Η Χεζμπολάχ βρίσκεται αντιμέτωπη με τη μεγαλύτερη πολιτική και κοινωνική της δοκιμασία στον Λίβανο μετά την απόφασή της να ανοίξει μέτωπο με το Ισραήλ, μια σύγκρουση που μεγάλο μέρος της λιβανικής κοινωνίας ούτε επιθυμεί ούτε κατανοεί. Η κλιμάκωση στα σύνορα και τα πλήγματα σε βάθος στον λιβανικό χώρο έχουν επιταχύνει την απομόνωση της οργάνωσης στο εσωτερικό, τροφοδοτώντας ξανά τα φαντάσματα του εμφυλίου.
Η ιρανικής επιρροής σιιτική οργάνωση εκτόξευσε ρουκέτες και drone προς το Ισραήλ, δίνοντας το έναυσμα για μια ισχυρή ισραηλινή αντεπίθεση που έχει στοιχίσει τη ζωή σε εκατοντάδες ανθρώπους και έχει εκτοπίσει πάνω από 800.000 πολίτες μέσα σε λίγες ημέρες. Παρότι η Χεζμπολάχ εξακολουθεί να διατηρεί μια συμπαγή πυρήνα υποστηρικτών, η εικόνα ενός Λιβάνου που πληρώνει ξανά το κόστος μιας σύγκρουσης που πολλοί θεωρούν ότι διεξάγεται για λογαριασμό του Ιράν, έχει εξοργίσει ευρύ φάσμα της κοινής γνώμης. Η χώρα άλλωστε δεν έχει συνέλθει ακόμα από τον προηγούμενο «πλήρους κλίμακας» πόλεμο με το Ισραήλ το 2024, ούτε από την οικονομική κατάρρευση και την αποτυχημένη ανοικοδόμηση.
Η αμφισβήτηση δεν περιορίζεται στους παραδοσιακούς αντιπάλους της Χεζμπολάχ. Στελέχη του δεξιού χριστιανικού κόμματος Lebanese Forces κατηγορούν ανοικτά τη Χεζμπολάχ και το Ιράν ότι «οδήγησαν τη χώρα σε έναν πόλεμο που κανείς δεν θέλει και κανείς δεν καταλαβαίνει τον σκοπό του», ενώ πολιτικοί επιστήμονες μιλούν για «αντι-Χεζμπολαχική» διάθεση σχεδόν σε όλες τις θρησκευτικές κοινότητες, πλην του σκληρού σιιτικού πυρήνα. Η απόφαση της σιιτικής κίνησης Αμάλ να στηρίξει κοινοβουλευτικά μια, έστω δύσκολα εφαρμόσιμη, απαγόρευση των στρατιωτικών δραστηριοτήτων της Χεζμπολάχ θεωρείται η πιο επιθετική θεσμική κίνηση εναντίον της οργάνωσης από πλευράς κράτους και συμμάχων της.
Χεζμπολάχ – Ισραήλ: Ο πόλεμος που διαλύει τις ισορροπίες
Η νέα αναμέτρηση Χεζμπολάχ – Ισραήλ δεν διεξάγεται μόνο στην πρώτη γραμμή, αλλά και μέσα στο εύθραυστο μωσαϊκό των λιβανικών κοινοτήτων. Εκατοντάδες χιλιάδες εκτοπισμένοι –στην πλειονότητά τους σιίτες από τα νότια– καταφεύγουν σε σουνιτικές, χριστιανικές και δρούζικες περιοχές της Βηρυτού και άλλων πόλεων, δημιουργώντας ένα εκρηκτικό μείγμα φόβου, καχυποψίας και κοινωνικής πίεσης. Αναλυτές προειδοποιούν ότι, εάν η σύγκρουση παραταθεί και η πίεση στους «φιλοξενούντες» συνεχιστεί, η ένταση μπορεί να ξεφύγει από τον έλεγχο, σε μια χώρα όπου οι σεχταριστικές γραμμές είναι θεσμοθετημένες στο ίδιο το πολιτικό της σύστημα.
Την ίδια στιγμή, το Ισραήλ εντείνει τη διπλωματική και στρατιωτική πίεση προς τη λιβανική κυβέρνηση, ζητώντας ευθέως να «κινητοποιήσει τον στρατό της και να αντιμετωπίσει την τρομοκρατική απειλή της Χεζμπολάχ». Ο πρόεδρος Τζόζεφ Αούν κατηγόρησε όσους εκτόξευσαν τις πρώτες ρουκέτες –σαφή αιχμή κατά της Χεζμπολάχ– ότι επιχειρούν να «καταστρέψουν το λιβανικό κράτος», μια δήλωση που σηματοδοτεί σπάνιας έντασης ρήξη μεταξύ επίσημης πολιτείας και του ισχυρότερου ένοπλου δρώντα της χώρας.
Χεζμπολάχ: Ανάμεσα στην «αντίσταση» και την απομόνωση
Παρά τη φθορά, η Χεζμπολάχ εξακολουθεί να αντλεί βαθιά αποθέματα νομιμοποίησης από ένα σημαντικό μέρος της σιιτικής βάσης που βλέπει τον αγώνα της ως «αντίσταση» απέναντι στο Ισραήλ. Ακαδημαϊκοί κοντά στην οργάνωση περιγράφουν τους σιίτες ως μια κοινότητα που ζει «τις πιο δύσκολες στιγμές της από τη δημιουργία του Ισραήλ», μιλώντας για υπαρξιακό πόλεμο, προδοσίες από «Ισραηλινούς, σουνίτες εξτρεμιστές και τους περισσότερους Λιβανέζους» και για εκτοπισμένους που επέστρεψαν στα σπίτια τους μόνο για να σκοτωθούν από νέα ισραηλινά πλήγματα μετά από ταπεινωτικές απορρίψεις από τις κοινότητες υποδοχής.
Η έλλειψη εμπιστοσύνης στο λιβανικό κράτος, που δεν μπόρεσε να αποτρέψει ούτε τις ισραηλινές επιθέσεις μετά την εκεχειρία του 2024 ούτε να προχωρήσει ουσιαστικά την ανοικοδόμηση, ενισχύει τη ρητορική ότι η «αντίσταση» είναι μονόδρομος, ακόμη κι αν το τίμημα είναι νέες καταστροφές και μαζικός εκτοπισμός. Όμως η στήριξη της Αμάλ στην απαγόρευση των στρατιωτικών δραστηριοτήτων της Χεζμπολάχ, η σκλήρυνση της στάσης της κυβέρνησης και η κούραση πολλών σιιτών δείχνουν μια οργάνωση που, περισσότερο από ποτέ, ακροβατεί μεταξύ της εικόνας του ηγεμονικού «άξονα της αντίστασης» και της εσωτερικής πολιτικής απομόνωσης.