Ο Φρίντριχ Μερτς άνοιξε σήμερα τη συζήτηση για το αν η Ευρωπαϊκή Ένωση μπορεί να χρησιμοποιήσει τη χαλάρωση των κυρώσεων ως «δόλωμα» για να τερματιστεί ο πόλεμος στο Ιράν, θέτοντας όμως σε δοκιμασία την ενότητα των «27». Από την άτυπη σύνοδο κορυφής στην Κύπρο, ο Γερμανός καγκελάριος πρότεινε ότι οι κυρώσεις κατά της Τεχεράνης –για παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων, το πυρηνικό της πρόγραμμα και τη στρατιωτική στήριξη προς τη Ρωσία– μπορούν να χαλαρώσουν σταδιακά, μόνο όμως στο πλαίσιο μιας συνολικής συμφωνίας που θα καλύπτει το πυρηνικό και βαλλιστικό πρόγραμμα του Ιράν και το άνοιγμα των Στενών του Ορμούζ. Αμερικανοί αξιωματούχοι έχουν ήδη αφήσει να εννοηθεί ότι μια τέτοια «μεγάλη συμφωνία» θα μπορούσε να οδηγήσει σε οριστικό τέλος του πολέμου, κάτι που, κατά τον Μερτς, δημιουργεί χώρο για ενεργότερο ευρωπαϊκό ρόλο.
Ο Μερτς υποστήριξε ότι η ΕΕ μπορεί να συμβάλει στην ειρηνευτική διαδικασία βάζοντας τις κυρώσεις στο «διπλωματικό τραπέζι», όχι ως μονομερή υποχώρηση αλλά ως αντάλλαγμα σε χειροπιαστή αποκλιμάκωση από την πλευρά της Τεχεράνης. «Η χαλάρωση των κυρώσεων μπορεί να αποτελέσει μέρος της διαδικασίας», είπε, προσθέτοντας ότι κανείς από τους παρευρισκόμενους ηγέτες δεν εξέφρασε ευθεία αντίρρηση επί της αρχής. Παρουσίασε μάλιστα την πρότασή του ως τη «συμβολή» της ΕΕ στην προσπάθεια για μια μόνιμη κατάπαυση του πυρός, σε μια περίοδο που η Ουάσιγκτον διαπραγματεύεται απευθείας με το Ιράν και περιφερειακούς μεσολαβητές, όπως το Πακιστάν και το Ομάν.
Μερτς, κυρώσεις και ενδοευρωπαϊκές επιφυλάξεις
Παρά το άνοιγμα του Μερτς, άλλοι κορυφαίοι Ευρωπαίοι αξιωματούχοι εμφανίστηκαν σαφώς πιο επιφυλακτικοί. Ο πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Αντόνιο Κόστα προειδοποίησε ότι «είναι πολύ νωρίς να μιλήσουμε» για χαλάρωση των κυρώσεων, αφήνοντας να εννοηθεί ότι οι «27» δεν είναι ακόμη έτοιμοι να συνδέσουν δημόσια την άρση μέτρων πίεσης με τις εν εξελίξει διαπραγματεύσεις για το Ιράν. Στο ίδιο μήκος κύματος αλλά με πιο αυστηρή διατύπωση κινήθηκε και η πρόεδρος της Κομισιόν Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν, η οποία έθεσε σαφείς όρους για οποιαδήποτε κίνηση.
Σύμφωνα με τη φον ντερ Λάιεν, η πρόταση του Μερτς μπορεί να συζητηθεί μόνο αν υπάρξουν «σαφείς αποδείξεις» ότι το Ιράν αλλάζει ουσιαστικά πορεία. «Πιστεύουμε ότι η άρση των κυρώσεων θα πρέπει να εξαρτάται από την επαλήθευση της αποκλιμάκωσης, ιδίως την πρόοδο στις διεθνείς προσπάθειες για τον περιορισμό της πυρηνικής απειλής και σε μια αλλαγή στην καταστολή του ίδιου του λαού του Ιράν», σημείωσε, υπενθυμίζοντας ότι οι ευρωπαϊκές κυρώσεις έχουν βαθιές ρίζες σε θέματα ανθρωπίνων δικαιωμάτων και εσωτερικής καταπίεσης. Έτσι, η παρέμβαση του Μερτς ανοίγει μεν το παράθυρο για μια πιο ευέλικτη χρήση των κυρώσεων, αλλά ταυτόχρονα φέρνει στην επιφάνεια τις διαφορές προσέγγισης εντός της ΕΕ.
Μερτς και ο ρόλος της ΕΕ στη λύση για το Ιράν
Στο επιχείρημα του Μερτς συναντιέται η επιθυμία ενός μέρους της ΕΕ να αποκτήσει πιο διακριτό ρόλο στη διπλωματική αρχιτεκτονική γύρω από το Ιράν. Ορισμένοι Ευρωπαίοι αξιωματούχοι θεωρούν πως το ζήτημα των κυρώσεων, που παραδοσιακά ήταν εργαλείο πίεσης, μπορεί πλέον να λειτουργήσει και ως εργαλείο ανταμοιβής, «δένοντας» τη χαλάρωση μέτρων με συγκεκριμένα, μετρήσιμα βήματα από την πλευρά της Τεχεράνης. Σε αυτό το σενάριο, η ΕΕ δεν θα περιοριστεί στον ρόλο του παρατηρητή των αμερικανοϊρανικών συνομιλιών, αλλά θα εισφέρει το δικό της διαπραγματευτικό «χαρτί» για να διευκολύνει μια συνολική συμφωνία.
Ωστόσο, η σκληρή γραμμή που υπενθύμισε η φον ντερ Λάιεν αποτυπώνει ότι η πλειοψηφία των κρατών-μελών δεν θέλει να φανεί πως «ανταμείβει» το Ιράν χωρίς προηγούμενη, σαφή και επαληθεύσιμη αλλαγή στην πυρηνική πολιτική και στην εσωτερική καταστολή. Έτσι, ο Μερτς τοποθετείται πιο κοντά στην ιδέα ενός «σταδιακού give and take», ενώ το ευρωπαϊκό κατεστημένο κρατά τη γραμμή «πρώτα πράξεις από την Τεχεράνη, μετά συζήτηση για κυρώσεις». Το αν η γερμανική πρωτοβουλία θα εξελιχθεί σε επίσημη κοινή θέση ή θα μείνει απλώς ως ένα πρώτο δοκιμαστικό βήμα, θα εξαρτηθεί από τις εξελίξεις στο πεδίο και στο παρασκήνιο των διαπραγματεύσεων με το Ιράν τους επόμενους μήνες.