Οι δημοτικές εκλογές στη Γαλλία έδωσαν ένα πρώτο, σκληρό crash test για όλα τα κόμματα ενόψει της προεδρικής μάχης του 2027, με το πολιτικό σκηνικό να θυμίζει μωσαϊκό «μισών νικών» και κρυφών ηττών. Στον χάρτη των πόλεων, καμία παράταξη δεν κυριάρχησε απόλυτα, όμως ορισμένα πρόσωπα και τάσεις αναδεικνύονται ήδη ως φαβορί, ή χαμένοι, της επόμενης μέρας.
Μεγάλος κερδισμένος της βραδιάς εμφανίζεται ο Εμμανουέλ Γκρεγουάρ, που εκτοξεύεται στην πρώτη γραμμή της γαλλικής πολιτικής, κερδίζοντας άνετα τον Δήμο Παρισιού και παρατείνοντας την 25ετή κυριαρχία των Σοσιαλιστών στην πρωτεύουσα. Η νίκη του τον τοποθετεί αυτομάτως στο κλαμπ των «παγκόσμιων δημάρχων–σταρ», δίπλα σε Σαντίκ Καν και άλλες εμβληματικές φιγούρες της αστικής κεντροαριστεράς.
Την ίδια στιγμή, ο πρώην πρωθυπουργός Εντουάρ Φιλίπ «κλειδώνει» την παραμονή του στο Λε Αβρ, εκπληρώνοντας τον όρο που είχε θέσει ο ίδιος για να διεκδικήσει την προεδρία της Δημοκρατίας και ενισχύοντας τη θέση του ως πιθανός μονομάχος στον δεύτερο γύρο απέναντι στην ακροδεξιά. Η επανεκλογή του, σε ένα τοπίο φθοράς για τον μακρονισμό, τον καθιστά ήδη κεντρικό παίκτη στον σχεδιασμό της «μετα-Μακρόν» εποχής.
Εκλογές στη Γαλλία: Άνοδος και όρια της ακροδεξιάς
Το Εθνικό Ράλι της Μαρίν Λεπέν και του Ζορντάν Μπαρντελά πέτυχε τη μεγαλύτερη – όπως υποστηρίζει η ηγεσία του – εκλογική διείσδυση στην ιστορία του σε μεσαίες και μικρές πόλεις της γαλλικής ενδοχώρας, κερδίζοντας «δεκάδες δήμους» και αποκτώντας κρίσιμη τοπική γείωση ενόψει των προεδρικών. Χαρακτηριστική είναι η εκλογή του Ερίκ Σιοτί στη Νίκαια, την «ανεπίσημη πρωτεύουσα» της Ριβιέρα, όπου η ρήξη του με τους Ρεπουμπλικάνους και η σύμπλευσή του με την ακροδεξιά του δίνουν τα κλειδιά της πέμπτης μεγαλύτερης πόλης της χώρας.
Ωστόσο, το ίδιο το Εθνικό Ράλι καταγράφεται και στους «χαμένους», καθώς το διπλό γύρο σύστημα λειτούργησε για άλλη μια φορά ως ανάχωμα στην κατάκτηση στρατηγικών δήμων όπως η Νιμ, η Τουλόν και – μετά από εντυπωσιακή επίδοση στον πρώτο γύρο – η Μασσαλία, όπου ο υποψήφιός του ηττήθηκε καθαρά στη δεύτερη αναμέτρηση. Η αντίφαση «ιστορική άνοδος αλλά χωρίς μεγάλα τρόπαια» υπογραμμίζει τα δομικά όρια της ακροδεξιάς σε ένα σύστημα όπου οι αντι-Λεπεν συσπειρώνονται στον δεύτερο γύρο.
Προάγγελος για το τέλος της εποχής Μακρόν οι εκλογές στη Γαλλία
Για το στρατόπεδο του Εμανουέλ Μακρόν, η βραδιά ήταν πικρή: ο πρόεδρος της Γαλλίας, που στήριξε διακριτικά τη Ρασιντά Ντατί στο Παρίσι και τον πρώην ποδοσφαιρικό παράγοντα Ζαν-Μισέλ Ολάς στη Λιόν, είδε τη μία να παραδέχεται την ήττα και τον άλλο να χάνει στο «νήμα», με αποτέλεσμα ο δεύτερος να προσφεύγει δικαστικά αμφισβητώντας το αποτέλεσμα. Μοναδική πραγματική παρηγοριά για τη Renaissance παραμένει η κατάκτηση του Μπορντό και της Ανσύ, οι πρώτες μεγάλες τοπικές νίκες του προεδρικού κόμματος μετά από χρόνια θεσμικής φθοράς.
Στον χώρο της παραδοσιακής δεξιάς, οι Ρεπουμπλικάνοι κατάφεραν να διασώσουν την πλειονότητα των δήμων που ήδη διοικούσαν και να προσθέσουν μερικούς ακόμη στον χάρτη, αλλά η εικόνα ενός κατακερματισμένου συντηρητικού χώρου – με στελέχη όπως ο Σιοτί να ανοίγουν γέφυρες προς την ακροδεξιά – προοιωνίζεται σκληρές εσωτερικές μάχες μέχρι τις προεδρικές. Παράλληλα, η ήττα του ιστορικού κεντρώου Φρανσουά Μπαϊρού στην ίδια του την πόλη, την Πο, λίγο μετά την αποπομπή του μέσω πρότασης μομφής, μοιάζει να σηματοδοτεί το τέλος μιας ολόκληρης πολιτικής γενιάς.
Στην αριστερά, η Γαλλία Ανυπότακτη και οι Σοσιαλιστές, παρότι κέρδισαν εμβληματικούς δήμους και εργατικά προάστια, είδαν τις κατά τόπους «μέτωπικές» συμμαχίες τους να ηττώνται σε πόλεις-κλειδιά όπως η Τουλούζη, η Λιμόζ, η Κλερμόν-Φεράν και η Μπρεστ. Οι Πράσινοι, που είχαν απογειωθεί στις προηγούμενες εκλογές εν μέσω πανδημίας, έχασαν εμβληματικά προπύργια όπως το Στρασβούργο και το Μπορντό, περιοριζόμενοι σε οριακές νίκες στη Λιόν και τη Γκρενόμπλ, συχνά μόνο χάρη σε τοπικά μέτωπα με τη ριζοσπαστική αριστερά.