Η Κύπρος ζητά νέες και ενισχυμένες εγγυήσεις ασφάλειας από το Ηνωμένο Βασίλειο, μετά την επίθεση ιρανικών drones σε βρετανικές στρατιωτικές βάσεις στο στρατηγικής σημασίας νησί.
Ο πρόεδρος της Κυπριακής Δημοκρατίας, Νίκος Χριστοδουλίδης, έθεσε το ζήτημα σε «μακρά» τηλεφωνική επικοινωνία με τον Βρετανό πρωθυπουργό Κιρ Στάρμερ το Σάββατο, ζητώντας την έναρξη διαπραγματεύσεων.
Η Λευκωσία επιδιώκει επαναδιαπραγμάτευση του πλαισίου ασφάλειας που καθορίστηκε με τη συνθήκη του 1960, η οποία προβλέπει την ύπαρξη των κυρίαρχων βρετανικών βάσεων στο Ακρωτήρι και τη Δεκέλεια, μετά την ολοκλήρωση της σύγκρουσης με το Ιράν, σύμφωνα με πληροφορίες που επικαλείται η Telegraph.
Οι ίδιες πληροφορίες αναφέρουν ότι η κυπριακή πλευρά δεν προτίθεται να ζητήσει την αποχώρηση της Βρετανίας από τις βάσεις, οι οποίες αποτελούν κυρίαρχο έδαφος του Στέμματος και εκτείνονται συνολικά σε περίπου 99 τετραγωνικά μίλια. Ωστόσο, η Λευκωσία ενδέχεται να επιδιώξει μεγαλύτερη ενημέρωση και διαβούλευση για αποστολές, στρατιωτικές αναπτύξεις και πιθανούς κινδύνους, πρακτική που ακολουθείται συνήθως σε μη κυρίαρχες στρατιωτικές εγκαταστάσεις σε ξένο έδαφος.
Η εξέλιξη αυτή έρχεται στον απόηχο επίθεσης με drones χαμηλής τεχνολογίας, η οποία αιφνιδίασε τις βρετανικές άμυνες και οδήγησε στην κινητοποίηση πολεμικών πλοίων από διάφορες ευρωπαϊκές χώρες, ανοίγοντας τη συζήτηση για την ευρύτερη αμυντική θωράκιση του νησιού.
Ο Νίκος Χριστοδουλίδης δήλωσε ότι απαιτείται «ανοιχτή και ειλικρινής συζήτηση» με τη βρετανική κυβέρνηση σχετικά με το καθεστώς και το μέλλον των βάσεων στην Κύπρο.
Από την πλευρά του, το βρετανικό Υπουργείο Άμυνας ξεκαθάρισε ότι το καθεστώς των βάσεων δεν τίθεται προς διαπραγμάτευση, επισημαίνοντας πως οι περιοχές αυτές δεν υπήρξαν ποτέ μέρος της Κυπριακής Δημοκρατίας και ότι η βρετανική κυριαρχία διατηρήθηκε κατά την ανεξαρτησία της χώρας το 1960, χωρίς να υπάρχει πρόθεση αλλαγής.
Παράλληλα, υπογραμμίζεται ότι οι σχέσεις Ηνωμένου Βασιλείου και Κύπρου παραμένουν στενές, ακόμη και υπό το βάρος των εντάσεων που προκαλούν οι ιρανικές απειλές.
Η συνθήκη του 1960 προέβλεπε συνεργασία μεταξύ Ηνωμένου Βασιλείου, Κύπρου, Ελλάδας και Τουρκίας για την κοινή άμυνα της νήσου ωστόσο, στην πράξη η εφαρμογή της υπήρξε περιορισμένη λόγω των γεωπολιτικών διαφορών και της τουρκικής παρουσίας στο βόρειο τμήμα του νησιού.
Η κυπριακή κυβέρνηση εκτιμά ότι το υφιστάμενο πλαίσιο δεν ανταποκρίνεται πλέον στις σύγχρονες ανάγκες και, σύμφωνα με πληροφορίες, έχει ήδη λάβει νομικές γνωμοδοτήσεις επί των συμφωνιών του 1960, αφήνοντας ανοιχτό το ενδεχόμενο περαιτέρω συζητήσεων με τη βρετανική πλευρά.
Ο Βρετανός πρωθυπουργός διαβεβαίωσε ότι οι βάσεις δεν θα χρησιμοποιηθούν για επιθετικές ενέργειες κατά του Ιράν και υπογράμμισε πως η ασφάλεια της Κύπρου αποτελεί ζήτημα ύψιστης σημασίας για το Ηνωμένο Βασίλειο.
Η επίθεση με drones προκάλεσε ανησυχία στο Λονδίνο, καθώς δεν υπήρχε άμεση παρουσία πολεμικών πλοίων στην περιοχή τη στιγμή του περιστατικού. Την ίδια ώρα, η εξέλιξη συμπίπτει με μια δύσκολη συγκυρία για την κυπριακή οικονομία, καθώς ο τουρισμός αποτελεί βασικό πυλώνα, συνεισφέροντας σημαντικό ποσοστό στο ΑΕΠ.
Η Κύπρος απηύθυνε επίσης έκκληση για ευρωπαϊκή στήριξη, με τη Γαλλία να αποστέλλει πλοία για την ενίσχυση της ασφάλειας, ενώ το βρετανικό ναυτικό ενισχύθηκε μεταγενέστερα με την άφιξη του HMS Dragon στην περιοχή.
Στο μεταξύ, τίθενται ερωτήματα σχετικά με την ικανότητα των βρετανικών δυνάμεων να προστατεύσουν επαρκώς τις βάσεις, ιδιαίτερα μετά την επίθεση που έπληξε εγκατάσταση στο Ακρωτήρι, όπου σταθμεύουν και αμερικανικά κατασκοπευτικά αεροσκάφη.
Οι σχέσεις μεταξύ Λευκωσίας και Λονδίνου παραμένουν στενές, με την κυπριακή πλευρά να μην επιδιώκει την απομάκρυνση των βρετανικών βάσεων, καθώς σε αυτές απασχολούνται χιλιάδες Κύπριοι και αποτελούν σημαντικό οικονομικό παράγοντα για την τοπική κοινωνία.