λόγους ελέγχου, μόνο οι μισές συσκευές ενεργοποιήθηκαν τον πρώτο χρόνο. Τα αποτελέσματα αξιολογήθηκαν με βάση τη σοβαρότητα των συμπτωμάτων, την ποιότητα ζωής και την καθημερινή λειτουργικότητα.

Μια βελτίωση θεωρήθηκε κλινικά σημαντική όταν τα συμπτώματα μειώθηκαν τουλάχιστον κατά 30% και «ουσιαστική» όταν η μείωση έφτασε ή ξεπέρασε το 50%. Ωστόσο, όπως τόνισε ο Conway, ακόμη και μια βελτίωση 30% μπορεί να είναι καθοριστική για κάποιον με βαριά κατάθλιψη, η οποία μπορεί να παραλύσει την καθημερινή ζωή και να αυξήσει σημαντικά τον κίνδυνο νοσηλείας ή και πρόωρου θανάτου.

Σε δεύτερη ανάλυση, οι ερευνητές εξέτασαν μόνο τους ασθενείς που έλαβαν ενεργή θεραπεία από την αρχή, για να δουν αν οι βελτιώσεις στους 12 μήνες διατηρήθηκαν έως τους 24. Παράλληλα, αξιολόγησαν αν κάποιοι που δεν είχαν ανταποκριθεί στον πρώτο χρόνο παρουσίασαν όφελος αργότερα.

Καλύτερα και για περισσότερο

Από τους 214 ασθενείς που έλαβαν ενεργή θεραπεία, περίπου το 69% παρουσίασε κλινικά σημαντική βελτίωση στους 12 μήνες σε τουλάχιστον έναν δείκτη. Από αυτούς, πάνω από το 80% διατήρησε ή αύξησε τα οφέλη στους 24 μήνες. Μεταξύ όσων είχαν ουσιαστική ανταπόκριση τον πρώτο χρόνο, το 92% συνέχισε να ωφελείται και μετά από δύο χρόνια.

Επιπλέον, σχεδόν το ένα τρίτο των ασθενών που δεν είχαν ανταποκριθεί στον πρώτο χρόνο ανέφεραν βελτίωση στο τέλος του δεύτερου, γεγονός που δείχνει ότι σε ορισμένους η θεραπεία χρειάζεται περισσότερο χρόνο για να αποδώσει. Τα ποσοστά υποτροπής ήταν χαμηλά, ιδιαίτερα στους ασθενείς με την καλύτερη ανταπόκριση.

Αξιοσημείωτο είναι ότι πάνω από το 20% των ασθενών, δηλαδή 39 άτομα, βρίσκονταν σε ύφεση μετά από 24 μήνες. Αυτό σημαίνει ότι τα συμπτώματά τους είχαν υποχωρήσει σε βαθμό που μπορούσαν να λειτουργούν φυσιολογικά στην καθημερινή ζωή.

«Μας εξέπληξε το γεγονός ότι ένας στους πέντε ασθενείς ήταν ουσιαστικά χωρίς καταθλιπτικά συμπτώματα στο τέλος των δύο ετών», ανέφερε ο Conway. «Τέτοια αποτελέσματα σε μια τόσο σύνθετη νόσο με κάνουν αισιόδοξο για το μέλλον αυτής της θεραπείας. Συνήθως, οι μελέτες στην ανθεκτική κατάθλιψη δείχνουν φτωχή διατήρηση του οφέλους. Εδώ βλέπουμε ανθρώπους να γίνονται καλύτερα και να παραμένουν καλύτερα».