Το ραντεβού με τον Σπύρο Παπαδόπουλο ήταν στο σπίτι του και η πρώτη ευχάριστη έκπληξη που μας περίμενε ήταν ο χώρος όπου ο αγαπημένος ηθοποιός επέλεξε να μείνει, αφήνοντας πίσω του το πολυσύχναστο κέντρο.

Ένα υπόγειο γκαράζ, σε μια ήσυχη γειτονιά, το οποίο έχει μετατρέψει σε έναν εντυπωσιακά καλόγουστο χώρο. Με το που μπαίνεις, βλέπεις στη σειρά αραγμένες τις μηχανές του, τις οποίες αποκαλεί όλες ανεξαιρέτως «μπέμπα». Αν το σπίτι δείχνει και τον χαρακτήρα αυτού που μένει, τότε ο Σπύρος Παπαδόπουλος είναι ακριβώς αυτό: φωτεινός, ζεστός, φιλικός, ένας τύπος της εποχής του που όμως συμβαδίζει και με την εποχή.

Και αυτή είναι η δεύτερη ευχάριστη έκπληξη (όχι και τόσο έκπληξη, εδώ που τα λέμε): Το πώς μας υποδέχτηκε στον χώρο του με μια σπάνια εγκαρδιότητα και απλότητα. Ο Σπύρος της τηλεόρασης δεν απέχει καθόλου από τον Σπύρο που γνωρίσαμε, και όσες ώρες μείναμε εκεί, μιλήσαμε για όλα. Γιατί είναι από τους ανθρώπους που έχουν να σου πουν πολλά και δεν βαριέσαι να τους ακούς.

Η συνάντησή μας έγινε με αφορμή τη θεατρική παράσταση «Sexy Laundry», το φαινόμενο των τελευταίων ετών, όπου πρωταγωνιστεί με τη Ρένια Λουιζίδου και μετά τα αλλεπάλληλα sold out επί τέσσερα χρόνια, βγαίνει σε καλοκαιρινή περιοδεία σε όλη την Ελλάδα, κλείνοντας έτσι έναν κύκλο που έγραψε ιστορία στο ελληνικό θέατρο. Η κουβέντα μας όμως ξεκίνησε από την τηλεόραση μπροστά από την οποία μαζεύεται με τους φίλους του για να παρακολουθήσουν… κυρίως αθλητικούς αγώνες και Ολυμπιακό.

– Βλέπετε δικές σας σειρές;

Όχι, είσαι καλά; Ποτέ.

– Τις επαναλήψεις των «Απαράδεκτων»;

Όχι, δεν μπορώ.

Δεν σας αρέσει να βλέπετε τον εαυτό σας;

Ούτε να με ακούω μπορώ.

Σπύρος Παπαδόπουλος

– Γενικά, προτιμάτε το θέατρο ή την τηλεόραση;

Το θέατρο είναι σαν να έχεις πάει μια εκδρομή και να τη ζεις. Η τηλεόραση είναι σαν να βλέπεις το βίντεο της εκδρομής. Στο θέατρο είναι ο ενεστώτας χρόνος και το ρίσκο είναι πολύ μεγαλύτερο. Δεν μπορείς να κόψεις το λάθος στο μοντάζ ή να ξαναπάς τη σκηνή.

– Και διαφορετικό κοινό κάθε φορά στο θέατρο. Στην τηλεόραση απευθύνεσαι σε ένα συγκεκριμένο κοινό, αυτό που σε βλέπει σταθερά κάθε εβδομάδα.

Και δεν το βλέπεις, ενώ στο θέατρο το βλέπεις, αλληλεπιδράς μαζί του. Πολλές φορές, ακόμα και σε λάθος, χειροκροτούν, τους αρέσει αυτό το έξω από το κουτάκι.

Στις κωμωδίες ζητάτε περισσότερο την αλληλεπίδραση με το κοινό; Πάει το βλέμμα στους θεατές για να δείτε αν γελάνε και αυτό μπορεί να σας επηρεάσει;

Δεν πάει, δεν κοιτάζω κάτω. Κοιτάζω αλλά δεν βλέπω. Φυσικά το γέλιο σού δίνει boost. Και όχι τόσο boost το γέλιο, όσο να έχει γέλιο μία κατάσταση, μία ατάκα. Αν δεν γελάσουν ένα βράδυ αρχίζεις και προβληματίζεσαι. Λες ότι κάτι δεν έκανα καλά.

– Σας έχει τύχει αυτό; Να μη γελάσουν σε μια παράσταση;

Το έχω πάθει μία φορά, κόντεψα να τρελαθώ, αλλά εγώ είμαι αφηρημένος και με κοροϊδεύουν οι φίλοι μου γι’ αυτό. Παίζουμε, λοιπόν, με τον Δημήτρη Καταλειφό ένα ντουέτο πολύ κωμικό, πολύ γέλιο. Βγαίνουμε με τον Καταλειφό. Τίποτα. Εξακόσια άτομα κάτω. Τίποτα. Αρχίζω και κοιτάζομαι μήπως κάτι συμβαίνει, μήπως τρέχει αίμα; Τίποτα. Κοντεύω να τρελαθώ. Ο Καταλειφός άνετος δίπλα μου. Τελειώνουμε, πάμε στο καμαρίνι, του λέω «ρε συ;» και βάζει κάτι γέλια. «Παιδιά, ελάτε, ο Σπύρος». «Ρε συ» μου λέει «ένα μήνα το λέμε ότι παίζουμε για ένα συνέδριο Καναδών γιατρών από τον Καναδά».

– Με το Sexy Laundry βγαίνετε σε περιοδεία μετά από τέσσερα χρόνια απανωτών sold out στο θέατρο. Αλλά πραγματικό sold out, γιατί πλέον ακούμε συνέχεια για sold out παραστάσεις.

Εγώ δεν χρησιμοποιώ αυτόν τον όρο, δεν τον μπορώ. Προτιμώ το «είμαστε γεμάτοι».

– Και τώρα βγαίνετε σε περιοδεία. Είχατε καιρό να κάνετε καλοκαιρινή περιοδεία;

Δεκαπέντε χρόνια.

Σπύρος Παπαδόπουλος

– Και πώς είναι που θα βγείτε μετά από τόσο καιρό;

Δεν ξέρω πώς είναι. Όλοι οι φίλοι μου, μου λένε «ρε συ, ο κόσμος έχει και τόσο καιρό να σε δει από κοντά…». Εντάξει, δεν είναι εύκολο πράγμα η περιοδεία. Αλλά όταν ανεβαίνεις στη σκηνή, τα ξεχνάς όλα. Γουστάρεις, γιατί νιώθεις τη λαχτάρα του κόσμου. Και δεν είναι μόνο λαχτάρα. Είναι και σαν ένα είδος ευγνωμοσύνης, στο λένε οι ίδιοι. Σου λένε ότι δεν μπορούμε να έρθουμε στην Αθήνα, ευχαριστούμε που ήρθες εσύ εδώ.

– Είναι και πολύ ωραίο για τους ανθρώπους που βρίσκονται σε πιο απομακρυσμένες περιοχές και δεν μπορούν να έρθουν στην Αθήνα, να τους δίνεται η ευκαιρία να δουν από κοντά μια παράσταση, όπως η δική σας που γνώρισε τεράστια επιτυχία, συζητήθηκε πολύ και πρωταγωνιστούν και δύο αγαπημένοι ηθοποιοί. Και δίνεται και σε εσάς τους ηθοποιούς η ευκαιρία να γνωρίσετε κι ένα άλλο κοινό. Αλήθεια, το κοινό της περιφέρειας είναι διαφορετικό από της Αθήνας;

Ξέρεις τι γίνεται; Ίσως είναι λίγο πιο δύσκολο, όχι γιατί ενδεχομένως έχουν αυστηρά κριτικό μάτι, αλλά με την έννοια ότι ενδεχομένως μπορεί κάποια πράγματα να μην τα «πιάνουν», έχουν μια αθωότητα. Δεν έχουν αυτό το «εγώ έχω δει πολύ θέατρο, δεν θα σου είμαι εύκολος». Στην περιφέρεια το κοινό έρχεται για να περάσει καλά.

– Έρχονται πιο πολύ με λαχτάρα. Και είναι ωραίο αυτό νομίζω. Δηλαδή να ξέρεις ότι από κάτω έχεις ένα κοινό που λαχταράει να δει κάτι.

Ναι, γιατί σκέψου να είσαι, για παράδειγμα, στην Κομοτηνή. Είναι μια ξεχωριστή μέρα για αυτόν τον άνθρωπο που έρχεται να σε δει.

– Το Sexy Laundry είναι μια παράσταση που μιλάει για τις σχέσεις και για τον γάμο. Οι πρωταγωνιστές είναι ένα ζευγάρι παντρεμένο εικοσιπέντε χρόνια κι ενώ δεν έχουν μεταξύ τους προβλήματα, ο γάμος τους έχει βαλτώσει, κυρίως από τον χρόνο που τον έχει φθείρει.

Αυτό θεωρώ ότι είναι μεγάλη εξυπνάδα της συγγραφέως Michele Riml, την οποία γνωρίσαμε και τη φέραμε εδώ στην Ελλάδα από τον Καναδά. Το έργο παίζεται σε 26 χώρες.

– Στις άλλες χώρες σημειώνει την ίδια επιτυχία με εδώ;

Γενικώς, είναι πολύ ευχαριστημένη. Πάει πολύ καλά. Την βγάλαμε για φαγητό και όλο το βράδυ κάθε τόσο μας αγκάλιαζε και μας φιλούσε, οπότε μάλλον εδώ έχει ακόμη μεγαλύτερη επιτυχία. (γέλια) Επειδή το σκηνοθετώ, μελέτησα το έργο κάνα τρίμηνο και έβαλα πραγματάκια να είναι πιο ελληνικά, πιο δικά μας. Και μου έλεγε «σε αυτό το σημείο γιατί γελούσαν; Εγώ δεν έχω αστείο». Είναι πολύ χαρούμενη. Όταν συναντηθήκαμε, το πρώτο πράγμα που της είπα ήταν ότι σε παραδέχομαι γιατί έβαλες ένα ζευγάρι που δεν έχει κανένα πρόβλημα. Γιατί αν έβαζε ένα ζευγάρι με οικονομικά προβλήματα ή με θέματα απιστίας, είναι κάτι που το ξέρουμε αυτό. Έβαλε ένα ζευγάρι που είναι αξιοζήλευτο.

Σπύρος Παπαδόπουλος

– Η αλήθεια είναι πως ο χρόνος είναι μια παγίδα σε μια σχέση που δεν τη βλέπεις.

Εγώ συνηθίζω να λέω -κατόπιν εορτής βεβαίως γιατί «στερνή μου γνώση να σε είχα πρώτα»- ότι πρέπει να έχεις το νου σου. Κάθε μέρα που περνάει κάτι επισωρεύει, κάτι αφήνει πάνω σου. Και περνάνε τα χρόνια και ξαφνικά λες «τώρα αυτό που κάνει αυτή ή αυτός, εμένα μου άρεσε κάποτε. Τώρα γιατί με εκνευρίζει; Ξαφνικά γιατί με εκνευρίζει ακόμα και η φωνή του;». Αυτό συμβαίνει γιατί δεν είχες το νου σου. Άφησες να πηγαίνει η βάρκα και τώρα μπορεί να σε βγάλει οπουδήποτε, θάλασσα είναι αυτή. Και η ζωή μια θάλασσα είναι. Άρα, πρέπει να έχεις το νου σου.

Θέλω να πω το πιο απλό: Εάν συνήθιζες να πηγαίνεις μια φορά στις δέκα μέρες ένα δωράκι των πέντε ευρώ ή ένα τριαντάφυλλο στη γυναίκα σου, μην το κόψεις μετά από τρία χρόνια, γιατί αυτό μπορεί να κάνει πολύ σπουδαία δουλειά. Αυτό που εσύ νομίζεις ως «τίποτα», δείχνει κάτι. Δείχνει κατ’ αρχάς την προσπάθεια ότι είμαι εδώ και το παλεύω με τον χρόνο. Δεν θα χάσουμε αυτά που έχουμε κερδίσει, δεν θα αφήσουμε να μας τα πάρει.

– Όμως και με τον χρόνο που περνάει, μέσα σε μια σχέση, σε έναν γάμο, μπορεί να χαθεί κάθε ερωτική διάθεση. Ακούω από πολλά ζευγάρια που με τα χρόνια λένε ότι «είμαστε σαν αδέρφια».

Είναι αυτό ακριβώς που λέω: Να έχεις το νου σου. Μην εμφανίζεσαι όπως να ‘ναι μπροστά στον άλλον, επειδή είναι ο άντρας σου ή η γυναίκα σου. Εγώ πάρα πολύ εκτιμώ το ότι μία γυναίκα ξυπνάει το πρωί και μέχρι να έρθει στο σαλόνι να πιει τον καφέ της, έχει περιποιηθεί λίγο τον εαυτό της. Κάτι κάνει. Ή ο άλλος με την κοιλιά έξω να λέει «γυναίκα, τι θα φάμε σήμερα;». Ε, δεν είναι ωραίο αυτό.

– Άρα, πιστεύετε ότι μπορεί μια σχέση να αντέξει στον χρόνο;

Βέβαια. Είναι τρομερά δύσκολο πιστεύω, αλλά τουλάχιστον και αν δεν αντέξει -γιατί ποτέ δεν ξέρεις- κάνε ό,τι μπορείς, μην αφεθείς. Άμα αφεθείς, την πάτησες. Και να συζητάς με τον άλλον. Επίσης, μεγάλη προϋπόθεση για μένα είναι ο θαυμασμός. Να θαυμάζεις τον άλλον για κάποιο λόγο και να φροντίσει και ο άλλος να μην χάσει ποτέ αυτόν τον θαυμασμό σου. Να θαυμάζεις τον χαρακτήρα του, το χιούμορ του, τη δουλειά του, ακόμη και την ικανότητά του να φτιάχνει ένα τραπέζι. Οτιδήποτε, δεν έχει σημασία. Ο θαυμασμός είναι μεγάλο μυστικό. Είναι ερωτικό, είναι μέρος του παιχνιδιού. Από την άλλη βέβαια, το να χωρίζεις είναι το ίδιο φυσικό, μην σου πω και περισσότερο από το να παντρεύεσαι.

– Νομίζω πιο εύκολα χωρίζεις παρά μένεις σε έναν γάμο.

Βέβαια, αλλά αυτό που εννοώ είναι ότι πρόκειται για κάτι φυσικό, γιατί ειδικά στην ελληνική κοινωνία για πολλά χρόνια δεν χώριζε εύκολα το ζευγάρι.

@newsbeast.gr

Στην ελληνική κοινωνία για πολλά χρόνια αν χώριζε ένα ζευγάρι την πλήρωνε η γυναίκα και της έλεγαν «δεν μπόρεσες να τον κρατήσεις», λέει ο Σπύρος Παπαδόπουλος στο Newsbeast και τη Δήμητρα Ζάρκου. «Το να χωρίζεις είναι το ίδιο φυσικό με το να παντρεύεσαι», επισημαίνει ο ίδιος και τονίζει ότι για να είσαι ευτυχισμένος δεν πρέπει απαρίτητα να είσαι σε μια σχέση. 🎙️ Συνέντευξη: Δήμητρα Ζάρκου 🗣️ Καλεσμένος: Σπύρος Παπαδόπουλος 🎬 Βιντεοληψία: Μάρα Κρητικού ΣπύροςΠαπαδόπουλος Συνέντευξη Χωρισμός Σχέσεις Φιλία Ευτυχία Newsbeast ReelsGreece

♬ πρωτότυπος ήχος – newsbeast – newsbeast

– Ειδικά στην επαρχία, έλεγαν «πού θα πας με παιδιά», «τι θα κάνεις».

Και ειδικά η γυναίκα την πλήρωνε πολύ.

Σπύρος Παπαδόπουλος

– Γιατί το μεγαλύτερο ποσοστό των γυναικών δεν είχε δική της δουλειά, ειδικά στην επαρχία. Ήταν εξαρτημένες από τον άντρα οικονομικά.

Και είχε και τις άλλες γυναίκες (γιατί οι γυναίκες κυνηγάνε τις γυναίκες) που της έλεγαν «δεν μπόρεσες να τον κρατήσεις. Είσαι μια αποτυχημένη που χώρισες». Σιγά σιγά κάποιοι έχουν προχωρήσει, άνοιξαν λίγο τα μυαλά με τα χρόνια. Τώρα δεν είναι έτσι τα πράγματα. Μπορεί να ισχύει σε πολύ μικρότερο βαθμό, αλλά υπάρχουν νέες κοπέλες που λένε «δεν μπορώ, ας χωρίσουμε».

Πρέπει να είσαι σε μια σχέση για να είσαι ευτυχισμένος;

Όχι, δεν το πιστεύω αυτό καθόλου. Γιατί ευτυχία μπορεί να είναι όταν είσαι ένας άνθρωπος δημιουργικός, όταν αγαπάς τον εαυτό σου, τα βιβλία σου.

– Να βλέπεις ποδόσφαιρο με τους φίλους σου…

Ακριβώς. Εγώ είμαι πολύ με τους φίλους και συνηθίζω να λέω ότι εμένα με μεγάλωσαν οι φίλοι μου.

Στην παράσταση, το ζευγάρι καταφεύγει σε ένα εγχειρίδιο «Σεξ για αρχαρίους».

Και κάνουν ασκήσεις. Η σύζυγος είναι αυτή που παίρνει την πρωτοβουλία, η Γκρέτα. Και εκεί έχει πολύ γέλιο.

– Εσείς θα παίρνατε ένα τέτοιο εγχειρίδιο για να διαβάσετε;

Είσαι καλά; (γέλια) Ουσιαστικά και η Γκρέτα στην απόγνωσή της λέει «εγώ θα κάνω ό,τι μπορώ να το σώσω, γιατί σ’ αγαπάω, αλλά είσαι βλάκας και νομίζεις ότι πάμε πολύ καλά. Δεν πάμε πολύ καλά». Και έτσι μπαίνει το κωμικό στοιχείο στη μέση.

Πάντως με τη Ρένια Λουιζίδου έχετε εκπληκτική χημεία.

Ναι, έχουμε απίστευτη χημεία.

Παίζει ρόλο ότι είστε φίλοι από παλιά;

Δεν παίζει ρόλο αυτό στη σκηνή. Αυτό το έχουμε πει πολλές φορές με τη Ρένια, ενώ γνωριζόμαστε τόσα χρόνια, το ανακαλύψαμε επί σκηνής.

Σπύρος Παπαδόπουλος

– Μπορεί δηλαδή με κάποιον να είσαι φίλος στη ζωή, να ανέβετε στο σανίδι και να μην μπορείτε το βρείτε με τίποτα;

Βεβαίως, και να παίζει ο καθένας μόνος του.

– Η αλήθεια είναι πως εδώ με τη Ρένια είστε ένα. Σαν να είστε ζευγάρι.

Ναι, είναι μεγάλη υπόθεση αυτό, μεγάλο δώρο. Είναι μία συνθήκη στο θέατρο που δεν τη συναντάς εύκολα. Και όταν συναντήσεις τον άνθρωπο που τα βρίσκετε, δεν θέλεις να φύγεις από τη σκηνή.

– Γι’ αυτό πήγατε και μαζί τρία χρόνια με τη Ρένια Λουιζίδου. Και τώρα ακολουθεί η καλοκαιρινή περιοδεία. Μετά από αυτήν, τέλος;

Είπαμε να το αποχαιρετήσουμε.

– Και πώς νιώθετε γι’ αυτό;

Καθόλου καλά. Γι’ αυτό και είπαμε να κάνουμε την περιοδεία. Αυτό λέει και η Ρένια, άντε τώρα να ξαναβρούμε κάτι τέτοιο. Μακάρι να ξαναβρούμε ένα έργο που να είμαστε μαζί. Και οι δύο το θέλουμε σαν τρελοί.

– Μακάρι, γιατί είναι μία από τις πλέον πετυχημένες συνεργασίες στο θέατρο που θα μπορούσε να συνεχιστεί για χρόνια.

Προσπαθώ να μη συμβεί αυτό που μου λέει ένας φίλος μου, επειδή όλα τα έργα τα παίζω τέσσερα – πέντε χρόνια. Μου λέει «όταν πεθάνεις θα πούμε “στην πλούσια καριέρα του ανέβασε τα εξής τέσσερα έργα”».

– Όμως οι θεατές έρχονται και δεύτερη και τρίτη φορά.

Εγώ, να σου πω την αλήθεια, μπορώ να παίξω ένα έργο δεκαπέντε χρόνια. Γιατί; Έχω τον τρόπο να μην κουράζομαι και να είμαι συνέχεια φρέσκος. Γιατί βάζω διάφορα στοιχηματάκια με το μυαλό μου. Δοκιμάζω πράγματα και δεν κάνω μια στείρα αναπαραγωγή. Το ακούω όμως πολύ συχνά από άλλους ανθρώπους που λένε «έλα ρε, πάλι τα ίδια». Κάποια στιγμή πρέπει να παίξεις και άλλα πράγματα.

Σπύρος Παπαδόπουλος

– Γενικά, είστε της σταθερότητας;

Όταν περνάω καλά, όπως τώρα με τη Ρένια, μπορώ να το πάμε άλλα δέκα χρόνια. Και αυτή θέλει και εγώ θέλω. Αλλά, από την άλλη, να μην παίξουμε και εμείς κάτι άλλο; Του χρόνου έχουμε πει να κάνουμε το «Κατά φαντασίαν ασθενή», σε σκηνοθεσία Γιάννη Μπέζου. Αν μπορούσε η Ρένια, θα ήταν και εκείνη μαζί μας.

– Σας έχει τύχει συνεργασία που να μην υπάρχει χημεία;

Αμέ.

– Και τι κάνεις σε αυτή την περίπτωση;

Κοίταξε, μη έχοντας χημεία δε σημαίνει ότι είναι κακή η συνεργασία. Απλώς δε συντελούνται αυτά τα μικρά θαυματάκια, τα οποία πιο πολύ τα καταλαβαίνεις εσύ σαν ηθοποιός.

– Πάντως, στην παράσταση ως θεατής καταλαβαίνεις την άνεση που έχετε ο ένας με τον άλλον.

Άμα σας δείξω το κείμενο το αρχικό και τι λέμε τώρα, θα νομίζετε ότι παίζουμε άλλο έργο.

– Γι’ αυτό και η συγγραφέας σάς ξεχωρίζει σε σχέση με άλλες παραγωγές του εξωτερικού.

Ναι, ίσως. Μας είπε -δεν ξέρω αν ήταν από ευγένεια- ότι «πραγματικά είστε η καλύτερη παράσταση. Το ξέρω τόσο καλά το έργο μου, είδα πάρα πολλά σημεία που δεν γελάνε αλλού. Εσείς τι κάνετε και γελάει ο κόσμος;».

– Υπήρχε κάποια συνεργασία που να ήταν η αγαπημένη σας, που την ξεχωρίζετε λίγο περισσότερο;

Πολλές, γιατί ήμουν τυχερός και ξεκίνησα με το Αμφι-θέατρο, με τον Σπύρο Ευαγγελάτο. Έχουμε παίξει με τον Καταλειφό, με τον Λευτέρη Βογιατζή. Έχω παίξει με πολύ σπουδαίους ηθοποιούς.

– Υπάρχουν κάποιοι που να θαυμάσατε πολύ πάνω στη σκηνή και νιώθετε ότι έχετε πάρει πράγματα από εκείνους;

Συνέβη αυτό, αλλά δεν θα πω ονόματα γιατί θα αδικήσω κάποιον, δεν είναι σωστό. Αλλά ναι, έχει συμβεί πολλές φορές και παίρνεις τα πάνω σου, γιατί είναι σαν αυτό που λέγαμε για τις σχέσεις, είναι πολύ σημαντικό να θαυμάζεις τον συμπαίκτη σου την ώρα που παίζεις – «κοίτα τον κερατά τι ωραία που έπαιξε».

Σπύρος Παπαδόπουλος

– Είναι εύκολο στο δικό σας επάγγελμα να θαυμάζει ο ένας τον άλλον;

Όχι, εύκολο δεν το λες. Αν πάμε πίσω, ξεκινώντας μετά τον πόλεμο, οι άνθρωποι του θεάτρου έπαιζαν κυριολεκτικά για το φαγητό τους και ήταν πολύ έντονα και τα πάθη και τα εμφυλιοπολεμικά, ήταν πολύ έντονος ο ανταγωνισμός. Σκέψου ότι ετοιμάζονταν για πρεμιέρα και μέχρι και δύο μέρες πριν, ο ένας πρωταγωνιστής δεν έπαιζε μπροστά στον άλλον το κείμενό του. Έπρεπε να λείπει για να μην το δει και του κλέψει οτιδήποτε. Πλέον, δεν υπάρχουν αυτά τα πράγματα και ειδικά τα νέα παιδιά δεν έχουν τέτοια θέματα καθόλου.

– Πάντως, είστε ένας καλλιτέχνης που ο κόσμος σάς θαυμάζει πολύ, σας αγαπάει. Το βλέπουμε και με τις τηλεοπτικές σειρές, το είδαμε και με το «Στην υγειά μας» που όλοι ρωτάνε γιατί τελείωσε.

Ναι, δεν ξέρω κι εγώ πόσες φορές το έχω ακούσει για το «Στην υγειά μας». Το καλό είναι ότι θα μείνει για πάντα αυτό. Μου λένε τώρα οι νεότεροι καλλιτέχνες, στιχουργοί και τραγουδιστές, ότι για εκείνους η εκπομπή αυτή είναι σαν βιβλιοθήκη.

– Για να επιστρέψουμε λίγο στο κομμάτι των σχέσεων: είναι πιο δύσκολο να αγαπηθείς ή να αγαπήσεις;

Εμένα με νοιάζει να αγαπώ. Δεν με ενδιαφέρει αν με αγαπάνε. Είδα μια φίλη μου τις προάλλες που είχα να τη δω καιρό και είναι με έναν άνθρωπο πολλά χρόνια. Της λέω «πώς πάει, καλά;». Μου λέει «ε». Της λέω «τι ε; Τότε τι κάθεσαι εκεί;» και μου απαντάει «με αγαπάει πολύ, μωρέ». Εγώ δεν μπορώ να το καταλάβω αυτό. Τι με νοιάζει εμένα να με αγαπάς άμα δεν σε αγαπάω;

Και όμως πολλοί έχουν αυτή τη λογική.

Είναι θέμα, δεν ξέρω πώς να το πω. Είναι σαν να σου λείπει ένα ένζυμο. Δηλαδή, δεν μπορεί να κάθεσαι με τον άλλον επειδή σε αγαπάει. Είναι μια ανασφάλεια.

– Εσείς, όμως, είστε σε ένα επάγγελμα που σας ενδιαφέρει να σας αγαπάει το κοινό.

Ναι, εννοείται. Και από το κοινό και από τους συναδέλφους. Εγώ δίνω πολύ μεγάλη σημασία στους συναδέλφους. Αυτό που λέμε σινάφι. Αν σου πει μια καλή κουβέντα ένας συνάδελφος, είναι σαν να σε έχουν χειροκροτήσει εικοσιπέντε χιλιάδες άνθρωποι. Έτσι το βλέπω εγώ.

– Είναι δύσκολο το σινάφι σας;

Εντάξει, πολλοί είναι ανασφαλείς και το να σου πει μια καλή κουβέντα ένας συνάδελφος είναι πολύ ακριβό πράγμα. Γιατί η αλήθεια είναι ότι μπορεί να μην τη λένε και εύκολα.

– Εσείς πάντως είστε από τους ηθοποιούς που έχετε καλές σχέσεις με τους συναδέλφους σας. Δεν έχουν ακουστεί αρνητικά για εσάς.

Μα τους αγαπάω πολύ. Το αγαπάω το σινάφι μου.

– Οι φίλοι σας είναι από τον χώρο;

Έχω και φίλους από τον χώρο, βέβαια. Δεν κάνω επίσημες, τις βαριέμαι πάρα πολύ. Κάνω μία βραδιά Τετάρτη αργά, μόνο για ηθοποιούς, χωρίς κάμερες, χωρίς φωτογράφους. Βλέπουμε την παράσταση και μετά βγαίνουμε και μιλάμε μέχρι το πρωί. Αυτό για μένα είναι πολύτιμο.

Σπύρος Παπαδόπουλος

– Υπάρχει κάποιος που θα θέλατε να είχατε συνεργαστεί;

Με τους περισσότερους ηθοποιούς του παλιού ελληνικού κινηματογράφου. Η τηλεόρασή μου παίζει όλη μέρα παλιές ελληνικές ταινίες. Τους θεωρώ ατύπως δασκάλους μου. Με όλους θα ήθελα να έχω συνεργαστεί: με τον Μακρή, τον Παπαγιαννόπουλο.

– Παίξατε με τον Θανάση Βέγγο.

Ναι, ευτυχώς. Τι εμπειρία, τύχη -βουνό.

– Πώς ήταν να συνεργάζεστε με τον Βέγγο;

Αξιολάτρευτος άνθρωπος και κολλήσαμε πολύ. Με είχε σαν γιο του, πραγματικά. Κι εγώ σαν πατέρα μου. Απίστευτος άνθρωπος, απίστευτος. Και έκλαιγε από τα γέλια γιατί τον έλεγα «ατάλαντο». Του φώναζα «ατάλαντε, έλα να κάνουμε πρόβα». Έκλαιγε από τα γέλια. Μιλάμε για ηθοποιούς-θηρία, «τέρατα». Ξέρεις, επειδή καμιά φορά και η πολλή γνώση σού ξεστρατίζει το μυαλό, γίνεται πιο περίπλοκο το πράγμα, ζητάς περισσότερα. Αυτοί ήταν «καρφί». Λέει το κείμενο αυτό, αυτό θα κάνω. Έκαναν μαγικά πράγματα.

– Νομίζω ότι ο ελληνικός κινηματογράφος δεν έχει εκτιμηθεί σε παγκόσμια εμβέλεια όσο θα έπρεπε.

Ούτε καν στην Ελλάδα. Γιατί όταν για παράδειγμα τέλειωνε σιγά σιγά ο παλιός κινηματογράφος και βγήκαν οι καινούργιοι σκηνοθέτες (όπως συνήθως κάνουμε στην Ελλάδα με αυτό το εγώ μας), δεν πάτησαν εκεί. Δεν είπαν «πατάμε εδώ σε αυτό που τόσο καλά κάνουν αυτοί οι άνθρωποι και το εξελίσσουμε». Είναι σαν να είπαν «ξεχάστε το αυτό, τώρα θα σας μάθουμε εμείς πώς είναι το σινεμά. Γιατί πήγαμε στη Γαλλία, γιατί πήγαμε στην Αμερική και τα λοιπά». Και υπήρξε ένα μεγάλο χάσμα που δεν γεφυρώθηκε σχεδόν ποτέ.

– Ο Γιώργος Λάνθιμος σας αρέσει;

Έχω δει δύο ταινίες του Λάνθιμου, έχει πολύ ενδιαφέρον. Ο άνθρωπος φαίνεται ότι έχει πολύ δική του ματιά, έχει κόσμο δικό του. Για έναν άνθρωπο που φέρνει κόσμο, αν μη τι άλλο, δε λες απλώς μ’ αρέσει ή δεν μ’ αρέσει. Τον αδικείς. Πρέπει να ασχοληθείς μαζί του και να ανακαλύψεις τον κόσμο του. Όπως συμβαίνει και με τα έργα τέχνης που δεν έχουν αυτή τη λαϊκότητα ώστε να τα καταλαβαίνει όλος ο κόσμος, θέλει θητεία. Δηλαδή κι εσύ σαν θεατής πρέπει να θητεύσεις για να μπορέσεις να το παρακολουθήσεις. Όπως και με τα βιβλία. Δεν γίνεται χθες να διάβαζες Άρλεκιν και σήμερα να θέλεις να διαβάσεις Καστοριάδη. Θέλει θητεία, σαν αναγνώστης να δουλέψεις, να διαβάσεις και σιγά σιγά να φτάσεις στο σημείο να καταλαβαίνεις.

– Σχετικά με τον ελληνικό κινηματογράφο γιατί πιστεύετε ότι αποφάσισαν να τον αλλάξουν, ενώ έχει μέσα μουσική Χατζιδάκι, Ξαρχάκου, σπουδαίους ηθοποιούς. Γιατί έγινε αυτή η στροφή;

Το νέο πάντα, όπως και ο νέος άνθρωπος, έχει έναν δυναμισμό που κάποιες φορές είναι ανεξέλεγκτος, δεν μπορείς να τον μαζέψεις. Το νέο πράγμα είναι σκληρό γιατί έρχεται να εκτοπίσει, να καταλάβει τη θέση. Πήγαν πιτσιρίκια στο καμαρίνι μιας φίλης μου πρωταγωνίστριας και της είπαν πολύ ωραία παράσταση, αλλά πολύ κανονική. Θεωρούν πια ότι το κανονικό πρέπει να είναι δυσνόητο. Πρέπει το νέο να έχει μια λαχτάρα, μια ενσυναίσθηση, μια βαθιά γνώση και του παλιού, να το τιμά, να το σέβεται, να το αγαπά. Γιατί από αυτούς μάθαμε και μετά πάμε να κάνουμε τα άλλα, τα δικά μας. Δεν σου είπα να συνεχίσεις να κάνεις αυτά που έκανε ο Σακελλάριος. Ασφαλώς, άλλα μυαλά, άλλες προσλαμβάνουσες, άλλη μόρφωση, άλλο επίπεδο, άλλα τα αιτήματα της κοινωνίας. Όμως μη λες «παιδιά ξεχάστε ό,τι ξέρετε, τώρα θα σας πω εγώ».

Σπύρος Παπαδόπουλος

– Αυτό όμως δεν πάει να γίνει τώρα και στο θέατρο; Βλέπουμε πολλούς νέους με διασκευές κλασικών κειμένων. Κάποιοι μάλιστα το κάνουν με αφοριστικό τρόπο.

Ναι, δεν υπάρχει πραγματικό νοιάξιμο και βαθιά γνώση. Εδώ μπαίνει το εγώ στη μέση: Περιμένετε να σας δείξω εγώ έναν Οιδίποδα που δεν έχετε ξαναδεί. Ξεκινάς να κάνεις έναν Οιδίποδα που δεν τον έχουμε ξαναδεί ή ξεκινάς να κάνεις έναν Οιδίποδα γιατί πραγματικά μπήκες μέσα στο κείμενο, τρελάθηκες και είπες «μήπως να το κάναμε έτσι;». Μου είχε πει ο σκηνοθέτης Βασίλης Παπαβασιλείου ότι τις τελευταίες δεκαετίες «ζούμε τη δικτατορία των σκηνοθετών». Τους αρέσει, δηλαδή, να λένε η παράσταση του τάδε. Ο Κουν ήταν ένας τεράστιος σκηνοθέτης -με το τίποτα έκανε θαυματουργά πράγματα- αλλά ο σεβασμός στο κείμενο ήταν απαρέγκλιτος. Δεν πήγε να κάνει τρελά πράγματα. Πήγε να κάνει τους Όρνιθες και είπε «θέλω να κάνω λαϊκό πανηγύρι». Πώς κάνουν στα πανηγύρια οι άνθρωποι; Πάταγε στη γη, από τη γη το πήρε αυτό το πράγμα, από τους ανθρώπους, τους Έλληνες, τη γη. Τι έκαναν στα πανηγύρια; Και είπε να το κάνουμε. Είχε λόγο που το έκανε. Δεν είπε «κάτσε ρε συ, το έχει κάνει ο ένας, το έχει κάνει ο άλλος. Κάτσε να βάλω τον Οιδίποδα να φοράει ψηλοτάκουνα». Ούτε γιατί είχε τη φιλοδοξία να πούνε «Καλά τον Οιδίποδα του τάδε δεν τον είδατε;». Και ο τάδε να είναι ο σκηνοθέτης και να μην είναι ο συγγραφέας.

– Κάνουν παρέμβαση και στο κείμενο.

Πολλές παρέμβασεις και πολλές φορές άθλιες, εγκληματικές. Ωστόσο, κάθε πράγμα για να γίνεται σημαίνει ότι αυτό πρέπει να γίνει σε αυτή την εποχή. Είμαστε πάντα παιδιά της εποχής μας. Η εποχή είναι ανερμάτιστη, είναι περίεργη. Δεν ξέρει ο καθένας τι να κάνει με τα social media. Προσπαθεί να βρει τον εαυτό του. Γράφει μια ανοησία και λέει «τώρα πήρα likes, κάποιος είμαι», ενώ είναι αυτός που ήταν και πριν. Δεν άλλαξε τίποτα. Αυτός νομίζει ότι κάτι έχει αλλάξει. H κοινωνία μας είναι ανερμάτιστη και παράγει συνέχεια πράγματα περίεργα, παράξενα, για εντυπωσιασμό, για εύκολο κέρδος, για ό,τι θέλεις.

Και η αλήθεια είναι ότι όλοι έχουν άποψη και την εκφράζουν στα social. Εσείς έχετε social media;

Δεν έχω. Δεν μου αρέσουν καθόλου. Γενικά με την τεχνολογία είμαι παραδοσιακός, δεν την θέλω γιατί βλέπω τι ζημιά έχει κάνει. Της οφείλουμε βέβαια και πολλά πράγματα, αλλά αυτό το προσωπικό δεν το θέλω. Ξέρω τριάντα χρόνια φίλες που τσακώθηκαν και δεν μιλάνε γιατί ανέβασε η μία τη φωτογραφία του γιου της και η άλλη δεν της έκανε like. Ο κόσμος τρελαίνεται.

– Έχουμε απομυθοποιήσει και τους καλλιτέχνες γι’ αυτό το λόγο. Παλιά, θυμάμαι, λαχταρούσαμε να συναντήσουμε κάποιον γιατί δεν είχαμε τρόπο να τον δούμε. Τότε στέλναμε γράμματα και τώρα τους έχουμε συνεχώς μπροστά μας με τα social, έχουν ανοίξει οι ίδιοι την πόρτα του σπιτιού τους. Εσείς το βλέπετε αυτό; Στα καμαρίνια έρχεται ο κόσμος όπως παλιά;

Έρχονται στα καμαρίνια πιο πολλοί, γιατί είναι πια η καινούργια μόδα να βγάλουν φωτογραφία με το κινητό και να την ανεβάσουν. Και δεν μπορώ να τους χαλάσω το χατίρι βέβαια. Η παράνοια. Λέγαμε τόσα χρόνια για τα προσωπικά δεδομένα και μόνοι μας τα καταργούμε.

Για τα γράμματα που ανέφερες και για να δεις πόσο πιο ποιητικά ήταν τα πράγματα πριν, θα σου πω μια ιστορία. Έχω ένα γράμμα του Μανώλη Ρασούλη απ’ όταν είχε πάει στην Αυστραλία. Εγώ εκείνη την περίοδο είχα ένα μικρό ατύχημα με τη μηχανή, όμως επειδή έστελναν πολλά γράμματα στην εκπομπή, κάποια χάνονταν ή ξεχνούσαν να μου το πουν. Τέσσερις-πέντε μήνες αφότου πέθανε ο Μανώλης, μου φέρνει μία κοπέλα ένα γράμμα. Και είναι από εκείνον που μου γράφει «φίλε Σπύρο γεια, είμαι στην Αυστραλία. Έμαθα για το ατύχημα με τη μηχανή…». Θέλω να πω ότι όλο αυτό έχει μια ανθρωπιά. Δεν μου έστειλε ένα ανθρωπάκι με μια μουτσούνα. Αυτό που θέλω να πω είναι πόσο αληθινό είναι το γράμμα. Το έχω ακόμα, θέλω να το κρατήσω για πάντα. Όταν πεθάνω ας το πάρουν, ας το κάνουν ό,τι θέλουν.

– Νομίζω έχει χαθεί ο ρομαντισμός που υπήρχε παλιά αλλά δεν το καταλαβαίναμε. Και τώρα που μεγαλώνουμε, νιώθουμε αυτή τη νοσταλγία.

Είναι επειδή μας λείπει πια. Όταν σου λείπει κάτι, τότε καταλαβαίνεις την αξία του.

– Νομίζω ότι και οι δυο ανήκουμε στις γενιές των δύο αιώνων, έχουμε ζήσει και το να παίζεις έξω στον χωματόδρομο και το να ζεις μέσα στον κόσμο της τεχνολογίας.

Γι’ αυτό και τα νέα παιδιά δεν μας καταλαβαίνουν. Σε αυτή τη γενιά, τα παιδιά από τριών χρόνων είναι με το χέρι κολλημένο στο κινητό. Δεν φταίνε όμως αυτά. Πάντως, για να δεις πόσο λείπουν τα γράμματα: Έκανα για χρόνια μια ραδιοφωνική εκπομπή στο ΣΚΑΙ, κάθε μέρα ζωντανά. Μία μέρα, ξέχασα να φέρω τα κείμενά μου και πάνω στην απελπισία μου μπαίνω σε μια βιβλιοθήκη του σταθμού και βρίσκω παλιές ερωτικές επιστολές. Τις διαβάζω στον αέρα και «σπάει» το τηλεφωνικό κέντρο. Δεν το περίμενα ούτε εγώ, από απελπισία το έκανα. Μία αγαπημένη συνάδελφος, αρκετά μικρότερη από μένα, μου λέει «τότε που είχες την εκπομπή σου στο ραδιόφωνο, εγώ ήμουν έντεκα χρονών και έλεγες διάφορα για τις σχέσεις. Σε πήρα τηλέφωνο και σου είπα: γεια σας κύριε Σπύρο, πάω πέμπτη δημοτικού, μου αρέσει ο τάδε και δεν ξέρω τι να κάνω. Δώστε μου συμβουλή».

Σπύρος Παπαδόπουλος

– Απίστευτο.

Ναι, πραγματικά.

– Δίνετε συμβουλές; Ερωτικές, για σχέσεις.

Χωρίς να το θέλω, είμαι εξομολόγος πολύ κόσμου. Έρχονται σε μένα και μου λένε. Μάλλον το κατέχω, έρχονται και άντρες και γυναίκες. Γίνεσαι πιο πλούσιος άμα ακούς ιστορίες των ανθρώπων.

– Νιώθω ότι πρέπει να είστε πολύ καλός φίλος για τους άλλους.

Ναι, αυτό μπορώ να το παινευτώ.

– Με γυναίκες και άντρες;

Με άντρες. Έχω και γυναίκες φίλες, αλλά εντάξει, υπάρχει αυτό το touch με τους άντρες, έχεις κοινή γλώσσα και το μυαλό έχει κοινές συχνότητες.

– Πιστεύετε στη φιλία γυναίκας με άντρα;

Ναι, βέβαια. Εμένα μ’ αρέσει πολύ ο κόσμος των γυναικών. Και αινιγματικός πολύ είναι, και δυσανάγνωστος είναι, και να καταλάβεις πολλά πράγματα δεν μπορείς. Ίσως πουν ότι αυτό είναι σεξιστικό, αλλά δεν με ενδιαφέρει κιόλας: μου αρέσει ο τρόπος που οι γυναίκες προσέχουν τον εαυτό τους, που «τιτιβίζουν» όταν είναι μεταξύ τους, που μιλάνε για την ομορφιά, για τέτοια. Αυτά τα αμιγώς κοριτσίστικα. Άλλους τους εκνευρίζουν, εγώ τα βρίσκω πολύ χαριτωμένα.

– Σήμερα, πιστεύετε έχει χαθεί αυτή η μαγεία που υπήρχε παλαιότερα στο φλερτ; Πώς βλέπετε τον τρόπο που φλερτάρουν σήμερα οι νέοι;

Έχει χάσει τη γοητεία του το παιχνίδι. Δηλαδή να γοητεύσεις, να κατακτήσεις ένα κορίτσι, όχι να κάνεις κάτι. Για να σε κοιτάξει, να σου γελάσει, να πει σε μια φίλη της ότι «μ’ αρέσει αυτός αλλά πώς να του το πω;». Να πηγαίνει η καρδιά να σπάσει. Και τα νέα παιδιά, επειδή είναι και αλλιώς τα πράγματα τώρα πια, έχουν χάσει αυτή την αθωότητα και είναι κρίμα γιατί δεν ξέρουν τι χάνουν. Δηλαδή να έχει φτάσει ένα κορίτσι κι ένα αγόρι είκοσι χρονών και να τα έχει κάνει όλα, μα όλα; Να τα έχει ζήσει όλα αλλά χωρίς αίσθημα, χωρίς δυσκολία.

Εμείς γράφαμε τα τηλέφωνα σε μια χαρτοπετσέτα ή στο πακέτο με τα τσιγάρα και αγχωνόμασταν και μην το χάσουμε και δεν τον ξαναδούμε και τώρα ανταλλάσσουν Instagram.

Είναι εκ του ασφαλούς τώρα, αλλά είναι απάνθρωπο επειδή είναι απρόσωπο.

– Γι’ αυτό και χάνεται η γοητεία της κατάκτησης. Και ήταν ωραίο αυτό το παιχνίδι και για τους δύο.

Αν το πούμε αυτό στα πιτσιρίκια , θα μας κλείσουν ισόβια. Άλλα έτσι κάνουν τώρα οι νέες γενιές. Απ’ ό,τι μου λένε δηλαδή, γιατί εγώ δεν πάω πια στα μπαρ.

– Ο γιος σας πόσων χρόνων είναι;

Τριάντα δύο.

– Βλέπετε διαφορές μεταξύ σας στην επικοινωνία, αυτό το χάσμα ανάμεσα στις γενιές;

Δεν του αρέσει να μιλάω για εκείνον αλλά είναι σαν να έχει γεννηθεί το ’60. Ένα πολύ μοντέρνο πλάσμα που δεν ξέρω πώς, πού και πότε το έκανε, αλλά ξέρει όλα τα τραγούδια του Σαββόπουλου, των Beatles, των Metallica, όλα. Ακούει και όλα τα σημερινά. Πολύ, πολύ ωραίος τύπος. Τίποτα από αυτά που λέμε για τα social. Το ξέρει γιατί είναι του Πολυτεχνείου και είναι η δουλειά του αυτή, αλλά δεν το χρησιμοποιεί.

– Δεν ακολούθησε τα καλλιτεχνικά σας χνάρια.

Δουλέψαμε κι εμείς πολύ γι’ αυτό. Και εγώ και η Αθηνά, η μητέρα του.

– Ανακουφιστήκατε που δεν ακολούθησε τα χνάρια σας;

Ήμασταν σίγουροι ότι δεν θα το κάνει, γιατί από μικρός είχε κλίση στα μαθηματικά. Σωθήκαμε!

– Από πού πήρε την κλίση στα μαθηματικά;

Εγώ δεν ήμουν με τα μαθηματικά. Ήμουν πολύ δυνατός στα φιλολογικά. Στα μαθηματικά έπαιρνα τα δεκαεξάρια μου, αλλά με πολλή δουλειά. Ο παππούς του ήταν σπουδαίος και επειδή τον αγαπούσε από μικρός, έκαναν μαζί. Και η μαμά του ήταν καλή στα μαθηματικά.

Σπύρος Παπαδόπουλος

– Πάντως, αυτό που είπατε ότι πήρατε το 16 με πολύ κόπο. Βλέπεις σήμερα με πόση ευκολία βάζουν τους βαθμούς. Το δικό μας το 16 είναι σήμερα… 26!

Δεν είναι τυχερά τα παιδιά μας. Είμαστε πολύ τυχεροί με αυτά που ζήσαμε, που τότε, όπως λες, δεν τα εκτιμούσαμε. Είναι σαν τον έρωτα. Όταν σου φεύγει κάτι, τότε το βλέπεις και το εκτιμάς.

– Νομίζω ότι κάπου είναι και στο χέρι μας, δηλαδή η δικιά μας η κουλτούρα ίσως φταίει για την κουλτούρα των παιδιών μας.

Φυσικά και φταίει. Διάβασα ένα καταπληκτικό βιβλίο που λέγεται «Το σύνδρομο του Τηλέμαχου» και λίγο πολύ αναφέρεται σε αυτό που λέμε τώρα, για τα παιδιά και τους γονείς και τον πατέρα που έχει φύγει πια από το κάδρο. Ο πατέρας όπως τον είχαμε και όχι ο πατέρας-δεσπότης, ο «μπαίνω μέσα και προσοχή όλοι». Ο συγγραφέας λέει ότι πια μας κυβερνάει η δυτική κοινωνία. Ο λόγος του καπιταλιστή, που σου λέει «παίρνε»: παίρνε αυτοκίνητα, παίρνε μοτοσυκλέτες, παίρνε, παίρνε. Βγάζε λεφτά. Κι έχουν πάψει να έχουν επιθυμίες. Αν δεν έχεις επιθυμία ώστε να πεις ότι θα δουλέψω δύο χρόνια για να πάρω μια μοτοσυκλέτα, όλα τα πράγματα χάνουν την αξία τους και τη χαρά της απόκτησης.

– Δάσκαλος σε δραματική σχολή θα μπορούσατε να είσαστε;

Αγαπάω τα παιδιά πολύ. Και μου λένε χρόνια να πάω σε δραματικές σχολές, αλλά δεν βγαίνουν τα ωράρια. Μια φορά που το έχω κάνει, πήγαν τα παιδιά και είπαν ή αυτός ή φεύγουμε όλοι από τη σχολή. Για μία ώρα πήγα, έτσι για να κάνω το χατίρι σε ένα φίλο. Μακάρι να μπορούσα, αλλά θέλει πολλή προσοχή. Παίζουμε με τα όνειρά τους, θέλει πολλή σκέψη, πολλή προσοχή, πολύ νοιάξιμο.

– Αν βλέπατε σε κάποιο παιδί ότι δεν το ‘χει, θα του λέγατε;

Το έχω πει και έχω βέβαια απογοητεύσει κόσμο. Είναι πάρα πολλά παιδιά που δεν έχουν την πλήρη εικόνα. Βλέπουν στην τηλεόραση όμορφα αγόρια και κορίτσια και λένε «γιατί να μην πάω να γίνω ηθοποιός;». Αλλά θέλει διάβασμα. Ο γιος μου, που είναι στο Πολυτεχνείο, με λυπάται και μου λέει «μπαμπά, διαβάζεις πιο πολύ από εμένα». Θέλει πάρα πολύ διάβασμα. Δέκα ώρες την ημέρα. Και μετά τους λέω «αγαπάς το θέατρο ή φαντάζεσαι ότι σε δέκα χρόνια θα έχεις μια αυτοκινητάρα και πέντε γκόμενους και γκόμενες να σε κυνηγάνε;» Γιατί αυτό δεν θα συμβεί. Για να καταλάβεις αν αγαπάς το θέατρο, θα σου πω τη συνθήκη: είσαι 35 χρονών, παίζεις σε ένα μικρό θεατράκι, τρίτο ρόλο και παίρνεις 750 ευρώ, 800 ευρώ, 900 ευρώ τον μήνα. Συμβιβάζεσαι με αυτή την εικόνα; Αν συμβιβάζεσαι, σημαίνει ότι θέλεις να είσαι πάνω στη σκηνή. Σου αρέσει να είσαι πάνω στη σκηνή και να ασχολείσαι με την υποκριτική. Εάν το μυαλουδάκι σου είναι στο «εγώ να δεις τι θα είμαι σε δέκα χρόνια», άστο.

– Έχουμε καλούς νέους ηθοποιούς;

Βέβαια, έχουμε πολύ καλούς ηθοποιούς.

– Σκηνοθέτες;

Και σκηνοθέτες. Τα τέσσερα, πέντε τελευταία χρόνια έχουν βγει αξιόλογοι άνθρωποι. Και τα τωρινά παιδιά, πέραν του ότι κάποια είναι πάρα πολύ ταλαντούχα, είναι πολύ πιο ολοκληρωμένοι καλλιτέχνες από τις παλιές γενιές και από εμάς. Έχουν κάνει τραγούδι, έχουν κάνει πράγματα που εμείς δεν τα κάναμε. Βάλε εμένα να χορέψω, άστο. Κάναμε μια επιθεώρηση κάποτε και είχαν κάτι χορευτικά. Στις πρόβες, λοιπόν, έλεγε η Μίρκα Παπακωνσταντίνου «παιδιά ελάτε να δείτε, θα χορέψει ο Σπύρος» και γελάγαμε.

– Με το τραγούδι το έχετε όμως.

Ε, εντάξει, κάπως, ναι. Λοιπόν, είναι πολύ μορφωμένα παιδιά και καλλιεργημένα κι έχουν και προσόντα πολλά που εμείς δεν τα είχαμε τότε.

– Πάντως, μου έχουν πει ηθοποιοί που έχω πάρει συνέντευξη, ότι προτιμούν να τους σκηνοθετεί ένας ηθοποιός από έναν αμιγώς σκηνοθέτη. Εσείς συμφωνείτε με αυτό;

Συμφωνώ απολύτως. Γιατί τους βοηθά πιο πολύ, τους ξεκλειδώνει. Καταλαβαίνει το πρόβλημά του, τον πονάει γιατί έχει υποφέρει κι αυτός για να γίνει ηθοποιός. Όταν λέω υποφέρεις, υποφέρεις. Δηλαδή χτυπάς και το κεφάλι σου στον τοίχο από τα νεύρα σου. Θέλει δουλειά, σκάψιμο και κάποια στιγμή βγαίνει. Και νομίζω ότι πετάς πέντε πόντους πάνω από τη γη όταν τα καταφέρνεις. Δεν πληρώνεται με τίποτα αυτή η απόλαυση του να νιώσεις ότι κάτι γίνεται, κάτι που δεν μπορούσες αλλά το κατάφερες με δουλειά. Θέλει ταλέντο αλλά και πολλή δουλειά.

– Νομίζω ότι τώρα οι επιλογές είναι περισσότερες από παλιά. Για παράδειγμα, τώρα έχουμε 1.000 σκηνές ενώ παλιά ήταν 100, έπρεπε να δουλέψεις περισσότερο για να πετύχεις. Τώρα λες ότι αν δεν με πάρει ο θίασος του Παπαδόπουλου, θα πάω σε άλλον ή θα κάνω τον δικό μου, θα ανεβάσω τη δική μου παράσταση σε ένα γκαράζ.

Ναι, και αυτό είναι ένα προβληματάκι. Τα νέα παιδιά είναι διαφορετικά τώρα. Εμείς οι γονείς φταίμε πώς τα μεγαλώσαμε. Παλιά ο πατέρας έλεγε «δεν σου αρέσουν τα γράμματα; Πήγαινε να δουλέψεις». Τώρα είναι «το παιδί, το παιδί. Μην έρθω σε σύγκρουση με το παιδί, να μη σπάσω αυγά». Κάποτε φώναζε τον πατέρα σου ο καθηγητής κι έτρεμες τι θα του πει, τώρα πάει ο πατέρας και τρέμει ο καθηγητής.