Με αφορμή τον «Μικρό Έγιολφ» του Ίψεν, που σκηνοθετεί ο Ντίνος Ψυχογιός στο ΠΛΥΦΑ, μιλήσαμε με τον Αλέξανδρο Βαρδαξόγλου, έναν καλλιτέχνη που κινείται με την ίδια άνεση ανάμεσα στο σώμα και τον λόγο, στον χορό και την υποκριτική, αναζητώντας διαρκώς νέους τρόπους έκφρασης.
Το έργο του Ίψεν, βαθιά ανθρώπινο και σπαρακτικά επίκαιρο, φέρνει στο προσκήνιο την απώλεια, την ενοχή και τη ρωγμή στις πιο οικείες σχέσεις – θέματα που διαπερνούν όχι μόνο την ιστορία του θεάτρου αλλά και την προσωπική διαδρομή κάθε ανθρώπου.
Στη συζήτηση που ακολουθεί, ο ίδιος μιλά με ειλικρίνεια για τον αρχικό του φόβο απέναντι στο έργο, για τη λεπτή μετάβαση από το «σώμα του χορευτή» στο «σώμα του ηθοποιού», για τον ρεαλισμό ως ζητούμενο και για την ανάγκη να παραμένει κανείς αληθινός πάνω στη σκηνή. Παράλληλα, ανατρέχει στις εμπειρίες του από τις σπουδές του -από την Ελλάδα έως τη Royal Academy of Dramatic Art- και αποκαλύπτει πώς η απώλεια της παιδικότητας γίνεται ένας προσωπικός «Έγιολφ» που τον συνοδεύει μέχρι σήμερα.

– Τι σε άγγιξε περισσότερο όταν διάβασες για πρώτη φορά τον «Μικρό Έγιολφ»;
Για να είμαι ειλικρινής, έχω μια αμφίθυμη σχέση με τα έργα του Ίψεν. Όσο με γοητεύουν, άλλο τόσο τα βρίσκω δύσκολα και απαιτητικά, τόσο σε σκηνοθετικό όσο και σε ερμηνευτικό επίπεδο. Όταν πρωτοδιάβασα τον Μικρό Έγιολφ στην αρχή τρόμαξα. Δεν ήξερα από που να το πιάσω. Θέλω να πω, και μόνο η απώλεια ενός αγαπημένου ανθρώπου, πόσο μάλλον ενός παιδιού, είναι αρκετό για να σε αγγίξει. Η απώλεια της ευτυχίας και η τελική λύση της αγάπης, είναι αυτά που με συγκινούν σε αυτό το έργο ανάμεσα σε τόσα άλλα.
– Το έργο μιλά για την απώλεια και την ενοχή. Πόσο επίκαιρα νιώθεις ότι είναι αυτά τα θέματα σήμερα;
Τα θέματα της ενοχής και της απώλειας δεν είναι επίκαιρα θέματα. Η Αρχαία Ελληνική Τραγωδία και όχι μόνο είναι βασισμένη κυρίως πάνω σε αυτά. Ο Ίψεν γράφει τραγωδίες στα μέτρα της εποχής του. Μέσα σε αστικά σπίτια, με ανθρώπους καθημερινούς που αναμετριούνται με δυνάμεις, ερωτήματα και διλήμματα που τους αναγκάζουν να αναμετρηθούν επί της ουσίας με θέματα όπως αυτά, τα οποία θα συνεχίσουν να απασχολούν τον άνθρωπο μέχρι το τέλος της ιστορίας του.

– Ως χορευτής, πώς προσεγγίζεις έναν τόσο ρεαλιστικό και εσωτερικό ρόλο;
Η αλήθεια είναι πως μου πήρε λίγο χρόνο να προσαρμόσω το σώμα μου, δηλαδή τα εκφραστικά μου μέσα, στις ανάγκες αυτού του ρόλου. Χρειάζεται μια μετάβαση από το σώμα του χορευτή στο σώμα του ηθοποιού μ ́έναν τρόπο. Παλαιότερα μου ήταν πιο δύσκολο να το κάνω, όσο περνάει ο καιρός έχω μάθει να το κάνω πιο εύκολα. Η εσωτερικότητα δεν είναι κάτι που με ανησυχεί, γιατί δεν σκέφτομαι ότι ο χορός με οδηγεί στην εξωτερικότητα και το θέατρο στην εσωτερικότητα. Στον χορό χρειάζεται να είσαι εξίσου εσωτερικός ή εξωτερικός όπως και στο θέατρο. Όσον αφορά το ζήτημα του ρεαλισμού, αυτό με απασχόλησε ίσως περισσότερο, όχι όμως σαν χορευτή, αλλά σαν έναν άνθρωπο επί σκηνής, που αναμετριέται με έννοιες όπως ο ρεαλισμός. Διαφορετικά αντιλαμβάνεται κάποιος τον ρεαλισμό σήμερα, με κάποιον ακόμη και πριν από δέκα, είκοσι χρόνια. Σε κάθε περίπτωση δεν σκέφτηκα ποτέ πως πρέπει να είμαι ρεαλιστικός. Ανθρώπινος και αληθινός όσο γίνεται, αυτό σκεφτόμουν.
– Σε ένα έργο γεμάτο εσωτερικές συγκρούσεις, πώς λειτουργεί η κίνηση;
Οι εσωτερικές συγκρούσεις παράγουν κίνηση, μικρή ή μεγάλη. Η κίνηση σε ένα τέτοιο έργο, όπως και στα περισσότερα φαντάζομαι, βοηθάει στην εξωτερίκευση και στην κινητικότητα των δυνάμεων που ενώνονται, συνδιαλέγονται ή συγκρούονται, κατά της διάρκεια ενός έργου προκειμένου να προχωρήσει η δράση του και να εξελιχθούν, να μετακινηθούν οι χαρακτήρες, ρεαλιστικοί και μη.
– Έχεις σκεφτεί ποτέ τι είναι ο δικός σου «Έγιολφ» — κάτι που έχασες και σε καθόρισε;
Η παιδική μου ηλικία. Οι εποχές που δεν είχα γνωρίσει τον πόνο, την απώλεια, την ενοχή, την ματαίωση. Όταν δεν γνώριζα τον τρόμο και την αγωνία.

– Έχεις σπουδάσει τόσο στην Ελλάδα όσο και στο Λονδίνο, στη Royal Academy of Dramatic Art. Τι κράτησες από αυτή την εμπειρία που σε συνοδεύει μέχρι σήμερα;
Κρατάω τις πολύ διαφορετικές επιρροές, τις αλλαγές κατευθύνσεων που έκανα, προκειμένου να διατηρήσω αμείωτη την περιέργεια και την πείνα μου για γνώση και παιχνίδι. Τους ανθρώπους που μου έδειξαν πως έπρεπε πολλές φορές να μηδενίσω και να ξαναρχίσω από την αρχή. Πως υπάρχουν τόσα πολλά περισσότερα από όσα νόμιζα. Ακόμη και σήμερα ονειρεύομαι καμία φορά το επόμενο μου ταξίδι, τις επόμενες σπουδές, έναν άλλο εαυτό που μπορεί ν’ ανακαλύψω. Έμαθα τέλος να είμαι θαρραλέος και να μην φοβάμαι τις περιπέτειες.
– Με τόσες διαφορετικές ιδιότητες —χορευτής, χορογράφος, ηθοποιός— πώς ορίζεις σήμερα τον εαυτό σου;
Είναι στα αλήθεια τόσο διαφορετικές ιδιότητες; Και να ήταν εγώ δεν τις νιώθω πολύ διαφορετικές. Δεν ορίζω τον εαυτό μου από το εάν και πόσο διαφορετικές είναι οι ιδιότητες μου. Δεν ορίζω καν τον εαυτό μου με βάση αυτές. Μπορεί μάλιστα να αποκτήσω ή να έχω ήδη και άλλες. Είμαι ένας δημιουργικός, φιλοπερίεργος άνθρωπος, που θέλω να μάθω όσα περισσότερα γίνεται και να κάνω όσο μπορώ, πράγματα που με κάνουν να νιώθω πλήρη και που μου δίνουν την δυνατότητα να ξαναβρίσκω κάτι από την παιδικότητα μου, που χάνεται όλο και περισσότερο καθώς μεγαλώνω.

Η παράσταση
Σε ένα από τα ώριμα ρεαλιστικά του έργα, που γράφτηκε το 1894, ο Ίψεν δεν περιορίζεται στις αναμενόμενες αντιδράσεις απέναντι σε μια τόσο συγκλονιστική πραγματικότητα, αλλά προχωρά πολύ βαθύτερα. Εστιάζει στις καταλυτικές συνέπειες του πένθους και της ενοχής στο αγαπημένο του αντικείμενο μελέτης, το ζευγάρι, το οποίο, μέσα από τη θλίψη και τον πόνο, καλείται να επαναπροσδιορίσει τη θέση του στον κόσμο, να αποκαταστήσει ό,τι είναι δυνατό και να ανακαλύψει νέους τρόπους σύνδεσης.
Μετάφραση – Διασκευή – Σκηνοθεσία: Ντίνος Ψυχογιός
Παίζουν: Αλέξανδρος Βαρδαξόγλου, Aulona Lupa, Φαίδρα Αγγελάκη, Πασέ Κολοφωτιάς.
Φωνή Έγιολφ: Νίκος Ντόκας
Φωτογραφίες: Νίκος Κωδούνας
Επικοινωνία: Γιώτα Δημητριάδη
Παραστάσεις: κάθε Τετάρτη και Πέμπτη στις 21:15
Διάρκεια: 90’
Προπώληση: more.com
ΠΛΥΦΑ, αίθουσα 7Α. Κορυτσάς 39, Βοτανικός