Πρόσθεσε το Newsbeast στις προτεινόμενες πηγές σου στη Google

Ένα όλο και πιο έντονο χάσμα ανάμεσα στους συνταξιούχους του Δημοσίου και εκείνους του ιδιωτικού τομέα αποκαλύπτουν τα τελευταία στοιχεία του συστήματος ΗΛΙΟΣ, με τις νέες συντάξεις γήρατος να κινούνται πλέον σε εντελώς διαφορετικές «ταχύτητες» ανάλογα με το επαγγελματικό παρελθόν κάθε ασφαλισμένου.

Η εικόνα που προκύπτει από τα στοιχεία του Μαρτίου δείχνει ότι οι νέοι συνταξιούχοι του Δημοσίου εξακολουθούν να λαμβάνουν αισθητά υψηλότερες αποδοχές σε σχέση με όσους προέρχονται από τα ταμεία του ιδιωτικού τομέα, ενώ η διαφορά όχι μόνο δεν περιορίζεται αλλά διευρύνεται χρόνο με τον χρόνο.

Συγκεκριμένα, η μέση νέα κύρια σύνταξη γήρατος για όσους αποχώρησαν από το Δημόσιο διαμορφώθηκε στα 1.420 ευρώ μικτά, όταν η αντίστοιχη σύνταξη για νέους συνταξιούχους από τα υπόλοιπα ταμεία του e-ΕΦΚΑ – όπως ΙΚΑ, ΟΑΕΕ και ΕΤΑΑ – έφτασε μόλις τα 930 ευρώ μικτά.

Η διαφορά των 490 ευρώ μεταφράζεται σε απόκλιση άνω του 52%, δημιουργώντας ουσιαστικά ένα καθεστώς συντάξεων δύο ταχυτήτων στην ελληνική αγορά εργασίας. Και μπορεί οι ετήσιες αυξήσεις στις συντάξεις να βελτιώνουν συνολικά τα ποσά που καταβάλλονται στους συνταξιούχους, ωστόσο η ανισορροπία μεταξύ δημόσιου και ιδιωτικού τομέα παραμένει έντονη, ιδιαίτερα στις νέες απονομές.

Ακόμη πιο ενδεικτικό είναι το γεγονός ότι οι συντάξεις του ιδιωτικού τομέα αυξάνονται με σαφώς πιο αργό ρυθμό. Στον ιδιωτικό τομέα, η μέση νέα σύνταξη γήρατος αυξήθηκε μέσα σε έναν χρόνο μόλις κατά 12 ευρώ -από τα 918 ευρώ τον Μάρτιο του 2025 στα 930 ευρώ τον Μάρτιο του 2026 – σημειώνοντας άνοδο περίπου 1,2%.

Αντίθετα, στο Δημόσιο η μέση σύνταξη αυξήθηκε κατά 42 ευρώ μέσα στην ίδια περίοδο, από τα 1.378 ευρώ στα 1.420 ευρώ, δηλαδή κατά περίπου 3%. Η διαφορά αυτή αποτυπώνει και τις διαφορετικές συνθήκες που επικρατούν διαχρονικά στους δύο τομείς της οικονομίας.

Σύμφωνα με ειδικούς στην κοινωνική ασφάλιση, ένας από τους βασικούς λόγους για τους οποίους οι δημόσιοι υπάλληλοι οδηγούνται σε υψηλότερες συντάξεις είναι η μεγαλύτερη σταθερότητα των αποδοχών τους κατά τη διάρκεια του εργασιακού βίου.

Στο Δημόσιο, οι μισθολογικές αυξήσεις ακολουθούν συγκεκριμένη και προβλέψιμη πορεία, με ωριμάνσεις και αλλαγές μισθολογικών κλιμακίων ανά διετία, γεγονός που βελτιώνει τον συντάξιμο μισθό πάνω στον οποίο υπολογίζεται η σύνταξη.

Αντίθετα, στον ιδιωτικό τομέα οι αμοιβές επηρεάζονται περισσότερο από τις συνθήκες της αγοράς, τις διακυμάνσεις της οικονομίας και τις εργασιακές μεταβολές, χωρίς να υπάρχει αντίστοιχος μηχανισμός αυτόματων αυξήσεων.

Παράλληλα, σημαντικό ρόλο παίζουν και τα έτη ασφάλισης. Οι εργαζόμενοι του ιδιωτικού τομέα εμφανίζουν συχνότερα διακοπές στην ασφάλιση, περιόδους ανεργίας ή χαμηλότερα χρόνια εισφορών, γεγονός που περιορίζει τα ποσοστά αναπλήρωσης κατά τον υπολογισμό της σύνταξης.

Αντίθετα, στο Δημόσιο οι περισσότεροι ασφαλισμένοι συμπληρώνουν πλήρη ασφαλιστικό βίο και συνταξιοδοτούνται με καθεστώς πλήρους σύνταξης. Στον ιδιωτικό τομέα, αντίθετα, παραμένει υψηλό το ποσοστό όσων αναγκάζονται να αποχωρήσουν με μειωμένη σύνταξη, είτε επειδή δεν συμπληρώνουν τα απαιτούμενα έτη ασφάλισης είτε επειδή δεν μπορούν να παραμείνουν περισσότερο στην αγορά εργασίας.

Η εικόνα αυτή αναδεικνύει και μια βαθύτερη μεταβολή στην ελληνική οικονομία και αγορά εργασίας. Την τελευταία δεκαπενταετία, οι εργαζόμενοι στον ιδιωτικό τομέα βρέθηκαν αντιμέτωποι με διαδοχικές κρίσεις – οικονομική ύφεση, περικοπές μισθών, ανεργία, ευέλικτες μορφές απασχόλησης και πληθωριστικές πιέσεις – που επηρέασαν άμεσα τόσο τις αποδοχές όσο και τις ασφαλιστικές τους εισφορές.

Αντίθετα, παρότι και το Δημόσιο υπέστη σημαντικές περικοπές στα χρόνια των μνημονίων, διατήρησε σε μεγάλο βαθμό μεγαλύτερη μισθολογική και ασφαλιστική σταθερότητα.

Παράγοντες της κοινωνικής ασφάλισης επισημαίνουν ότι η διεύρυνση της ψαλίδας στις νέες συντάξεις ενδέχεται να δημιουργήσει ακόμη μεγαλύτερες κοινωνικές πιέσεις τα επόμενα χρόνια, ιδιαίτερα καθώς αυξάνεται το κόστος ζωής και η στεγαστική επιβάρυνση για τα νοικοκυριά.

Και αυτό γιατί, παρά τις ονομαστικές αυξήσεις στις συντάξεις, ένα μεγάλο μέρος των νέων συνταξιούχων του ιδιωτικού τομέα συνεχίζει να κινείται κοντά σε επίπεδα που δυσκολεύονται να καλύψουν τις βασικές ανάγκες διαβίωσης, ειδικά στα μεγάλα αστικά κέντρα όπου το κόστος στέγασης και ενέργειας παραμένει υψηλό.