Η Ευρωζώνη βρίσκεται και πάλι στο μάτι του κυκλώνα, καθώς το «σοκ Ιράν» εκτοξεύει το ενεργειακό κόστος, πυροδοτεί νέο κύμα πληθωρισμού και φουσκώνει απότομα το κόστος δανεισμού των κρατών. Οι αποδόσεις των κρατικών ομολόγων ανεβαίνουν στα υψηλότερα επίπεδα των τελευταίων ετών, αναβιώνοντας τους φόβους για τη βιωσιμότητα του χρέους στις πιο ευάλωτες οικονομίες του Νότου.

Η Ιταλία είδε το 10ετές της να «σκαρφαλώνει» μέχρι το 4,14%, το υψηλότερο από τα μέσα του 2024, με το spread έναντι της Γερμανίας να πλησιάζει ξανά τη μία ποσοστιαία μονάδα, από περίπου 0,6 πριν από την κλιμάκωση της κρίσης. Στη Γαλλία, η απόδοση του 10ετούς άγγιξε ενδοσυνεδριακά σχεδόν το 3,9%, το υψηλότερο επίπεδο από το 2009, ενώ η Ισπανία βρέθηκε κοντά στο 3,7% για πρώτη φορά από τα τέλη του 2023.

Οι αγορές σπεύδουν να προεξοφλήσουν ότι η ΕΚΤ θα αναγκαστεί να αυξήσει τρεις φορές τα βασικά επιτόκια μέσα στο 2026, για να «σβήσει» μια νέα έξαρση πληθωρισμού που τροφοδοτείται από την εκτίναξη των τιμών σε πετρέλαιο και φυσικό αέριο. Η Ιζαμπέλ Σνάμπελ μιλά για «επιστροφή του φαντάσματος του πληθωρισμού», αν και υπογραμμίζει ότι η Φρανκφούρτη έχει ακόμη χρόνο να δει τα στοιχεία προτού κινηθεί επιθετικά.

Ευρωζώνη και δανεισμός σε καθεστώς «διπλής πίεσης»

Το εκρηκτικό μείγμα χαμηλότερης ανάπτυξης, υψηλότερου πληθωρισμού και αυξημένου κρατικού δανεισμού αναγκάζει τις κυβερνήσεις να κινούνται σε εξαιρετικά στενό δημοσιονομικό διάδρομο. Από τη μία, οι κοινωνίες απαιτούν ασπίδα προστασίας απέναντι στο ενεργειακό σοκ, από την άλλη, το κόστος εξυπηρέτησης του χρέους εκτοξεύεται, «ροκανίζοντας» τον διαθέσιμο δημοσιονομικό χώρο.

Η Ισπανία ήδη ψήφισε πακέτο φορολογικών ελαφρύνσεων 5 δισ. ευρώ, μειώνοντας τον ΦΠΑ σε ηλεκτρική ενέργεια, φυσικό αέριο και καύσιμα από 21% στο 10%, για να αμβλύνει το χτύπημα στους καταναλωτές. Η Ιταλία προχώρησε σε προσωρινή μείωση των ειδικών φόρων στα καύσιμα κατά 20%, μέτρο που κοστίζει 417 εκατ. ευρώ μέχρι τις 7 Απριλίου και χρηματοδοτείται με περικοπές αλλού, ακόμη και στην υγεία.

Την ίδια στιγμή, η Γαλλία προσπαθεί να «κρατήσει γραμμή άμυνας» αποφεύγοντας γενικευμένα μέτρα στήριξης, με τον πρωθυπουργό να δηλώνει ότι με έλλειμμα 5,1% του ΑΕΠ στο τέλος του 2025 «δεν υπάρχει κουμπαράς». Παρ’ όλα αυτά, το Παρίσι αναγκάζεται να υιοθετεί στοχευμένα μέτρα για ευάλωτους κλάδους όπως η γεωργία και οι οδικές μεταφορές, έστω και με περιορισμένο κόστος 70 εκατ. ευρώ για τον Απρίλιο.

Όταν ο δανεισμός απειλεί τη βιωσιμότητα χρέους στην Ευρωζώνη

Το προηγούμενο της ενεργειακής κρίσης 2021-2023 λειτουργεί ως προειδοποιητική βολή: τότε, περίπου 651 δισ. ευρώ διατέθηκαν ή δεσμεύθηκαν στην Ευρώπη (μαζί με Ηνωμένο Βασίλειο και Νορβηγία) για να θωρακιστούν νοικοκυριά και επιχειρήσεις από τις εκρηκτικές τιμές ενέργειας. Ο ΟΟΣΑ εκτιμά πλέον ότι μεγάλο μέρος αυτών των μέτρων ήταν κακοστοχευμένο, με τεράστιο δημοσιονομικό κόστος που επιβάρυνε σοβαρά τα δημόσια οικονομικά.

Σήμερα, ειδικοί όπως ο Σιμόνε Ταλιαπιέτρα προειδοποιούν ότι «μιλάμε για μεγάλα ποσά» και ότι δεν υπάρχει ο ίδιος δημοσιονομικός χώρος για επανάληψη των πακέτων 2022-2023, καθώς οι κυβερνήσεις βρίσκονται ήδη υπό την πίεση αυξημένων αναγκών, από την άμυνα μέχρι την πράσινη μετάβαση. Διαχειριστές κεφαλαίων και αναλυτές βλέπουν σταδιακή «χειροτέρευση» των δημοσίων οικονομικών, καθώς οι χώρες ξοδεύουν «πολύ δημόσιο χρήμα» για να απορροφήσουν το σοκ, ενώ ταυτόχρονα πληρώνουν υψηλότερα επιτόκια για τον νέο δανεισμό τους.

Ευρωζώνη, δανεισμός και κίνδυνος νέας κρίσης

Προς το παρόν, τα spreads παραμένουν σε ιστορικά «συγκρατημένα» επίπεδα, με την απόκλιση Ιταλίας – Γερμανίας να έχει απέχει ακόμη πολύ από τις 3 μονάδες που σημειώθηκαν στην περίοδο Covid. Ωστόσο, η αντιστροφή του πολυετούς ράλι στα ομόλογα της περιφέρειας δείχνει ότι το κλίμα εμπιστοσύνης μπορεί να αλλάξει γρήγορα, εάν η κρίση παραταθεί και τα δημοσιονομικά μέτρα γίνουν πιο δαπανηρά, σύμφωνα με τους Finanacial Times.

Η απόδοση του γερμανικού 10ετούς Bund στο 3,1% λειτουργεί ως «πυξίδα» για όλη την Ευρωζώνη και κάθε νέα άνοδος τροφοδοτεί ανησυχία ότι χώρες όπως η Ιταλία και η Γαλλία θα πλησιάσουν επικίνδυνα επιτόκια κοντά στο 5%. Σε ένα σενάριο όπου το Bund ξεπερνά το 3,5% και τα ιταλικά ή γαλλικά 10ετή «ακουμπήσουν» το 5%, διαχειριστές όπως ο Tomasz Wieladek εκτιμούν ότι η βιωσιμότητα του χρέους παύει να είναι δεδομένη και επανέρχεται στο προσκήνιο ο κίνδυνος μιας νέας κρίσης εμπιστοσύνης.