Συναντηθήκαμε με τον Σωτήρη Χατζάκη στη Φωκίωνος Νέγρη, στο καφέ που συχνάζει ο ίδιος και που συνήθιζε να πηγαίνει με τον αγαπημένο του φίλο, Ιάσονα Τριανταφυλλίδη, ο οποίος έτρωγε πάντα μια πάστα σεράνο.
Πάστα δεν παραγγείλαμε στη διάρκεια της συνέντευξής μας, αλλά ειλικρινά, είχα απέναντί μου έναν γλυκό κι ευγενικό άνθρωπο, σε μία από αυτές τις απρόσμενες εκπλήξεις, όταν γνωρίζεις από κοντά έναν καλλιτέχνη του διαμετρήματος του Σωτήρη Χατζάκη και δεν έχει καμία σχέση με αυτό που ενδεχομένως έχεις στο μυαλό σου: του σοβαρού, του απρόσιτου, που πρέπει να προσέχεις τι θα ρωτήσεις. Αφορμή για τη συνάντησή μας ήταν η παράσταση «Φλαντρώ» που ανεβαίνει με μεγάλη επιτυχία στο θέατρο Αλάμπρα -μέχρι την Κυριακή των Βαΐων- με τη Μαρία Τζομπανάκη, να επιστρέφει στη σκηνή μετά από 20 χρόνια.
Η κουβέντα μας, ωστόσο, δεν περιορίστηκε αποκλειστικά στην παράσταση. Ξεκίνησε με τη γνωριμία του με τον Μάνο Λοΐζο και κατόπιν μιλήσαμε για όλα: για πολιτική, για το αριστερό παρελθόν του Σωτήρη Χατζάκη, για τα δύσκολα παιδικά χρόνια, για τον αποκλεισμό του από τα κρατικά θέατρα και το Φεστιβάλ Αθηνών κι Επιδαύρου, που παραλίγο αυτή η επαγγελματική εξόντωση να τον οδηγούσε στη φυσική του εξόντωση. Μιλήσαμε για το θέατρο σήμερα, για το αν πρέπει να δηλώνεις αριστερός για να θεωρείσαι «καλός καλλιτέχνης» και για πολλά άλλα, σε μια κουβέντα που κράτησε 1,5 ώρα. «Κράτα ο, τι θες» μου είπε ο Σωτήρης Χατζάκης μόλις πάτησα το stop, και κρατάω αυτό: την ευγένεια και την εμπιστοσύνη που μου έδειξε.
Πώς ξεκινήσατε;
Ξεκίνησα ταυτόχρονα με τη σχολή, πήγαινα στο αντικειμενοθέατρο της Ευγενίας Φακίνου και του Χρήστου Δανιηλίδη κι εκεί παίζαμε με τον Αντώνη τον Αντωνίου, τη Ρένα την Καζάκου, τον Παύλο τον Σιδηρόπουλο, τον Γιάννη τον Μαρκόπουλο που τους έγραφε τη μουσική, τη Φακίνου, τον Φακίνο που ήταν τότε στα Νέα, πάντα στα Νέα ήταν. Την ίδια εποχή πήγα στο εξωτερικό ως μουσικός, όπου έπαιξα πολύ στην Ελβετία και στη Γαλλία. Είχα, δηλαδή, την εμπειρία της μουσικής. Αυτοδίδακτος βεβαίως. Έπαιζα κρουστά, πλαγίαυλο και κιθάρα. Και συνεχίζω να παίζω μέχρι σήμερα. Έτσι, ο πρώτος μου κύκλος δεν ήταν θεατρικός, ήταν μουσικός.
Αυτούς πώς τους γνωρίσατε;
Λόγω έρωτα… γνώρισα τη Μάρω, την πρώην σύζυγο του Μάνου Λοΐζου. Γνωριστήκαμε, ερωτευτήκαμε. Είχε χωρίσει με τον Μάνο, με τον οποίο είχε άριστη σχέση κι έτσι γνωριστήκαμε. Μετά πήγα στο θέατρο της Καισαριανής, ένα αυτοδιαχειριζόμενο θέατρο, χωρίς εργοδότη, μόνοι μας. Στην πρώτη παράσταση, να σκεφτείς, είχαμε βάλει έναν δίσκο και είχαμε γράψει πάνω «μπαίνετε δωρεάν, αν σας άρεσε, πληρώνετε στην έξοδο». Τόσο καλοί επιχειρηματίες. Εκείνη την εποχή, λοιπόν, ήμουν μεταξύ μουσικής και θεάτρου. Παίζαμε τότε στα φεστιβάλ των πολιτικών Νεολαιών.

Εσείς ήσασταν αριστερός;
Η οικογένειά μου ήταν αριστερή, ο πατέρας μου ήταν στη Μακρόνησο και τον Άη Στράτη, με τον Ρίτσο, τον Κατράκη, τον Τζαβαλά Καρούσο κι έκαναν και το θέατρο της Μακρονήσου – έπαιξαν «Πέρσες», όπου το φάντασμα το έκανε ο Καρούσος και τον Αγγελιαφόρο τον έκανε ο Κατράκης. Έτσι, μπορούμε να πούμε έζησα τη λογοτεχνία και την «υπεροχή» -σε εισαγωγικά γιατί δεν υπήρξε ποτέ πραγματικά- της Αριστεράς στον πολιτισμό. Και λέω δεν υπήρξε, γιατί λίγο αργότερα ήρθε μία γενιά, η οποία αποτελούνταν από τον Κουν, τον Μινωτή, τον Χατζιδάκι, τον Μόραλη, τον Ελύτη και τον Σεφέρη. Και πάντα αυτό ήταν το κόμπλεξ της Δεξιάς: να βάζουμε αριστερούς στις θέσεις καλλιτεχνών, γιατί είναι καλύτεροι από εμάς. Και δεν το καταλάβαινα. Είναι μία από τις παρενέργειες του αδελφοκτόνου, παράλογου Εμφυλίου.
Στην Ελλάδα πρέπει να δηλώνεις αριστερός για να σε θεωρούν καλό ηθοποιό;
Λίγο να έχεις το αριστεριλίκι και λίγο τη διαφορετικότητα. Δηλαδή, ο δικαιωματισμός, το woke κίνημα -ένα τεράστιο κίνημα στην έναρξή του που δεν είχε σχέση με τα σημερινά καρναβάλια- βοηθάει ορισμένα άτομα να δημιουργούν -ας πούμε- κοινότητες, ίδιας σεξουαλικής προτίμησης, ίδιας ιδεολογικής προτίμησης, κάπου αόριστα εναντίον του συστήματος αλλά μέσα, βαθιά, στο σύστημα. Κι έτσι είναι και αυτό ένα εφόδιο. Τότε ήταν πολύ πιο δύσκολο, γιατί πράγματι η Αριστερά είχε μία βροντόφωνη παρουσία τη δεύτερη περίοδο των επικών τραγουδιών της Μεταπολίτευσης – εγώ ήμουνα πάντα με την πλευρά του Μάνου Χατζιδάκι. Ήταν μία εποχή δύσκολη, όμως, εγώ ήμουν το μαύρο πρόβατο, γιατί την ώρα που μου έλεγαν «διάβασε το Κεφάλαιο του Μαρξ, διάβασε Ρόζα Λούξεμπουργκ», που ήταν συγκλονιστικό να τα διαβάζεις, εγώ έψαχνα τον εαυτό μου στον Καζαντζάκη, στον Γκιμπράν και στον Κρισναμούρτι. Ώσπου ήρθε η ρήξη, έγινε ένας συμβολικός «φόνος» των γονέων μου από μέρους μου κι έφυγα από το σπίτι μου. Και από τότε ουσιαστικά έσπασε ο «ομφάλιος λώρος» και ταυτόχρονα έπαψε και αυτή η επιρροή, η πολύ βασανιστική της Αριστεράς, η οποία είχε ένα μαρτυρικό παρελθόν -ειδικά οι τίμιοι αριστεροί, οι πρωτομάρτυρες της Αριστεράς-, αλλά είχε και πολλές αμαρτίες. Δηλαδή κάθεσαι σήμερα και λες: «Ας πούμε ότι είχε επικρατήσει η Αριστερά, τι μοντέλο θα είχαμε εδώ στην Ελλάδα, πού θα είμασταν τώρα, τι ακριβώς θα είχε γίνει;». Εγώ ήμουν από τη μεριά που έφαγε όλο το ξύλο από τη Δεξιά παράταξη, δηλαδή έχω περάσει παιδικά χρόνια μέσα σε τόση βία, όση δεν θέλω να πω σε αυτή τη συνέντευξη. Θέλω μόνο να πω ότι ο πατέρας μου δεν είχε υπογράψει πιστοποιητικό κοινωνικών φρονημάτων και δεν έβρισκε καμία δουλειά. Ήμασταν μέσα στην πείνα, τρώγαμε κρεμμύδι για τα Χριστούγεννα. Ήταν πολύ δύσκολη η ζωή τότε, φύγαμε από την Κρήτη για αυτόν τον λόγο, γιατί δυστυχώς η οικογένειά μου δεν μπορούσε την εποπτεία του κράτους στη μικρή κοινότητα. Τον πατέρα μου τον τσακίζανε. Ήρθε στην Αθήνα και τον τσακίζανε ξανά, κάθε δέκα μέρες ερχόταν η ασφάλεια και τον έπαιρναν. Πολύ ξύλο. Έχουμε υποστεί μεγάλη τρομοκρατία, ώσπου ήρθε η Μεταπολίτευση και ο Καραμανλής. Ένας άλλος Καραμανλής στη δεύτερη περίοδό του. Πιο ώριμος, έκανε παρέα με τον Χορν, τον Μινωτή, τον Κουν. Και μέσα σε άλλα, ο Καραμανλής νομιμοποίησε το ΚΚΕ. Όταν το ΚΚΕ νομιμοποιείται, αυτομάτως απενοχοποιείται και γίνεται μέρος του συστήματος. Κι έτσι έπαψαν οι υπερβολές και σιγά σιγά περάσαμε στον κοινοβουλευτικό βίο και από εκεί ξεκίνησε η περίφημη διαπλεκόμενη και απίθανη ανηθικότητα της Μεταπολίτευσης, με την κατάντια των κομμάτων που βλέπουμε σήμερα.
Είχατε σκεφτεί ποτέ να πολιτευτείτε;
Ποτέ.
Είχατε δεχτεί κάποια πρόταση;
Θέλανε πολύ από το σπίτι να βγω με το ΚΚΕ, να πάω με την ΚΝΕ – δούλευα για την ΚΝΕ αλλά περιφερειακά. Δεν οργανώθηκα ποτέ. Δεν μου άρεσαν πολλά πράγματα, όπως ότι δεν γινόταν ποτέ κριτική στην ώρα της, δηλαδή η κριτική γινόταν στο μεθεόρτιο. Κι επιπλέον η Αριστερά έχει το τεράστιο ταλέντο να διασπά το άτομο, τότε υπήρχαν το ΚΚΕ-ΜΛ, το ΜΛ-ΚΚΕ, οι Μαοϊκοί, κτλ. Κάτι που το βλέπεις και τώρα, όπου τα κόμματα δεν μπορούν να βρουν πέντε κοινά σημεία να πούνε «παιδιά, ο κόσμος εδώ υποφέρει, η κοινωνία υποφέρει». Αλήθεια, δεν πονάτε καθόλου τον κόσμο; Δεν πονάτε τον κόσμο που πάει σούπερ μάρκετ και τρελαίνεται που δεν του φτάνει ο μισθός για δεκαπέντε – είκοσι ημέρες; Που πληρώνει τόσα καύσιμα, «τρώει» τόσο ψέμα; Γίνεται αυτό στη Μάνδρα, μετά στο Μάτι, στα Τέμπη. Δεν πονάτε κανέναν πια; Δεν μπορείτε να βρείτε μία πλατφόρμα να συμφωνήσετε σε αυτό το καταραμένο πράγμα της διάσπασης; Θυμάμαι τη φίλη μου, την Αρβελέρ, γιατί ήμασταν φίλοι και συνεργάτες για μεγάλο διάστημα, που έλεγε ότι ο Πελοποννησιακός Πόλεμος δεν έχει τελειώσει ποτέ στην Ελλάδα. Ε, συνεχίζεται και θα συνεχίζεται.
Ο Κυριάκος Μητσοτάκης σας αρέσει;
Όχι, ούτε η αισθητική του, ούτε η πολιτική του επιλογή. Και πιστεύω ότι έχει «σκοτώσει» τη Νέα Δημοκρατία ως παλιό κόμμα ήπιου καπιταλισμού και την έχει αντικαταστήσει από ένα νεοφιλελεύθερο, ακραίο κόμμα. Είναι κρίμα, όμως, γιατί η Νέα Δημοκρατία έχει δοκιμαστεί κυβερνητικά, μας έχει κυβερνήσει με έναν ήπιο καπιταλισμό, τον οποίο εγώ μπορώ να αποδεχτώ ως σύστημα: έναν ήπιο καπιταλισμό με πρόνοιες κοινωνικού κράτους, υγεία, παιδεία, πολιτισμό.

Εσάς έχουμε πολλά χρόνια να σας δούμε στην Επίδαυρο με το Φεστιβάλ. Από το ’15 αν δεν κάνω λάθος.
Είμαι κομμένος από παντού. Δεν ζήτησα ποτέ χρήματα, ούτε επιχορήγηση, ούτε να γυρίζω με το «Όλη η Ελλάδα ένας πολιτισμός». Δεν ζήτησα ποτέ τίποτα. Απλά, σαν Έλληνας πολίτης και σαν καλλιτέχνης που κλείνω 47 χρόνια τώρα, διεκδίκησα το δικαίωμα να είμαι στο Φεστιβάλ. Ήδη είχα πάει τέσσερις φορές στην Επίδαυρο μόνος μου και τέσσερις φορές με τα Κρατικά Θέατρα. Οχτώ. Δεν είναι κάτι το οποίο διψάω για αυτό, αλλά το δικαιούμαι. Και όμως είμαι κομμένος. Και λόγω αυτού έχω περάσει εποχές, όπου η φυσική μου εξόντωση ήταν κοντά, λόγω της επαγγελματικής μου εξόντωσης. Ό,τι έχω κάνει από το ’15 και μετά, -τι θαυμάσια συνεργασία ΣΥΡΙΖΑ – Νέας Δημοκρατίας στον αποκλεισμό μου είναι αυτή;- το έχω κάνει σε ιδιωτικά θέατρα για έντεκα χρόνια. Αυτό. Ακόμα θυμάμαι την ανάκριση -τύπου «Οι ζωές των άλλων», περίφημο γερμανικό έργο- από τον υπουργό πολιτισμού του ΣΥΡΙΖΑ, η οποία τελείωσε με τη φράση «θέλω να τον δω άνεργο στον δρόμο». Το ίδιο επαναλήφθηκε και με το σημερινό υπουργείο Πολιτισμού… Θυμίζω έναν ήρωα του Γούντι Άλεν, στο έργο «Μπανάνες» που έλεγε ο περίφημος κωμικός: «Είμαι σε απόγνωση, οι Αμερικανοί με θεωρούν κομμουνιστή και οι κομμουνιστές αμερικανόδουλο». Ακούστε, λοιπόν, εκεί στο Πολιτισμού διαχρονικά και με εσάς σήμερα και με τους προηγούμενους, θα στέκω δίπλα στον μοναχικό άνθρωπο τον συμπολίτη μου, τον συνάνθρωπό μου που αγωνίζεται ενάντια σε ένα απάνθρωπο σύστημα. Δεν είμαι γρανάζι του συστήματος και δεν θα γίνω ποτέ.
Το θέατρο, σήμερα, σε τι φάση βρίσκεται; Είναι πλέον θέατρο αφύπνισης ή ο κόσμος δεν έρχεται με αυτόν τον σκοπό, αλλά έρχεται για ψυχαγωγία; Γιατί η αλήθεια είναι ότι πηγαίνει ο κόσμος στο θέατρο πλέον.
Πάρα πολύ και μπράβο του. Κοίτα, όπως υπάρχουν ταλαντούχοι και μη ταλαντούχοι ηθοποιοί, έτσι είναι και το κοινό. Υπάρχει ένα ταλαντούχο κοινό, ένα μη ταλαντούχο, υπάρχει κοινό το οποίο είναι ανυποψίαστο, υπάρχει κοινό που θέλει να πάει να γελάσει μόνο, υπάρχει κοινό που θέλει να προβληματιστεί. Γι’ αυτό και υπάρχουν και διάφορες κατηγορίες θεάτρου. Αυτή στιγμή έχουμε πολύ ωραίους ηθοποιούς, νέους. Εγώ θα έλεγα ότι δεν έχουν να ζηλέψουν τίποτα. Έχουμε ωραίους σκηνοθέτες, ωραία παιδιά που σκηνογραφούν. Έχουμε ωραίους μουσικούς. Έχουμε δηλαδή μία γενιά που μπορεί να κάνει «παπάδες». Δεν έχουμε παραγωγή. Οι παραγωγοί έχουν μείνει δυστυχώς στο επίπεδο μετράμε κεφάλια. Δηλαδή καταντήσαμε να πηγαίνουν στην Επίδαυρο τα σίριαλ. Αυτή την εβδομάδα παίζουν οι «Μέλισσες», την άλλη εβδομάδα παίζει ο «Σασμός». Αυτό είναι κατάντια. Καταλαβαίνω, γιατί το έχω ζήσει σαν διευθυντής. Καταλαβαίνω να πάρεις τον Βαλτινό, λέω έναν φίλο μου τώρα, ή να πάρεις έναν γνωστό ηθοποιό, γιατί θα σου επιστρέψει τα χρήματα. Αλλά είναι άραγε μόνο αυτό; Έτσι, αποθαρρύνεις και τους ηθοποιούς οι οποίοι δεν είναι στην τηλεόραση. Τους αναγκάζεις να κάνουν τηλεόραση πια. Κι εγώ μπήκα στην τηλεόραση και για λόγους βιοπορισμού -όπως σου είπα με έχουν κόψει από τα Κρατικά Θέατρα- έκανα το «Κόκκινο ποτάμι» και είμαι περήφανος. Έκανα το «Ναυάγιο», αλλά εκεί που είμαι πολύ περήφανος είναι οι «Μαύροι Πίνακες» που έκανα με την Κατερίνα Φιλιώτου, ένα τρομερό πλάσμα. Οι ηθοποιοί, λοιπόν, τώρα αναγκάζονται να κάνουν τηλεόραση και όχι καλή τηλεόραση πάντα. Δηλαδή όταν σου δίνει το κείμενο το πρωί, δεν έχεις κάνει μία δραματουργική ανάλυση, δεν έχεις κάνει μία πρόβα και παίζεις όπως νομίζεις και ο άλλος όπως νομίζει, χωρίς να έχετε ξανασυναντηθεί ποτέ, είναι αυτό συνθήκη; Είδα τώρα τυχαία στην τηλεόραση, στο Netflix το «Μουσείο της Αθωότητας», του Ορχάν Παμούκ, μια τούρκικη σειρά και είδα πώς τους ετοιμάζανε δραματουργικά, πώς αναλύανε τους ρόλους.
Η αλήθεια είναι ότι η Τουρκία έχει πολύ ωραίες σειρές, ακριβές παραγωγές και πολύ προσεγμένες και καλογυρισμένες.
Έχει και τον Ερντογάν, ο οποίος τι κάνει; Όταν πηγαίνει σε μια περιοδεία, παίρνει μαζί του γνωστούς ηθοποιούς που έχουν κάνει επιτυχία, όπως τον «Εζέλ» για παράδειγμα, προχωρούν μαζί του και παραληρεί ο κόσμος. Εδώ, κάναμε το «Κόκκινο Ποτάμι» και διαμαρτυρήθηκε η γερμανική πρεσβεία δύο φορές, γιατί αναφέραμε ένα ιστορικό δεδομένο, ότι η Γερμανία οργάνωσε τη Γενοκτονία των Ποντίων από τους Τούρκους. Μας έκανε persona non grata η Τουρκία για ένα διάστημα, τον Μανουσάκη και αρκετούς από εμάς -εμένα σίγουρα- και δεν μπορούσαμε να πάμε ούτε στην Τουρκία, πηγαίναμε στην Ξάνθη και κάναμε τα γυρίσματα. Θέλω να πω πως από την εγχώρια παραγωγή δεν έχει εκμεταλλευτεί ποτέ ένας τον Παπαφλέσσα, το Ρούπελ, το ΄21. Και δεν μιλάω για φολκλόρ παραγωγές, όχι αυτά τα τουριστικά του Τζέιμς Πάρις και του Νίκου Φώσκολου, που και αυτοί προσέφεραν. Και μεταξύ άλλων, προσέφεραν πέντε σπίτια σε κάθε ηθοποιό, που τώρα τον βρίζουν. Λοιπόν, είναι ώρα να γίνει μία ταινία για το Μεσολόγγι, για την Έξοδο…
Έκανε ο Γιάννης Σμαραγδής τον Καποδίστρια.
Εμένα δεν μ’ αρέσει καθόλου ο Σμαραγδής. Και μ’ εκνευρίζει, γιατί όταν πεις κάτι αρνητικό για την ταινία, είναι σαν να επιτίθεσαι στον Καποδίστρια. Δηλαδή έχει τα δικαιώματα του Καποδίστρια στην Ελλάδα ο Σμαραγδής, εννοώ τα πολιτικά δικαιώματα; Μόλις πεις κάτι για την ταινία, «α, είσαι εναντίον του Καποδίστρια». Μήπως όμως είναι ο ίδιος; Εννοώ, σκηνοθετικά; Μήπως, ο ίδιος «κακοποίησε» τον Καποδίστρια;
Την είδατε την ταινία;
Την είδα. Δεν μου άρεσε καθόλου. Σου έλεγα λοιπόν για το ελληνικό θέατρο, για να το κλείσουμε. Έχει ένα πρόβλημα το ελληνικό θέατρο: τον πρόχειρο και αυθαίρετο πειραματισμό. Ο πειραματισμός είναι το μέλλον του θεάτρου, το μεδούλι του. Αλλά γίνεται να πειραματίζεσαι πάνω σε κάτι κλασικό, να παίρνεις ένα έργο και να το «ξεσκίζεις», όπως για παράδειγμα αυτό που κάνει η Λένα Κιτσοπούλου; Εγώ είχα βγει δημόσια εναντίον της με επιστολή, όπως είχα βγει κι εναντίον του Γερμανού, του Ούλριχ Ράσε, που σκηνοθέτησε την «Αντιγόνη» και κανείς τότε δεν αντέδρασε όταν ταπείνωσε μια ηθοποιό, την Κίττυ Παϊταζόγλου. Πού είναι η διαμαρτυρία; Αν είχε γίνει σε ένα άλλο θέατρο, θα είχε γίνει χαμός. Είναι, λοιπόν, ένα κύκλωμα, που θεωρούν ότι με τον πειραματισμό τους θα μάθουν τον κόσμο να βλέπει θέατρο. Εγώ έχω βγάλει αρκετούς από αυτούς.
Σας το αναγνωρίζουν;
Όχι, γιατί υπάρχει μεγάλος βαθμός αχαριστίας. Όμως, εγώ το καταλαβαίνω, γιατί η αχαριστία έχει και μία βάση: προσπαθούν να χτίσουν τη δική τους μυθολογία -αλλά δεν βαριέσαι-, σημασία έχει να κάνουν κάτι σωστό αισθητικά. Και ας μην πούνε «ευχαριστώ». Άσ’ το. Κι αισθητική δεν είναι να «ακρωτηριάζεις» ένα έργο, ούτε όταν είσαι στην ορχήστρα της Επιδαύρου και λες «δεν υπάρχει κανείς του “make love with me”», για να το πω έτσι πιο κομψά, γιατί ντρέπομαι να το πω διαφορετικά. Δεν μπορώ να το πιστέψω ότι αυτό ειπώθηκε πραγματικά στο κοίλον, στην Επίδαυρο. Εκεί που είναι η ψυχούλα του Κουν, της Χατζηαργύρη, του Παντελή Ζερβού, του Μινωτή, του Τσαρούχη. Εκεί, που διασκορπίστηκε η στάχτη του Βουτσινά. Δεν μπορώ να το πιστέψω. Δεν μπορώ αυτή την αλητεία, δεν μπορώ αυτό το προβοκατόρικο. Κάνω κάτι για να προκαλέσω. Πρόκληση για την πρόκληση.
Οι περίφημες διασκευές.
Ναι, αλλά δεν έχουν το θάρρος να πούνε «βασισμένο», όπως λέει ο Μιχαήλ Μαρμαρινός, πάντα. Αν το κάνεις αυτό, κάνε ό,τι θέλεις. Αλλά όταν γράφεις «Αντιγόνη», είσαι απατεώνας αισθητικά και εμπορικά, γιατί ο κόσμος πάει στο ταμείο και αγοράζει για να δει την «Αντιγόνη» και δεν βλέπει το «Ἔρως ἀνίκατε μάχαν»; Από πού πήρε το δικαίωμα αυτός να κάνει αυτή την αυθαιρεσία; Ποιος του δίνει τα λεφτά; Ποιος; Μα, το Εθνικό, το Κρατικό Βορείου Ελλάδος και το Φεστιβάλ Αθηνών κι Επιδαύρου.
Τώρα, το Φεστιβάλ Αθηνών Επιδαύρου στη νέα εποχή Μαρμαρινού πώς το βλέπετε;
Κοίταξε, έχει την ικανότητα και τη δυνατότητα ο Μιχαήλ Μαρμαρινός τώρα να κάνει κάτι καλό. Γιατί; Γιατί έχει μείνει πιστός στις εξαγγελίες του και στον τρόπο της αισθητικής του. Εγώ ας πούμε λατρεύω έναν άνθρωπο, τον Θεόδωρο Τερζόπουλο, με τον οποίο διαφωνώ καλλιτεχνικά, αλλά αυτό το ξεχωρίζω από την αξία του ανθρώπου και του καλλιτέχνη. Όταν πήγαινα ως μέλος της Ένωσης Θεάτρου της Ευρώπης έξω και κάναμε συνελεύσεις στην Αγία Πετρούπολη, στη Γαλλία, στην Κίνα, όλοι έλεγαν ο «Τεό» και σηκώνονταν όρθιοι όταν έμπαινε. Δεν μπορείς, λοιπόν, εσύ ένα παιδάκι εδώ τώρα, που δεν έχεις κάνει καμία παράσταση έξω, να πεις σε έναν άνθρωπο που έχει κάνει πάνω από χίλιες παραστάσεις στο εξωτερικό «δεν μ’ αρέσει». Μπορείς να πεις δεν μ’ αρέσει η αισθητική, δεν ταιριάζει με τη δική μου, αλλά, Παναγία μου, δεν μπορείς να πεις «δεν αξίζει». Το ίδιο και με τον Μιχαήλ. Εγώ με τον Μιχαήλ είμαστε μαύρο/άσπρο. Αλλά παρατηρώ ότι μέσα στα χρόνια κράτησε μια αισθητική και την υποστηρίζει. Αυτό εγώ το θαυμάζω, το καμαρώνω και το στηρίζω. Δεν στηρίζω εκείνον τον πονηρό, ο οποίος θα εκμεταλλευτεί συγκυριακά τη στιγμή, θα μπει στο όχημα της επικαιρότητας και θα «ξεσκίσει» έναν Ίψεν, έναν Στρίντμπεργκ και θα κάνει αυτά τα θλιβερά και τα δήθεν πειραματικά.

Να πάμε λίγο και στην παράσταση που ανεβάζετε αυτή την περίοδο, τη Φλαντρώ, η οποία ανέβηκε στη σκηνή για πρώτη φορά πριν από εκατό χρόνια.
Ακριβώς. Το 1925 γράφτηκε και αυτή η φοβερή η Κοτοπούλη το άρπαξε αμέσως για να μην το πάρει η Κυβέλη. Είχαν και αυτή την κόντρα, τότε, το πήρε και το ανέβασε αμέσως. Είχε γίνει χαμός με το έργο, γιατί έλεγαν ότι δεν είναι δυνατόν να είναι αυτό η Ελληνίδα μάνα. Όμως, η Ελληνίδα μάνα ήταν και αυτό, δηλαδή μια γυναίκα, η οποία κάνει μια κόρη με έναν συνετό άντρα και καλό, που πεθαίνει, και μετά πέφτει στα χέρια ενός κακοποιητή, με τον οποίο κάνει ένα δεύτερο παιδί, το οποίο είναι ίδιο αυτός και εκείνη μισεί τη δεύτερη κόρη της, επειδή της θυμίζει την κακοποίηση. Και όταν η κόρη μεγαλώνει, διεκδικούν τον ίδιο άντρα και αυτή αρνείται να κάνει τη διαβατήρια τελετή και να πει δεν είμαι νύφη πια, είμαι μάνα, επιμένοντας να είναι νύφη. Και τότε έρχεται και η τραγωδία. Η τραγωδία του πόθου. Γιατί όλο το έργο είναι πόθος μέχρι το τέλος. Ένα τεράστιο έργο, με το οποίο ο Παντελής Χορν συγκαταλέγεται στους μεγαλύτερους συγγραφείς του 20ού αιώνα, αν και ο ίδιος ήταν πολύ σεμνός και όπως μας λέει ο γιος του, ο Δημήτρης Χορν, προς το τέλος βγήκε και είπε δημόσια «δεν είμαι καλός συγγραφέας, αλλά ό,τι έκανα πάρτε το και φτιάξτε το εσείς καλύτερα». Όμως, ήταν καλός συγγραφέας. Η Φλαντρώ λογοκρίθηκε και όταν ανέβηκε μετά από δεκαετίες στο Εθνικό και μετά στο «Άρμα Θέσπιδος», λογοκρίθηκε ξανά κι έκοβαν την επίμαχη σκηνή του τέλους, όπου η μάνα παρακαλά τον εραστή να της χαρίσει τον έρωτα, έστω και για λίγο. Αυτό κόπηκε γιατί έλεγαν ότι δίνει μια εικόνα της Ελληνίδας μάνας απαράδεκτη. Αυτός ο συντηρητισμός μάς έχει φάει. Ο κόσμος όμως αγάπησε και το αγαπάει και τώρα. Η Φλαντρώ πάει πάρα πολύ καλά, στο θέατρο Αλάμπρα, με τη Μαρία Τζομπανάκη, τον Αγησίλαο Μικελάτο, τη Χριστίνα Μαξούρη, την Ευγενία Ξυγκόρου, την Κρίστυ Παπαδοπούλου. Θέλω να πω για τη Μαξούρη -χωρίς να την ξεχωρίζω από τα υπόλοιπα παιδιά- πως είναι εξαιρετική ηθοποιός και τραγουδίστρια και είναι η έκπληξη της παράστασης.
Με τη Μαρία Τζομπανάκη έχετε ξανασυνεργαστεί;
Όχι, ποτέ. Απλώς είμαστε και οι δύο κουζουλοί, τρελοί Κρητικοί. Έλειπε πολλά χρόνια η Μαρία από το θέατρο, είχε να παίξει είκοσι χρόνια.
Εσείς την επιλέξατε για την παράσταση;
Ναι, ναι. Εγώ βρήκα το έργο. Εδώ στο καφέ που καθόμαστε, ερχόμουν με τον αγαπημένο μου, Ιάσονα Τριανταφυλλίδη, και μια μέρα μου είπε για τη «Φλαντρώ» και τη «Λύκαινα», ένα έργο ιταλικό. Βρήκα τη Φλαντρώ, την έκανα δώρο στη Λυδία Κονιόρδου για να την παίξει το ’12 – ’13 νομίζω, στο Εθνικό. Και μετά, τη σκέφτηκα πρόσφατα και λέω για κάτσε ποια είναι τόσο χοϊκή; Η Τζο, έτσι λέμε τη Μαρία Τζομπανάκη. Και είναι εξαιρετική στον ρόλο.

Έχετε ετοιμάσει κάτι άλλο, πέρα από την παράσταση αυτή;
Παρουσιάσαμε μια παράσταση-δράση στον Ιανό, ένα έργο της εξαιρετικής Τάνιας Χαροκόπου, «Μην κλείνεις τα μάτια». Πρόκειται για μια καταγγελία ενάντια στην ενδοοικογενειακή βία, με αφορμή τις φρικτές γυναικοκτονίες που δεν λένε να σταματήσουν. Στο έργο αυτό παίζω για πρώτη φορά με τη γυναίκα μου -επειδή η φτώχεια θέλει καλοπέραση, παντρεύτηκα την αγάπη της ζωής μου πρόσφατα- κι έχουμε σκοπό να παίξουμε σε πολλές πόλεις αυτήν την παράσταση, να συμβάλλουμε κι εμείς με τις μικρές μας δυνάμεις στην εξάλειψη της βίας εναντίον των γυναικών. Ταυτόχρονα, ολοκληρώνω τη συγγραφή δυο θεατρικών έργων και το δεύτερο μέρος -το λέω τώρα σε εσένα- μιας σχεδόν αυτοβιογραφικής εμπειρίας του βιβλίου μου «Ο κήπος μέσα μου» που κυκλοφόρησε στα δύσκολα χρόνια του κορονοϊού. Ο τίτλος του νέου βιβλίου μου θα είναι «Αστοχία Υλικού». Επίσης, τελείωσα κι ένα παιδικό έργο με τον τίτλο «Στην πιο μεγάλη θάλασσα του κόσμου», το οποίο αφιερώνω στην Πολυξένη μου και στον λατρεμένο μου Σάλβα, τον σκυλάκο μου.
H παράσταση
Η Φλαντρώ του Παντελή Χορν, έργο τολμηρό και πρωτοποριακό για την εποχή του, εξερευνά τη φύση του πόθου, της ζήλιας και της ενοχής και παραμένει συγκλονιστικά επίκαιρο. Μέσα από τη δύναμη του λόγου και τη σιωπή των συναισθημάτων, ο συγγραφέας αποκαλύπτει τα αδιέξοδα μιας κοινωνίας που φυλακίζει τη γυναίκα ανάμεσα στην επιθυμία και στο καθήκον. Αυτή η «τραγωδία του πόθου» αποκτά θεατρική υπόσταση μέσα σ’ ένα παλιό αρχοντικό που κρύβει τα μυστικά του – εκεί όπου η ανάσα της ενοχής βαραίνει κάθε σκηνή και κάθε βλέμμα.
Δραματουργική επεξεργασία – σκηνοθεσία: Σωτήρης Χατζάκης
Μουσική επιμέλεια: Σωτήρης Χατζάκης
Παίζουν (με σειρά εμφάνισης)
Φλαντρώ: Μαρία Τζομπανάκη
Γαρουφαλλιά: Χριστίνα Μαξούρη
Μυρτώ: Ευγενία Ξυγκόρου
Χρύσω: Κρίστη Παπαδοπούλου
Νότης: Αγησίλαος Μικελάτος
Ημέρες & Ώρες Παραστάσεων:
Τετάρτη 19:00
Πέμπτη: 20:00
Παρασκευή: 21:00
Σάββατο: 18:00 & 21:00
Κυριακή 19:00
Θέατρο Αλάμπρα
Στουρνάρη 53, Αθήνα
Τηλέφωνο Επικοινωνίας: 210 9213310